21.5 C
Athens
Τετάρτη, 25 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΕυρώπηΕυρωπαϊκή Ένωση και Ελβετία: Γεωγραφική εγγύτητα και πολιτική απομάκρυνση

Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελβετία: Γεωγραφική εγγύτητα και πολιτική απομάκρυνση


Του Φίλιππου-Αθανάσιου Μισούλη, 

Η Ελβετία, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης και αποτελεί από μόνη της ένα σταυροδρόμι τριών σημαντικών ευρωπαϊκών γλωσσών (γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά) και των πολιτισμών τους, και δυνητικά θα έπρεπε να είναι ιδρυτικό μέλος ή έστω ένθερμη υποστηρίκτρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις βρίσκεται εκτός της Ένωσης και χαρακτηρίζεται από διακριτό και διαχρονικό σκεπτικισμό απέναντι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Οι σχέσεις των δύο πλευρών υπήρξαν ανέκαθεν ταραχώδεις και διαμορφώθηκαν μέσα από τα εξής χρονικά ορόσημα. Το 1972, υπεγράφη η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ των δύο, προμηνύοντας, όπως προβλεπόταν από τον πολιτικό κόσμο της εποχής, την επικείμενη ένταξη της χώρας στην Ένωση. Με τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία (τις χώρες με τις οποίες συνδέονται άρρηκτα οι τρεις γλωσσικές κοινότητες της Ελβετίας) να είναι ήδη ιδρυτικά μέλη της Ένωσης, η ένταξη της Ελβετίας αποτελούσε κατά πολλούς αναπόφευκτη και απόλυτα λογική συνέπεια. Ωστόσο, η ένταξη καθυστερούσε, ενώ δύο δεκαετίες αργότερα, το 1992, ο ελβετικός λαός ψήφισε οριακά (50.3%) κατά της ένταξης στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο σε δημοψήφισμα (το οποίο κρίθηκε κυρίως στις αγροτικές και γερμανόφωνες περιοχές της χώρας), αιφνιδιάζοντας την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και την οπτική που αντιμετώπιζε τη διεύρυνση της Ένωσης στο σύνολο της ηπείρου ως απλό ζήτημα χρόνου. Ωστόσο, η χώρα παρέμεινε στενά συνδεδεμένη με την Ένωση, ψηφίζοντας το 2005 υπέρ της ένταξης στην ευρωπαϊκή συνθήκη Σένγκεν για τα ανοικτά σύνορα και της επέκτασης της ελεύθερης κυκλοφορίας σε 10 νέα κράτη της Ένωσης.

Σε δημοψήφισμα για την ενδεχόμενη ένταξη της Ελβετίας στην Ε.Ε., η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών, τάχθηκε κατά. Πηγή εικόνας: Wikimedia Commons

Από το αρνητικό δημοψήφισμα του 1992, οι σχέσεις της χώρας με την Ένωση αδιαμφισβήτητα προχώρησαν, με την αμοιβαία δυσπιστία και απομάκρυνση να εντείνεται, ειδικότερα τα τελευταία χρόνια. Κυβερνών και κυρίαρχο κόμμα στην ελβετική πολιτική σκηνή είναι πλέον το Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (Schweizerische Volkspartei, SVP) ένα συντηρητικό και εθνικιστικό κόμμα, πολέμιο στην ευρωπαϊκή πορεία της Ελβετίας, το οποίο αντιμετωπίζει με δυσπιστία, αν όχι εναντίωση, τη μετανάστευση πολιτών της Ένωσης στην Ελβετία. Αποκορύφωμα της απομάκρυνσης των δύο πλευρών αποτελεί η άρνηση της Ελβετίας να διασφαλίσει στους ευρωπαίους πολίτες που διαβιούν στη χώρα ισότιμη πρόσβαση στις παροχές του κράτους προνοίας με εκείνη που απολαμβάνουν οι Ελβετοί πολίτες και η απόφαση της ελβετικής κυβέρνησης στις 26 Μαΐου του 2021 να προχωρήσει σε καθολική διμερή συμφωνία-πλαίσιο, που θα διέπει τις σχέσεις των δύο πλευρών.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο ή κυρίως πολιτικό. Η Ελβετία με ΑΕΠ της τάξης των 748 δισεκατομμυρίων δολαρίων και το δεύτερο υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο (86,850 δολάρια το 2020), σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, έχοντας ήδη εξασφαλίσει ελεύθερο εμπόριο με τα κράτη-μέλη της Ένωσης, δεν θα αποκόμιζε αξιοσημείωτα οικονομικά οφέλη από την πλήρη ένταξή της. Αντίθετα, η οικονομική της ευμάρεια θα συνεπαγόταν μια αντίστοιχη ετήσια εισφορά στον προϋπολογισμό της Ένωσης και γενναία αναπτυξιακή βοήθεια προς τις χώρες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης. Παράλληλα, το ειδικό φορολογικό της καθεστώς και το τραπεζικό της σύστημα θα βρισκόταν σε σύγκρουση με καίριες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, σε πολιτικό επίπεδο, μια χώρα, το πολίτευμα της οποίας αποτελεί ό,τι κοντινότερο έχει υπάρξει σε άμεση δημοκρατία στον σύγχρονο κόσμο, θα καθιστούσε δυσχερή τη συμμετοχή της στα ενωσιακά όργανα λήψης αποφάσεων, ενώ και ο ελβετικός λαός, όντας εμποτισμένος με την κουλτούρα των δημοψηφισμάτων, θα δυσανασχετούσε απέναντι σε έναν υπερεθνικό τρόπο λήψης αποφάσεων. Τέλος, η μακρόχρονη ιστορία ουδετερότητας της χώρας έχει εν μέρει θέσει την Ελβετία εκτός του διεθνούς συστήματος και η ένταξη σε ένα πολιτικό μπλοκ, όπως η Ένωση, θα διατάρασσε μια μακραίωνη παράδοση αυστηρής ουδετερότητας ως κύρια πολιτική προτεραιότητα.

O Πρόεδρος της Ελβετίας Ignazio Cassis σε διαπραγμάτευση με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ursula Von Der Leyen για βελτιστοποίηση των σχέσεών τους, Πηγή εικόνας: Politico Eu

Αφετέρου, στον αντίποδα των ανωτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η χώρα ήδη μετέχει σε πλείστα πεδία ευρωπαϊκής ενοποίησης (όπως η ζώνη Σένγκεν και το Συμβούλιο της Ευρώπης), βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης και οι στενότεροι σύμμαχοι της (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) είναι ένθερμοι υποστηρικτές της ενοποίησης. Παράλληλα, όντας εκτός της Ένωσης αλλά συμμετέχουσα στη ζώνη Σένγκεν, υπόκειται τις συνέπειες των αποφάσεων της Ένωσης έχοντας ελάχιστο λόγο στη διαμόρφωσή τους. Τέλος, η γιγαντιαία, σε σύγκριση με τον πληθυσμό της, οικονομική δύναμη θα καθιστούσε τη χώρα σημαντικό παράγοντα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αν αποφάσιζε να γίνει πλήρες μέλος.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Swiss-EU relationship could fall apart if talks fail, EU’s Sefkovic says, Reuters, διαθέσιμο εδώ
  • Worlds apart: Switzerland and EU keep talking past each other, Euractiv, διαθέσιμο εδώ
  • Swiss abandon years of EU talks and reject treaty, BBC News, διαθέσιμο εδώ
  • Swiss-EU relationship could fall apart if talks fail: EU, The Business Times, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Φίλιππος-Αθανάσιος Μισούλης
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Σπούδασε στην Νομική Σχολή Αθηνών, με μεταπτυχιακό στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και ενδιαφέρον για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Μιλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Ασχολείται στον ελεύθερο χρόνο του με βιβλία, ταινίες και θαλάσσια σπορ.