18.4 C
Athens
Πέμπτη, 25 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΗ Ελληνοτουρκική προσέγγιση του 1930

Η Ελληνοτουρκική προσέγγιση του 1930


Του Γιώργου Τσίλλα, 

Με την υπογραφή της συνθήκη της Λωζάνης (1923) η Ελλάς πλέον παύει τις αναθεωρητικές βλέψεις της έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (από το 1923 της Τουρκικής Δημοκρατίας) και το όραμα της Μεγάλης ιδέας εγκαταλείπεται. Σκοπός και στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής την επαύριον της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι η διαφύλαξη της ελληνικής ανεξαρτησίας και η προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας. Μόνη εξαίρεση αποτελούσε η διεκδίκηση της Βόρειας Ηπείρου και της Κύπρου. Το 1923 η Ελλάδα και η Τουρκία αποδέχονται το νέο status quo των συνόρων τους και του εδαφικού καθεστώτος τους και πλέον και τα 2 κράτη αφοσιώνονται στην εσωτερική ανασυγκρότηση τους. Κύριο μέλημα της Ελλάδας από το 1923 και έπειτα είναι η αποκατάσταση και η στέγαση των πάνω από 1.000.000 προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία και την Ανατολική Θράκη. Κύριο μέλημα του Κεμάλ, ο οποίος κατείχε την προεδρία, ήταν η δημιουργία ενός τουρκικού εθνικού κράτους και ο εκδυτικισμός.

Ύστερα από 4 χρόνια απουσίας ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία το 1928 και ανέλαβε αμέσως πρωτοβουλία συνεννόησης και συμφιλίωσης με την Τουρκία. Ο Βενιζέλος ανέλαβε την δύσκολη αυτή πρωτοβουλία μετά την μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1928, ενώ ο Κεμάλ Ατατούρκ ήταν ταυτόχρονα αδιαμφισβήτητος ηγέτης της χώρας του. Η μεγάλη εκκρεμότητα ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα υπήρξε το καθεστώς των περιουσιών και τα μειονοτικά ζητήματα που άφησαν πίσω οι πρόσφυγες των 2 κρατών και ο ρόλος τους στη διαμόρφωση των όρων της τελικής σύμβασης. Η Συνθήκη της Αγκυρας το 1930 αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός για τη σχέση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Υπήρξαν πολλοί παράγοντες που οδήγησαν στην υπογραφή αυτής της συνθήκης, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών, των εδαφικών και των εθνοτικών ζητημάτων.

Ελληνική αντιπροσωπεία στην Τουρκία το 1930. Πηγή εικόνας: ellinoistorin.gr / Φωτογράφος I. Weinberg:

Ένας σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε στην υπογραφή της συνθήκης ήταν η διεθνής πίεση για την επίλυση των εθνικών διαφορών. Η διεθνής κοινότητα ενθάρρυνε την Ελλάδα και την Τουρκία να βρουν μια ειρηνική λύση, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα στην περιοχή. Από άποψη πολιτικών συμφερόντων, και οι δύο χώρες είχαν συμφέροντα στην υπογραφή μιας συνθήκης που θα έθετε τέλος στις εντάσεις και θα έδινε μια λύση στα εδαφικά ζητήματα. Και οι δύο χώρες επιθυμούσαν επίσης να βελτιώσουν τις διμερείς τους σχέσεις και να διασφαλίσουν ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή. Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη Συνθήκη της Άγκυρας ήταν η καθορισμός των συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στη Θράκη και η οριοθέτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων σε αυτήν την περιοχή. Η συνθήκη θέσπισε διατάξεις για την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και τα περιουσιακά ζητήματα. Επισήμως στις 10 Ιουνίου 1930, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τεβφήκ Ρουσδή Αράς και ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Σπυρίδων Πολυχρονιάδης υπέγραψαν το Σύμφωνο της Άγκυρας, που ρύθμιζε οριστικά όλα τα νομικά και περιουσιακά ζητήματα, τα οποία είχαν προκύψει με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922-1923.

Οι σχέσεις μεταξύ Κεμάλ και Βενιζέλου από το 1930 και έπειτα ήταν εξαιρετικές, παρά το βεβαρημένο παρελθόν μεταξύ των δυο χωρών τους. Πηγή εικόνας: tanea.gr

Τελικά, στις 30 Οκτωβρίου υπεγράφησαν τρεις ελληνοτουρκικές συμφωνίες: α) «Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας», β) συμφωνία περιορισμού των ναυτικών εξοπλισμών, γ) εμπορική σύμβαση. Ως προς την «Συνθήκη Φιλίας, Ουδετερότητας, Διαλλαγής και Διαιτησίας» αξίζει να σημειωθεί πως το πρώτο κιόλας άρθρο συμπεριλάμβανε διάταξη, η οποία εμπόδιζε τα δύο κράτη να συμμετέχουν σε «συμφωνία πολιτικής ή οικονομικής φύσεως εστραμμένη εναντίον του ετέρου εξ αυτών». Αναλυτικά, οι κυριότερες διατάξεις του Συμφώνου ήταν οι ακόλουθες: Καταργούνταν όλες οι αποδόσεις κτημάτων, με εξαίρεση την ακίνητη περιουσία των Ελλήνων υπηκόων της Κωνσταντινούπολης. Περιερχόταν κατά πλήρη κυριότητα στην ελληνική κυβέρνηση τα ακίνητα των μουσουλμάνων (αστικά κτήματα, δάση, λιβάδια) και αντίστοιχα στην τουρκική όλα τα ακίνητα που ανήκαν σε ανταλλάξιμους Έλληνες. Επίσης, διατηρούνταν στην κατοχή της τα κτήματα των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων της Δ. Θράκης και σημαντικό μέρος των ακινήτων που είχε κατάσχει από παρόντες μουσουλμάνους. Η Τουρκία απέκτησε τα κτήματα των ομογενών που είχαν φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Ακόμη γινόταν αμοιβαία απόσβεση υποχρεώσεων: αποζημίωση για επιτάξεις, ενοίκια, εισοδήματα που εισπράχθηκαν από την πολύχρονη διαχείριση των ακινήτων όλων των μη ανταλλάξιμων ομογενών.

Η ελληνοτουρκική προσέγγιση συνεχίστηκε κατά την δεκαετία του 30’ από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις και οι επισκέψεις επισήμων και από τις 2 πλευρές συνεχίστηκαν. Πολύ σημαντική εξέλιξη ήταν το «Σύμφωνο Εγκάρδιας Συνεννόησης», που αντιπροσώπευε μια σημαντική διπλωματική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που υπεγράφη στις 24 Σεπτεμβρίου του 1933, σημαντική παράμετρος του οποίου ήταν η πρόβλεψη της αμοιβαίας εγγύησης για τα κοινά ελληνοτουρκικά σύνορα στην Θράκη. Η συμφωνία αυτή αποτελούσε μια προσπάθεια εκείνης της περιόδου για να διατηρηθεί η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Τις παραμονές του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα και η Τουρκία ένιωθαν ανασφάλεια για την εδαφική τους ακεραιότητα, η οποία απειλούνταν από τις επεκτατικές βλέψεις της Βουλγαρίας. Σε αυτό το πλαίσιο η Ρουμανία, η Γιουγκοσλαβία, η Τουρκία και η Ελλάδα προχώρησαν στην υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου (Φεβρουάριος 1934). Στο Σύμφωνο αυτό προβλεπόταν η αποδοχή από όλους τους συμμετέχοντες του Status Quo οι οποίοι εγγυήθηκαν «αμοιβαίως την ασφάλειαν όλων των βαλκανικών κρατών». Το Βαλκανικό Σύμφωνο του Φεβρουαρίου 1934 αποτελεί μια σημαντική τομή στην ιστορία της περιοχής των Βαλκανίων. Αυτή η συμφωνία συνέβαλε και στην προσπάθεια εδραίωσης της ειρήνης και της σταθερότητας σε έναν πολύ ασταθή γεωπολιτικό χώρο.

Η Ελλάς υποστήριξε την πρόταση της Τουρκίας για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης θέμα το οποίο τέθηκε στην κοινωνία των εθνών από τον τούρκο υπουργό εξωτερικών το 1934. Η αναθεώρηση αυτή αφορούσε το καθεστώς των στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου, τα οποία το τουρκικό κράτος επεδίωκε να εξοπλίσει εκ νέου. Μετά την υποστήριξη και των μεγάλων δυνάμεων (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Σοβιετική Ενωση) υπογράφηκε η Συνθήκη του Μοντρέ στις 20 Ιουλίου (1936) στην πόλη Μοντρέ της Ελβετίας. Σύμφωνα με την συνθήκη, καταργούνταν το καθεστώς της αποστρατικοποίησης των στενών και το καθεστώς του διεθνούς χαρακτήρα τους, με την αποκατάσταση της τουρκικής κυριαρχίας. Με την νέα συνθήκη οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούσαν πλεον να παρεμβαίνουν στην περιοχή όποτε το έκριναν σκόπιμο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην Άγκυρα, στα πλαίσια της τότε διπλωματικής προσέγγισης Ελλάδας-Τουρκίας. Πηγή εικόνας: diplomaticpoint.com

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου (1936) δεν άλλαξε την στάση της όσον αφορά την ελληνοτουρκική προσέγγιση, ο Ιωάννης Μεταξάς παρέμεινε πιστός στην πολιτική του Βενιζέλου και των κυβερνήσεων που τον διαδέχτηκαν. Έτσι ο Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα τον Μάη του 1937 και ο Μετάξας την Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1937. Τον Απρίλιο του 1938 υπογράφεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην Αθήνα «Πρόσθετος Συνθήκη» στις προγενέστερες ελληνοτουρκικές συμφωνίες του 1930 και 1933. Η Συμπληρωματική Συνθήκη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, προέβλεπε ότι το κάθε κράτος υποχρεωνόταν: α) να τηρήσει ουδετερότητα σε περίπτωση που το άλλο κράτος δεχόταν επίθεση και β) να εμποδίσει τη χρήση της εδαφικής επικράτειας του για τη διέλευση εχθρικών προς το άλλο στρατευμάτων.

Μετά τον θάνατο του Κεμάλ (1938) και την ανάληψη της Προεδρίας από τον Ισμέτ Ινονού, η τουρκική εξωτερική πολιτική άρχισε να εμφανίζει καιροσκοπικές τάσεις απέναντι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι διεθνείς γεωπολιτικές ανακατατάξεις που προκάλεσε ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος αναπόφευκτα θα επηρέαζαν και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
  • Συλλογικό (1978), Ιστορία του ελληνικού έθνους 1913-1941, τόμος ΙΕ’, Εκδοτική Αθηνών
  • Κλάψης Α. (2015), Ελληνοτουρκική προσέγγιση στην δεκαετία του 1930, Αίνος μνήμης καθηγητού Ηλία Κρίσπη. Συμβολές στην επιστήμη του δικαίου και των διεθνών σχέσεων, Αθήνα/Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλας
  • Συρίγος, Άγγελος (2022), Ελληνoτουρκικές σχέσεις, Αθήνα: Εκδ, Πατάκη

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Τσίλλας
Γιώργος Τσίλλας
Γεννήθηκε το 2002 στη Νέα Υόρκη και είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Γνωρίζει αγγλικά και στο τμήμα του διδάσκεται Γερμανικά. Στον ελεύθερο του χρόνο διαβάζει σύγγραμμα της επιστήμης του, ενώ έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Γλωσσολογία.