12.7 C
Athens
Σάββατο, 20 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΈτη Oρόσημα του Eικοστού AιώναΗ Στρατιά του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης

Η Στρατιά του Έβρου ως διαπραγματευτικό όπλο στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης


Του Στέλιου Καραγεώργη,

Τον Σεπτέμβριο του 1922, η επαναστατική επιτροπή των αξιωματικών Νικολάου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά και Δημητρίου Φωκά, που ηγούνταν της «Επανάστασης του Στρατού και του Στόλου», θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Οι κινηματίες μετά τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου από τον ελληνικό θρόνο, και τη σύλληψη των ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης, επιβεβαίωσαν πως κύριο μέλημά τους ήταν η αναδιοργάνωση του στρατού, προς ενίσχυση του μετώπου στη Θράκη.

Εκείνη την περίοδο η κατάσταση του ελληνικού στρατού ήταν η εξής: τα επαναστατικά τμήματα του Νότιου Συγκροτήματος της Στρατιάς Μικράς Ασίας, που έφτασαν στην Αθήνα από Χίο και Λέσβο, είχαν απωλέσει τον βαρύ οπλισμό τους, ενώ οι υπόλοιπες μονάδες που είχαν μεταφερθεί σε Πειραιά και Θεσσαλονίκη είχαν πρακτικά διαλυθεί. Δύο μεραρχίες του Βόρειου Συγκροτήματος είχαν μετακινηθεί με σχεδόν ανέπαφο το υλικό τους στην Ανατολική Θράκη, με τις ήδη υπάρχουσες εκεί δυνάμεις να είναι ελλείπεις και με ανεπαρκή οπλισμό. Το ηθικό των στρατευμάτων, με εξαίρεση των επαναστατικών, βρισκόταν στα τάρταρα, με στρατιώτες να πυροβολούν κατά των αξιωματικών όταν τους απηύθυναν διαταγές. Ως πρώτο μέτρο, η ηγεσία της «Επανάστασης» απόλυσε όλες τις παλαιές τάξεις, που είχαν φθαρεί σε κάθε επίπεδο κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Οι Στυλιανός Γονατάς και Νικόλαος Πλαστήρας το 1922. Πηγή εικόνας: wikimedia.org

Ωστόσο, έναν μήνα μετά τις διακηρύξεις της, η επαναστατική επιτροπή, με προτροπή του Ελευθερίου Βενιζέλου, αποδέχθηκε τους όρους της Ανακωχής των Μουδανιών, που προέβλεπαν την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολική Θράκη και την υπαγωγή αυτής υπό τουρκική κυριαρχία. Ο Κρής πολιτικός πίστευε ότι η επανέναρξη των εχθροπραξιών με την κεμαλική Τουρκία θα οδηγούσε τη χώρα σε διεθνή απομόνωση, στην επερχόμενη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη. Φαίνεται πως ο Βενιζέλος είχε συμβιβαστεί με την ήττα στη Μικρά Ασία, προσανατολιζόμενος πλέον σε μια υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που εν πολλοίς είχε ήδη συντελεστεί για τους Έλληνες. Αντίθετα, ο Πλαστήρας θεωρούσε αναγκαία την παλινόστηση των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες, καθώς η παραμονή τους στο ελληνικό βασίλειο θα οδηγούσε σε αποσύνθεση του κράτους.

Στις 14 Νοεμβρίου, η επαναστατική επιτροπή διαλυόταν, ο Πλαστήρας αναγορευόταν αρχηγός της «Επανάστασης» και σχηματιζόταν κυβέρνηση υπό την προεδρία του Γονατά, αφού ο Πρωθυπουργός Σωτήριος Κροκίδας δεν επιθυμούσε να αναλάβει την ευθύνη της εκτέλεσης των Έξι. Υπουργός Στρατιωτικών θα αναλάβει ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, μέλος του Κινήματος της Θεσσαλονίκης το 1916, και ένθερμος οπαδός της επανέναρξης του πολέμου με τους κεμαλικούς. Σε λιγότερο από έναν μηνά, ο νέος Υπουργός επέφερε μεταβολές στις διοικήσεις των μονάδων της Στρατιάς του Έβρου, θέτοντας επικεφαλής νέους αξιωματικούς με πολεμική δράση, παραβλέποντας όμως την επετηρίδα. Έτσι, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν ο βαθμός και η αρχαιότητα των αξιωματικών, ο Πάγκαλος απέκτησε αφοσιωμένους οπαδούς-πελάτες στο στράτευμα, αλλά και ορκισμένους εχθρούς, καθώς οι νέοι διοικητές προέρχονταν στην πλειοψηφία τους από τις τάξεις των βενιζελικών Αμυνιτών.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Πηγή εικόνας: wikimedia.org

Μέσα στον ίδιο μήνα, ξεκίνησαν οι συνεδριάσεις της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, που θα καθόριζε τα εκκρεμή ζητήματα μεταξύ των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Τουρκίας. Το φάσμα των διαπραγματεύσεων υπήρξε ιδιαιτέρως ευρύ, με το πλέον ακανθώδες διμερές ελληνοτουρκικό θέμα να αποτελεί η αξίωση της Τουρκίας για αποζημίωση από μέρους της Ελλάδας, εξαιτίας των καταστροφών που είχαν διαπράξει τα στρατεύματά της στη Μικρά Ασία. Η επαναστατική κυβέρνηση των Αθηνών, ομοίως και ο αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Λωζάνη, Βενιζέλος, δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν την απαίτηση της Άγκυρας, κυρίως λόγω της αφαίμαξης που είχαν υποστεί τα κρατικά ταμεία, από την παράταση πέραν των τριών χρόνων της Μικρασιάτικης Εκστρατείας.

Στις 12 Δεκέμβριου, ο Πάγκαλος παραιτήθηκε από Υπουργός και ανέλαβε ο ίδιος τη διοίκηση της Στρατιάς του Έβρου, μετά από υπόδειξη του Αλέξανδρου Οθωναίου. Αμέσως, επέβαλε την ποινή του θανάτου για τους λιποτάκτες, πετυχαίνοντας την απαραίτητη πειθαρχία του στρατεύματος. Ταυτόχρονα, ο Πλαστήρας πίεζε προς όλες τις πλευρές να διατεθούν οι περισσότεροι κρατικοί πόροι για την αναδιοργάνωση του στρατού. Κατά την διάρκεια του Δεκεμβρίου, ο Πάγκαλος θα γράψει στον Βενιζέλο πως ο ελληνικός στρατός μέσα σε μια εβδομάδα μπορεί να εγκλωβίσει την Τουρκία στην ασιατική πλευρά του Αιγαίου για πάντα. Ενώ και ο Πλαστήρας επέμενε πως τα δύο Σώματα Στρατού που στάθμευαν στον Έβρο, εντός δέκα ημερών ήταν ικανά να φτάσουν στον Βόσπορο, ακόμα και χωρίς την βοήθεια των Συμμάχων.

Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων στη Λωζάνη εξελισσόταν με μεγάλη δυσκολία. Η μη διευθέτηση των κρίσιμων ζητημάτων για τους Συμμάχους της Μοσούλης και των διομολογήσεων, καθώς και η επιμονή των κεμαλικών για αναθεώρηση της προνομιακής οικονομικής θέσης των Μεγάλων Δυνάμεων εντός της τουρκικής επικράτειας, θα οδηγήσουν σε διακοπή των εργασιών για έξι εβδομάδες. Στις 23 Απριλίου 1923, οι Τούρκοι θα επανέλθουν με αντιπροτάσεις, οι οποίες έγιναν αποδεκτές από τους Συμμάχους. Εντούτοις, η επανάληψη των διαπραγματεύσεων επανέφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της βαριάς αποζημίωσης, που καλούνταν να καταβάλει η Ελλάδα. Η Άγκυρα απειλούσε με επανέναρξη του πολέμου στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης, σε περίπτωση που δεν ικανοποιούταν. Με την Αθήνα να παραμένει κατηγορηματικά αρνητική, αποφασίστηκε η καταγγελία της Ανακωχής των Μουδανιών και η κινητοποίηση της Στρατιάς του Έβρου.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος επιθεωρεί τη Στρατιά του Έβρου τον Μάϊο του 1923. Πηγή εικόνας: mixanitouxronou.gr

Μόλις επτά μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Ελλάδα παρέτασσε Στρατιά αποτελούμενη από 9 μεραρχίες πεζικού και μιας ιππικού. Κάθε μεραρχία αποτελείτο από τρία συντάγματα δύναμης 2.000 στρατιωτών, με συνοδεία ορειβατικού πυροβολικού. Συνολικά η κάθε μεραρχία αποτελούνταν 9.000-10.000 άνδρες, ενώ η μεραρχία ιππικού αριθμούσε 700 ξίφη. Στη διάθεση των Ελλήνων, υπήρχαν επιπλέον δύο συντάγματα πεδινού πυροβολικού, χωρίς όμως βαρέα πυροβόλα, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί στη Μικρά Ασία. Το αίτημα της επαναστατικής κυβέρνησης για προμήθεια βαρέους πυροβολικού από την Σερβία προσέκρουσε στην άρνησή της. Παράλληλα, το μηχανικό της Στρατιάς είχε κατασκευάσει όλα τα απαραίτητα πλωτά μέσα για αιφνιδιαστική διαπεραίωση του συνόλου της, στην ανατολική πλευρά του Έβρου. Αθροιστικά η Στρατιά τον Απρίλιο, αριθμούσε περίπου 100.000 έμψυχου δυναμικού. Στην απέναντι όχθη του ποταμού, οι Τούρκοι είχαν μόλις 45.000-50.000 άνδρες της χωροφυλακής, καθώς οι Σύμμαχοι δεν είχαν επιτρέψει στα κεμαλικά στρατεύματα της Μικράς Ασίας να σταλούν στην Ευρώπη.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο νέου πολέμου έκρυβε αρκετούς κινδύνους για την ελληνική πλευρά, αφού δεν ήταν γνωστές οι προθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτές, δύσκολα θα επέτρεπαν την είσοδο του ελληνικού στόλου, ο οποίος είχε μείνει άθικτος, στα Στενά. Ακόμα δυσκολότερα θα άφηναν τον ελληνικό στρατό να εισέλθει στην Κωνσταντινούπολη, την οποία κατείχαν ως λάφυρο για να αποσπάσουν ανταλλάγματα του άμεσου ενδιαφέροντος από τους Τούρκους. Την ίδια στιγμή, ελλόχευε η μόνιμη απειλή της ρεβανσιστικής Βουλγαρίας, που επιθυμούσε αναθεώρηση της Συνθήκης του Νεϊγύ, ως προς το καθεστώς της Δυτικής Θράκης.

Τελικά η ρητή συμμαχική αντίθεση σε νέα προσφυγή στα όπλα, και η απευθείας συνάντηση του Βενιζέλου με τον Ισμέτ Ινονού, επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας, με πρωτοβουλία του πρώτου, οδηγήσαν σε ευόδωση των συμβιβαστικών προσπαθειών. Η Ελλάδα αναγνώρισε την υποχρέωση πολεμικής αποζημίωσης προς την Τουρκία, η οποία παραιτήθηκε αυτής, με αντάλλαγμα την παραχώρηση του τριγώνου του Κάραγατς, που βρισκόταν στη δυτική όχθη του Έβρου.

Οι Νικόλαος Πλαστήρας, Στυλιανός Γονατάς και Δημήτριος Φωκάς στην Αλεξανδρούπολη το 1923. Πηγή εικόνας: kathimerini.gr

Η διαφαινόμενη τελική υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, έκανε τον Πάγκαλο να διεκδικήσει την εξουσία από τους Πλαστήρα και Γονατά, με τη στήριξη του αρχηγού του Στόλου ναυάρχου Αλέξανδρου Χατζηκυριάκου. Στις αρχές Ιουνίου, ο επικεφαλής της Στρατιάς κάλεσε τους οπαδούς του στο στράτευμα να κινηθούν εναντίον της «Επανάστασης», χάνοντας έτσι τα στηρίγματά του. Στις 20 Ιουνίου, ο Πλαστήρας ειδοποιημένος από τους διοικητές των μονάδων, που είχε προσπαθήσει να προσεταιριστεί ο Πάγκαλος, έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Αφού διαπίστωσε την ύπαρξη της συνωμοσίας, έπαυσε τον αρχηγό της Στρατιάς από τα καθήκοντά του, παρά τη μεσολάβηση του Οθωναίου για συνδιαλλαγή.

Τελικά, η σύγκρουση αποφεύχθηκε, και η Συνθήκη της Λωζάνης στις 24 Ιουλίου 1923, όρισε ως κοινό ελληνοτουρκικό σύνορο τον ποταμό Έβρο. Ειδικότερα, η τουρκική κυριαρχία αναγνωριζόταν στην Ανατολική Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά. Παράλληλα, επισημοποιούταν η υφιστάμενη ανθρωπογεωγραφική κατάσταση, καθώς οι Έλληνες της Ιωνίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης είχαν ήδη εκδιωχθεί.

Συμπερασματικά, παρά τη φιλοδοξία και την εγωπάθεια του Παγκάλου η αναδιοργάνωση της Στρατιάς του Έβρου ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά δικό του έργο. Αυτή, δημιούργησε το «μύθο» του, που υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για την κατοπινή του ανάδυσή στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Παράλληλα, αποτέλεσε ένα σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο στα χέρια του Βενιζέλου στη Λωζάνη. Η ειρωνεία ήταν πως η Ανατολική Θράκη, που δόθηκε με ευκολία στους κεμαλικούς με την Ανακωχή στα Μουδανιά, αποδείχθηκε έπειτα το ισχυρότερο διαπραγματευτικό ατού στη Συνδιάσκεψη.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Βερέμης, Θάνος (2018), Οι επεμβάσεις του στρατού στην ελληνική πολιτική, 1916-1936, Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
  • Δαφνής, Γρηγόριος (1997), Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος.
  • Κλάψης, Αντώνης (2019), Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Αθήνα: Πεδίο.
  • Llewellyn-Smith, Michael (2022), Το όραμα της Ιωνίας, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (2020), Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1830-1981, Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.
  • Συρίγος, Άγγελος Μ. (2015), Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Έχει λάβει επιμόρφωση στην διοίκηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, και στις σχέσεις του ελληνισμού με την Δύση. Είναι γνώστης της αγγλικής και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία, του 19ου και 20ου αιώνα.