36.3 C
Athens
Παρασκευή, 12 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΔιεθνήΔιεθνείς ΟργανισμοίΠαρεμβατικά συστήματα ελέγχου: Ασύμμετρος κίνδυνος;

Παρεμβατικά συστήματα ελέγχου: Ασύμμετρος κίνδυνος;


Της Χρυσάνθης Παπαναστασίου,

Η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας, αλλά και η διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη για αποτελεσματικά μέσα ασφαλείας και πρόληψης απέναντι στην εγκληματικότητα, έχουν οδηγήσει στην ανάδειξη και άνθιση σύγχρονων μεθόδων, που ορισμένες φορές προσεγγίζουν τα όρια της παρεμβατικότητας. Τα εξελιγμένα συστήματα αναγνώρισης προσώπων, η ανίχνευση και η παρακολούθηση συσκευών, αλλά και η εξάπλωση των καμερών ασφαλείας σε μέρη που ως τώρα δεν υφίσταντο, αποτελούν μόνο την επιφάνεια αυτής της νέας προληπτικής πολιτικής. Το φαινόμενο αυτό έχει δημιουργήσει ένα ρεύμα συζητήσεων, ενώ, παράλληλα, έχει προκαλέσει ανησυχία σε διεθνείς και υπερκρατικούς οργανισμούς.

Ένα παράδειγμα αυτής της αντίδρασης, απέναντι στην εκτεταμένη διεύρυνση της εφαρμογής αυτών των πολιτικών, αποτελεί η πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, αναφορικά με την αρνητική πτυχή της ρητορικής της καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Η πάταξη της τρομοκρατίας –αδιαπραγμάτευτα– αποτελεί σημαντικό διακύβευμα τόσο για τη διασφάλιση της κοινωνικής ασφάλειας, όσο και για την αποφυγή κατάλυσης των βασικότερων δημοκρατικών θεσμών και των απαραβίαστων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε αυτή τη συνθήκη, ωστόσο, παρά την τεράστια πρακτική σημασία που έχει η καταστολή της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, η εξέλιξη της τεχνολογίας στα πεδία της συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης προσωπικών πληροφοριών ατόμων ή και ολόκληρων ομάδων έχει ανοίξει έναν ευρύ διάλογο, τόσο με την κριτική αντίληψη ορισμένων ζητημάτων όσο και με τα νομοθετικά κείμενα.

Πηγή εικόνας: Reuters, Φωτογράφος και Δικαιώματα Χρήσης: Damir Sagolj

Από αυτή ακριβώς την προβληματική αφορμάται και η ανάλυση της Fionnuala Ni Aolain, ειδικής εισηγήτριας του Ο.Η.Ε. για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Συγκεκριμένα, στην έκθεσή της, ταξινομώντας σε κατηγορίες τα τεχνολογικά μέσα προστασίας, καθιστά σαφές το γεγονός πως η εφαρμογή τους οφείλει να είναι απόλυτα εστιασμένη, ενώ η υπέρμετρη εφαρμογή τους αποφευκτέα. Μία από τις βασικές παραμέτρους που θίγει είναι η ιδεολογική βάση εφαρμογής τους, δεδομένου πως ορισμένες φορές φαίνεται πως γίνεται κατάχρησή τους, γεγονός που δεν συνάδει με τα πρωταρχικά δικαιώματα της ελευθερίας και του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, αλλά και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Προκειμένου να μην εισέλθουμε στη χαοτική θεματική των ορίων της προσωπικής ελευθερίας και ιδιωτικότητας και το κατά πόσον αυτά τηρούνται, σώφρων θα ήταν η ανάλυση του φαινομένου μόνο στο επίπεδο της πρόληψης της τρομοκρατίας ή της εν γένει αποφυγής σοβαρών εγκλημάτων, που οι περιορισμοί αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων κρίνεται συχνά αναγκαία. Τα διεθνή κείμενα στις διατάξεις που αφορούν τη μερική παραβίαση ή πιο εύστοχα παράκαμψη των δικαιωμάτων αυτών, με στόχο την πρόληψη ή την καταστολή τρομοκρατικών επιθέσεων ή κινημάτων, τονίζουν με σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο δύο βασικές παραμέτρους για την εφαρμογή τους.

Πρώτη λέξη-κλειδί είναι η έννοια της αναγκαιότητας παραβίασης των δικαιωμάτων, προκειμένου να προστατευτεί το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον, ενώ δεύτερη αποτελεί ο υψηλός κίνδυνος σε περίπτωση μη εφαρμογής αυτού του παρεμβατικού μέσου. Στις δύο παραπάνω έννοιες, φυσικά, οφείλει να προστεθεί ερμηνευτικά ο έλεγχος αναλογικότητας των επαχθών προς τα θεμελιώδη δικαιώματα μέτρων, δηλαδή, η ύπαρξη εύλογης σχέσης μεταξύ μέσων και σκοπού. Η επέμβαση στην προσωπική σφαίρα των ατόμων πρέπει να κρίνεται αναγκαία, αναπόφευκτη και μοναδικό μέσο χειρισμού. Οποιαδήποτε κατάχρηση ή εφαρμογή εκτός των ορίων που προβλέπουν τα νομοθετικά κείμενα ή το εκάστοτε ποινικό δικαστήριο θεωρείται κατάφωρη και αθέμιτη παραβίαση δικαιωμάτων. Πρωταρχικό επιχείρημα, που αναλύεται εντός της έκθεσης, είναι το γεγονός πως εξαιτίας της τεράστιας και μαζικής επιδίωξης της πρόληψης των εγκλημάτων κατά του κοινωνικού συνόλου, ορισμένες φορές η διεύρυνση των πρακτικών αυτών επηρεάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του συνόλου και όχι μόνο συγκεκριμένων ατόμων. Τα σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης, που εκτείνονται από τις γνωστές κάμερες ως και τους αισθητήρες σε συσκευές, εφαρμόζονται στην κοινωνία ως σύνολο, ενώ η συλλογή προσωπικών δεδομένων αποτελεί μείζονα κίνδυνο για την ιδιωτική σφαίρα.

Πηγή εικόνας: Reuters, Φωτογράφος και Δικαιώματα Χρήσης: Kacper Pempel

Προς αποφυγή συνωμοσιολογικών αντιλήψεων και «οργουελικών» προφητειών, ας μην αναμειγνύουμε την προληπτική αντιεγκληματική πολιτική με τη γενικότερη συλλογή προσωπικών δεδομένων βάσει διαδικτυακών αναζητήσεων ή προτιμήσεων για οικονομικούς και επιχειρηματικούς λόγους. Η εξαγορά δεδομένων αποτελεί σίγουρα βασικό πρόβλημα του μοντέρνου κόσμου. Το συγκεκριμένο ζήτημα, ωστόσο, είναι πιο ειδικό και δεν αφορά απλώς προσωπικά δεδομένα που σχετίζονται με την επικοινωνία, όπως καταχώρηση της ηλεκτρονικής διεύθυνσης ή του αριθμού κινητού τηλεφώνου, αλλά και τα πλέον εξατομικευμένα βιομετρικά δεδομένα. Η συλλογή δειγμάτων DNA, εν γνώσει ή μη των υπόπτων, η ταυτοποίηση με τεχνολογικά μέσα ή ακόμα και η «ψηφιοποίηση» του ατόμου με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, που για τους περισσότερους κρίνονται ως άπατα νερά, αξιοποιούνται και ορισμένες φορές καταχρηστικά από κρατικούς ή υπερκρατικούς φορείς αστυνόμευσης και ασφάλειας.

Τα βιομετρικά δεδομένα διακρίνονται σε εκείνα που σχετίζονται με τα φυσικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, όπως αποτυπώματα ή αίμα, και σε εκείνα που σχετίζονται με την ερμηνεία της συμπεριφοράς. Ιδίως η δεύτερη κατηγορία είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη στις περιπτώσεις ηθελημένης αλλοίωσης των φυσιολογικών δειγμάτων, όπως μεταμόρφωση μέσω πλαστικών επεμβάσεων ή ακόμα και το γνωστό «κάψιμο» των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Παράλληλα, όμως, είναι ιδιαιτέρως εύθραυστη και πιο πιθανό να υποπέσει σε σφάλμα.

Μία ιδιαίτερα διαδεδομένη τέτοια μέτρηση είναι ο τρόπος περπατήματος, ο γενικότερος τρόπος αντίδρασης σε ερεθίσματα, αλλά και ο τρόπος σκέψης με βάση προηγούμενες αλληλεπιδράσεις. Φυσικά, τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν να είναι τόσο απόλυτα συνδεδεμένα με ένα άτομο αποκλειστικά, ενώ ιδίως ο τελευταίος τρόπος που εμπλέκει τη νόηση του υποκειμένου, δημιουργώντας κάτι σαν τεκμήριο ενός αυταπόδεικτου “mens rea”, θεωρείται ιδιαίτερα υπεραπλουστευτικός τρόπος ερμηνείας συμπεριφοράς. Αυτά τα δειγματοληπτικά δεδομένα αν και υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορούν να συλλέγονται βάσει των κειμένων των εθνικών έννομων τάξεων και των διεθνών συνθηκών, ωστόσο η αποθήκευση και η καταχώρησή τους σε φακέλους μετά την αθώωση των κατηγορουμένων απαγορεύεται, όπως απεφάνθη, άλλωστε, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε μία αντίστοιχη υπόθεση το 2008. Η παρακράτηση τέτοιων στοιχείων μπορεί παρά την αθώωση των κατηγορουμένων να δημιουργήσει φάκελο στο όνομά τους και την αναπόφευκτη ένταξή τους στους «σεσημασμένους». Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν παραβίαση τόσο του άρθρου 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όσο και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, κείμενα άμεσα επηρεασμένα από τα διεθνή νομικά πρότυπα.

Πηγή εικόνας: UN Photo, Φωτογράφος και Δικαιώματα Χρήσης: Jean-Marc Ferré

Βασική ανησυχία της ειδικής εισηγήτριας, αλλά και του Ο.Η.Ε. ως σύνολο, είναι η υπερβολική εξάπλωση αυτών των πρακτικών ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν συμβαδίζουν με τα γεγραμμένα των διεθνών νομοθετικών κειμένων. Αυτή η λανθασμένη οικειοποίηση αυτών των υψηλής παρέμβασης μεθόδων δεν σταματά σε υποθέσεις υψηλού κινδύνου μόνο, αλλά και σε κοινά εγκλήματα, που δεν χρήζουν τόσο σοβαρής και εντατικής αντιμετώπισης. Αυτό που κυρίως τονίζει, όμως, είναι η αποφυγή πώλησης και μεταβίβασης τέτοιων επεμβατικών τεχνολογικών συστημάτων σε κράτη που κατά κόρον παραβιάζουν τα δικαιώματα κίνησης, έκφρασης και ιδιωτικότητας. Αυτή η διάχυση χωρίς μέτρο, σε κράτη όπου οι πολίτες δεν απολαμβάνουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, θα αποτελέσει αναπόδραστα ακόμα ένα μέσο περιστολής της προσωπικής τους ελευθερίας. Ο ποιοτικός των εγκληματικών περιπτώσεων έλεγχος οφείλει να είναι υπερκρατικός σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου κάτι τέτοιο να αποφευχθεί.

Συνεπώς, αν και η κοινωνική ασφάλεια αποτελεί βασική προτεραιότητα και η καταστολή εγκληματικών πρακτικών κεντρικό πυλώνα για την ευρυθμία της κοινωνίας, η επιβολή σταθερών και ξεκάθαρων ορίων είναι επιβεβλημένη, ώστε να μη διακυβεύονται οι ατομικές ελευθερίες, δεδομένου πως η παραβίασή τους καθιστά όλο και πιο εύθραυστο το δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά και τα βασικότερα κεκτημένα της ανθρωπότητας.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Counter-terrorism ‘rhetoric’ used to justify rise of surveillance technology: human rights expert, United Nations. Διαθέσιμο εδώ
  • Counter-terrorism and Security Are Frequently Used To Cover for the Adoption of High-risk and Highly Intrusive Technologies, Special Rapporteur Tells the Human Rights Council, United Nations, United Nations, Humans Rights, Office of the High Commissioner. Διαθέσιμο εδώ
  • A/HRC/52/39, Report of the Special Rapporteur on the promotion and protection of human rights and fundamental freedoms while countering terrorism, Fionnuala Ní Aoláin

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Χρυσάνθη Παπαναστασίου
Χρυσάνθη Παπαναστασίου
Γεννήθηκε το 2003 και μεγάλωσε στον Βόλο. Είναι φοιτήτρια Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μιλάει Αγγλικά και Γαλλικά. Τα ενδιαφέροντά της εστιάζονται στα σύγχρονα κοινωνικά και νομικά ζητήματα τόσο σε εθνική όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι λάτρης των ταξιδιών, ενώ στον ελεύθερό της χρόνο της αρέσει να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, γεγονός που καλλιέργησε και την αγάπη της για την αρθρογραφία.