17.6 C
Athens
Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου, 2022
ΑρχικήΣυνεντεύξειςΜανώλης Καραντίνης: «Ο Τόλης Βοσκόπουλος ήταν η επιτομή του καλλιτέχνη, σημάδεψε το...

Μανώλης Καραντίνης: «Ο Τόλης Βοσκόπουλος ήταν η επιτομή του καλλιτέχνη, σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι με μοναδικό τρόπο»


Συνέντευξη στον Νικόλαο Ερμή,

Έναν χρόνο έπειτα από το «φευγιό» του Τόλη Βοσκόπουλου, το OffLine Post τιμάει τη μνήμη του αξέχαστου λαϊκού ερμηνευτή, φιλοξενώντας μια συνέντευξη του Μανώλη Καραντίνη.

Ο σημαντικός βιρτουόζος του μπουζουκιού και μόνιμος συνεργάτης του Βοσκόπουλου επί είκοσι συναπτά έτη, Μανώλης Καραντίνης, αποδέχθηκε την πρόσκλησή μας για μία τηλεφωνική συνέντευξη. Σε αυτήν μίλησε –από καρδιάς– για τη σχέση του με τον αλησμόνητο καλλιτέχνη, την παρακαταθήκη που άφησε στο λαϊκό τραγούδι και αναφέρθηκε στο πώς ξεκίνησε η συνεργασία τους, καθώς και στις στιγμές που βίωσε μαζί του επί σκηνής.

Παράλληλα, εξιστόρησε πώς λειτουργούσε ο Βοσκόπουλος στις ακροάσεις του στούντιο, θέτοντας ως παράδειγμα το δικό του τραγούδι «Στου κόσμου το κελί». Χαρακτήρισε, τέλος, τον Τόλη Βοσκόπουλο ως «πατέρα» του τόσο μουσικά όσο εν γένει στη ζωή.

  • Πέρασε ένας χρόνος από τον θάνατο του Τόλη Βοσκόπουλου. Τι θυμάστε από τη μουσική σας «συνύπαρξη» με τον αξέχαστο ερμηνευτή;

Ο Τόλης ήταν καταρχήν ένας «αθάνατος» τραγουδιστής. Δεν ήταν απλά ένας τραγουδιστής∙ ήταν συνθέτης, μεγάλος ερμηνευτής και άνθρωπος που σεβόταν τους συναδέλφους του, τους μουσικούς και αγαπούσε τον κόσμο. Γι’ αυτό και τον αγαπούσε πολύ και ο κόσμος και εισέπραττε αυτά τα χειροκροτήματα. Ο Τόλης ήταν μοναδικός, δεν θα υπάρξει και ούτε έχει ξαναβγεί ποτέ τέτοιος τραγουδιστής και άνθρωπος και χαρακτήρας τόσο καλός.

  • Πότε γνωριστήκατε με τον Τόλη και πότε δώσατε τα χέρια, ώστε να συνεργαστείτε;

Γνωριστήκαμε στο νυχτερινό κέντρο “Ribas”, λίγο έξω από τη Βάρκιζα, όπου δούλευα με τη Γλυκερία. To σχήμα ήταν Βοσκόπουλος-Γλυκερία εκείνη την καλοκαιρινή σεζόν και εκεί γνωριστήκαμε. Βέβαια, εγώ ήμουν από έξι χρονών φαν του Βοσκόπουλου, δηλαδή, όταν έπαιζε στην τηλεόραση, εγώ αγκάλιαζα την τηλεόραση. Ήταν ο ίδιος και η αφορμή που έμαθα μπουζούκι.

Εν τω μεταξύ, στο “Ribas” γνωριστήκαμε και αμέσως έπαιξα στον δίσκο του Η νύχτα γέμισε με φως (1999), στον πρώτο δίσκο για μένα μαζί του. Μάλιστα, με είχε φωνάξει ο μαέστρος του Τόλη, ο Χάρης Ανδρεάδης, και μου είχε πει: «Αφού αγαπάς έτσι τον Βοσκόπουλο, έλα να παίξεις στον δίσκο». Τότε ήταν η βασική μας γνωριμία, στον δίσκο, και θυμήθηκε πως, πριν από έξι χρόνια, είχα ζητήσει στην Πόλυ Πάνου να τον πάρει τηλέφωνο να του μιλήσω. Μου έκανε εντύπωση που το θυμήθηκε, όταν, ύστερα από συζητήσεις, με ρώτησε: «Μήπως είσαι εσύ που μου είχες μιλήσει, πριν από έξι χρόνια;». Τα θυμόταν όλα! Είχε πολύ καλή μνήμη και θυμόταν, ας πούμε, τα κομμάτια του απ’ έξω, σε αντίθεση με άλλους τραγουδιστές που συνήθως έχουν κάποιον που τους λέει όλα τα λόγια. Στον δίσκο αυτόν με άφηνε ο Ανδρεάδης να «βάλω το χεράκι μου» στις ενορχηστρώσεις με το παίξιμο του μπουζουκιού μου και ο δίσκος έγινε με πολλή αγάπη. Στη συνέχεια, ακολούθησαν κι άλλοι δίσκοι, είπε και δικά μου τραγούδια και, γενικά, ήταν το δώρο της ζωής μου εκείνη η μέρα στο στούντιο Sierra, στη Μεσογείων.

Πηγή εικόνας: Προσωπικό Αρχείο Μανώλη Καραντίνη

  • Παρότι είστε ένας από τους κύριους βιρτουόζους του μπουζουκιού, έχετε συνθέσει λίγα τραγούδια. Μερικά από αυτά τα ερμήνευσε ο Βοσκόπουλος.

Εμένα με ενδιέφερε στα τραγούδια που έγραφα να είναι καταρχήν καλός ο στίχος, να είναι αξιοπρεπή τραγούδια και όχι εμπορικά. Να είναι, δηλαδή, καλό τραγούδι και με ενδιέφερε το ποιος θα το πει. Δηλαδή, έγραψα με την Πόλυ Πάνου, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τον Μανώλη Λιδάκη, τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, τον Αντώνη Ρέμο και άλλους. Τα τραγούδια που κάναμε με τον Τόλη πρέπει, νομίζω, να είναι γύρω στα 10.

  • Το τραγούδι «Στου κόσμου το κελί» ήταν πάντως η μεγάλη επιτυχία της δισκογραφικής συνεργασίας σας.

Ήταν το πρώτο κομμάτι που έγραψα τότε σε στίχους Γιάννη Τζουανόπουλου και πήρα τηλέφωνο τον Τόλη και του λέω: «Έγραψα ένα τραγούδι, θες να το πεις;», και μου απαντάει «Ναι, τώρα επιτόπου!». Μια φορά μπήκε στο στούντιο και το είπε μια κι έξω, δηλαδή, το είχε τελειώσει μέσα σε μιάμιση ώρα.

Τα τραγούδια που του έδωσα ήταν ακριβώς για εκείνον κομμένα και ραμμένα, επειδή ήξερα τον τρόπο που ερμήνευε. Δηλαδή, εγώ δεν είχα ένα συρτάρι από τραγούδια να λέω «Πάρτε». Γι’ αυτό και σήμερα στο τραγούδι είναι όλα μία από τα ίδια. Πλέον είναι λίγα τα καλά τραγούδια, γιατί, άμα ακούσεις αυτά που παίζουν στο ραδιόφωνο, είναι όλα με λούπες, χωρίς μπουζούκι (disco-pop) –ακούμε ό,τι μας αξίζει. Αυτό ξεκινάει από τους γονείς των μικρών παιδιών. Εγώ έχω μαθητές στη σχολή που τους αρέσει το λαϊκό τραγούδι, γιατί λαϊκό είναι και το ροκ και η κλασική μουσική και το λαϊκό τραγούδι, όπως είναι ο Καζαντζίδης και ο Αγγελόπουλος, ας πούμε. Δεν μπορεί να μην ξέρει ένα παιδί ποιος είναι ο Χατζιδάκις, ο Αγγελόπουλος, ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης. Γιατί το λαϊκό τραγούδι, όπως έλεγε ο Καζαντζίδης, διαμορφώνει χαρακτήρες.

  • Ο Τόλης στο στούντιο είχε άνεση; Πόσο καιρό, δηλαδή, του πήρε για να ηχογραφήσει τα τραγούδια σας;

Εγώ όσες φορές του έγραψα τραγούδια και βρέθηκα μαζί του στο στούντιο, παρατήρησα ότι ήταν πάρα πολύ γρήγορος. Ήταν πολύ λεπτολόγος, «ψείρας» που λέμε, με τον εαυτό του. Αλλά επειδή είχε αυτό το ταλέντο και ένιωθε ό,τι έλεγε (έμπαινε μέσα στον στίχο αμέσως), ήταν σαν να ήταν η ζωή του και τον αφορούσε το κάθε τραγούδι. Είναι πολύ σημαντικός ο στίχος και να μπαίνεις μέσα στο τραγούδι, δηλαδή, να περνάει ο εαυτός σου το ίδιο πράγμα που λέει ο στίχος. Η τέχνη του ήταν ότι επρόκειτο να ηχογραφήσει καινούρια τραγούδια, δεν ήταν, δηλαδή, ήδη γνωστά, όπως κάνουν σήμερα κάποιοι επανεκτελέσεις. Έμπαινε, έτσι, στο θέμα του κάθε νέου τραγουδιού, ερμήνευε τον κάθε στίχο και καταλάβαινε απόλυτα τι ακριβώς έλεγε ο στίχος. Τα τραγούδια με τον Τόλη είχαν καλό πατέρα, γιατί το τραγούδι είναι σαν παιδί – δεν το δίνεις όπου να ‘ναι.

  • Έχοντας βρεθεί αρκετές φορές στο κέντρο όπου εμφανιζόσασταν τα τελευταία χρόνια (στο “Baraonda”, επί της Οδού Τσόχα), είχα παρατηρήσει την τεράστια απήχηση που είχε στον κόσμο. Παράλληλα, μαρτυρίες αναφέρουν πως είχε φανατικό κοινό, το οποίο πήγαινε σε νυχτερινά κέντρα μόνο γι’ αυτόν, όπως π.χ. οι ναυτικοί.

Είχε αρκετό κόσμο που καταγόταν από λαϊκές γειτονιές και τον αγαπούσαν πραγματικά. Ο Τόλης, εξάλλου, από φτωχές γειτονιές ξεκίνησε –ζούσε στον Κορυδαλλό και δούλευε από μικρό παιδί. Έφτασε στην κορυφή, γιατί μπήκε νωρίς στο θέατρο, με τη στήριξη του πατέρα του, και έβγαλε τη Δραματική Σχολή. Έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει, για να φτάσει σε αυτό το σημείο. Όσο μεγάλωνε, άνοιγε και έφτιαχνε όλο και περισσότερο η φωνή του. Αυτό πάθαιναν ελάχιστοι καλλιτέχνες, όπως ο Τόλης και ο Καζαντζίδης, ο ένας στο ερωτικό και ο άλλος στο πιο βαρύ λαϊκό τραγούδι, και οι τελευταίοι τους δίσκοι είναι πραγματικά αξεπέραστοι. Ο Τόλης είχε βοηθήσει πολλούς τραγουδιστές (Στράτο Διονυσίου, Χαρούλα Αλεξίου, Μανώλη Λιδάκη, Δημήτρη Μητροπάνο, Πίτσα Παπαδοπούλου). Στο τραγούδι «Στου κόσμου το κελί», η Πίτσα έκανε τις δεύτερες φωνές, τον αγαπούσε πολύ τον Τόλη.

  • Επί 5-10 λεπτά ο Τόλης δεχόταν απεριόριστα χειροκροτήματα, που δεν τον άφηναν ούτε να ξεκινήσει να ερμηνεύει. Πώς το εξηγείτε εσείς αυτό;

Ο Τόλης είχε αυτό το μαγικό χαρακτηριστικό. Όταν έβγαινε πάνω στο πατάρι, το γέμιζε όλο με την παρουσία του, με τη λάμψη που είχε. Γιατί ο Τόλης δεν ήταν μόνο τραγουδιστής: είχε ερμηνεία, ήταν σαν ηθοποιός, μπορούσε να σε συγκινήσει, αλλά και να συγκινηθεί (πολλές φορές ο ίδιος έβαζε τα κλάματα), γιατί έβλεπε όλο αυτό το πράγμα, την αποδοχή, και ήταν δύσκολο να το διαχειριστεί, όταν έβλεπε ότι τον καταχειροκροτούσε όλος ο κόσμος και περίμενε από αυτόν.

  • Λέμε ότι στο λαϊκό τραγούδι κάποιοι τραγουδιστές αφήνουν «ερμηνευτικές σχολές». Πιστεύετε ότι ο Τόλης άφησε και μάλιστα, ακόμη και δεκαετίες νωρίτερα, ενόσω ήταν ενεργός;

Βέβαια, πολύ νωρίτερα, από το 1966. Από το 1966 και πέρα, έζησαν οικογένειες λόγω του Τόλη, άνοιξαν μαγαζιά και έζησαν οικογένειες χάρη σε αυτόν. Όπου πήγαινε ο Τόλης, έλεγαν τα τραγούδια του και ακόμη τα λένε και θα τα λένε. Κι εγώ, όπως πολλοί ακόμη, από τα τραγούδια του Τόλη ζήσαμε. Γιατί έβγαινες και έλεγες το «Πριν χαθεί το όνειρό μας» και είναι λες και έχει γραφτεί σήμερα. Ήξερε τι έγραφε και τι έκανε ο Τόλης, δεν γινόταν τίποτα τυχαία. Όπως γύρισε την Τζένη Βάνου στο λαϊκό τραγούδι, που της έγραψε το «Μα αύριο κύριε» και το «Αγόρι μου».

Επίσης, θα το πω για πρώτη φορά ότι το τραγούδι «Όταν πίνει μια γυναίκα», η πρώτη, δηλαδή, επιτυχία της Αλεξίου, είναι δικό του κομμάτι. Λόγω του ότι ήταν φίλοι με τον Βασίλη Βασιλειάδη, έβαλε ο Βασίλης την εισαγωγή στο κομμάτι, το κομμάτι, όμως, ήταν γραμμένο από τον Τόλη και του το χάρισε, γιατί ήταν διευθυντής, τότε, στην εταιρεία ο Βασιλειάδης και του το έδωσε εξ ολοκλήρου, για να βγάλει τη Χαρούλα Αλεξίου στη δισκογραφία. Το ξέραν οι δυο τους ότι ο Τόλης του το έκανε δώρο το κομμάτι αυτό, αλλά έπρεπε να έχει το κομμάτι ένα όνομα συνθέτη, εξ ου και κατοχυρώθηκε στον Βασίλη Βασιλειάδη.

Όπως είναι το «Δυο νύχτες», το ένα κομμάτι του τραγουδιού του Μητροπάνου. Δεν είναι ποτ πουρί από μόνο του, ο Μητροπάνος το έχει κάνει ποτ πουρί και το είχε ενώσει με το «Αλίμονο» του Κωστή Χρήστου και άλλα. Το «Δυο νύχτες» είναι δημιούργημα του Βοσκόπουλου, σε πρώτη εκτέλεση της Μαρινέλλας. Έγινε έπειτα γνωστό από την ερμηνεία του Δημήτρη Μητροπάνου. Και το «Αποκοιμήθηκα» του Στράτου Διονυσίου ήταν του Βοσκόπουλου. Και ο Τόλης ήταν ο μόνος που στήριξε τον Διονυσίου, όταν του γύρισαν την πλάτη, μετά τις υποθέσεις του.

Οι μεγάλοι καλλιτέχνες έπιναν νερό στο όνομά του και αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί υπάρχουν πολλοί που είναι αντιδραστικοί, που ζηλεύουν, αλλά δεν μπορούσαν να πουν κακή κουβέντα για τον Τόλη. Ο Τόλης ήταν ένας πρίγκιπας κανονικός, ερχόταν και μοσχοβολούσε ο τόπος. Ο άνθρωπος αυτός ήταν καλλιτέχνης, όπως ακριβώς πρέπει να είναι ένας καλλιτέχνης. Σεβόταν τον κόσμο με τον τρόπο που ήταν ντυμένος. Αυτό θα πει καλλιτέχνης. Γιατί, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, ο Τόλης πάντα θα υπάρχει.

Η απώλειά του ήταν μεγάλη. Εγώ έπαθα σοκ. Φεύγει το ενδιαφέρον και δεν θες να ακούσεις πλέον αυτό που βγαίνει. Γιατί οι νέοι πλέον πάνε να δούνε μόνο, δεν πάνε να ακούσουν, τους ενδιαφέρει το τι είναι εμπορικό.

Πηγή εικόνας: Προσωπικό Αρχείο Μανώλη Καραντίνη

  • Τι ήταν για εσάς ο Τόλης Βοσκόπουλος; Κάπου τον είχατε χαρακτηρίσει «πατέρα» σας…

Σαν τον πατέρα μου. Κι ο πατέρας μου ο ίδιος το ήξερε και τον είχα πιο πάνω από τον πατέρα μου, γιατί ήταν ο «πατέρας» μου, ο μέντοράς μου, δηλαδή, στη μουσική, στον χαρακτήρα μου, στο πώς να φέρομαι και πώς να στέκομαι σαν άνθρωπος. Γιατί εγώ έζησα πάνω στα βήματα του Τόλη Βοσκόπουλου, ό,τι έλεγε στα τραγούδια του. Μέχρι που τον γνώρισα και δικαιώθηκα τότε, γιατί λέω μετά από χρόνια που τον άκουγα, γνώρισα και τον καλύτερο άνθρωπο και τον μεγαλύτερο ερμηνευτή, που είδα πώς φερόταν. Δεν υπάρχει άλλος τραγουδιστής και δεν θα βγει άλλος που να σέβεται έτσι τους μουσικούς και τους συνανθρώπους του. Ήθελε να είναι όλοι ευχαριστημένοι, πήγαινε στα καμαρίνια να χαιρετήσει, αντίθετα με αυτό που βλέπεις σήμερα, που κάποιοι καλλιτέχνες πηγαίνουν στα καμαρίνια και κλειδώνονται να μην μπούνε μέσα άλλοι.

Θα σου πω το κυριότερο στον άνθρωπο γενικά και στον Τόλη Βοσκόπουλο: χαιρέταγε τις εικόνες του, τις προσκυνούσε, πριν βγει και όταν έφευγε. Μου έλεγε: «Περίμενε μισό λεπτό να τις χαιρετήσω». Χαιρετούσε και φιλούσε τις εικόνες του μία-μία, γιατί πίστευε. Άνθρωπος που πιστεύει, έχει κάτι να πιστεύει. Όταν πιστεύει ένας άνθρωπος, έτσι πάει μπροστά. Και ο Τόλης πίστευε και δικαιώθηκε. Δεν τον άφησε ποτέ ο Θεός, ούτε να ξεχαστεί ούτε θα ξεχαστεί ποτέ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δεκαετία του 1990, όταν είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας και, μετά την ανάρρωση, αναγεννήθηκε. Είχε, βέβαια, μεγάλη υποστήριξη και αγάπη από την οικογένειά του, την Άντζελα και την κόρη τους, τη Μαρία, με τις οποίες είχαν μία πολύ ωραία οικογένεια, γεμάτη αγάπη και φροντίδα.

Η συνεργασία μας ήταν η ανταμοιβή μου σαν άνθρωπος στη ζωή, γιατί είναι θέμα ζωής ο Τόλης για μένα. Έλεγε πως από τότε που γνωριστήκαμε, έπαψε να πηγαίνει στη δουλειά και πήγαινε να κάνει το κέφι του και το μεράκι του και κάναμε διάφορα πράγματα πάνω στο πατάρι. Είχε το ενδιαφέρον πάλι να τραγουδήσει, ήθελε να έρθει να δουλέψουμε, ήταν σαν να πηγαίνουμε στην παιδική χαρά μαζί. Γιατί ο Τόλης δούλευε με σημαντικούς μουσικούς, όπως ήταν ο Στέλιος Ζαφειρίου, η καλύτερη «πενιά» στην ελληνική δισκογραφία.

  • Θα ήθελα, τέλος, μια συνολική εικόνα σας για τον Τόλη Βοσκόπουλο και την προσφορά του στο λαϊκό τραγούδι.

Η προσφορά του στο λαϊκό τραγούδι βρίσκεται στην ίδια σειρά με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Έχει προσφέρει σημαντικό έργο και στην κίνηση επί της πίστας και στο τραγούδι και στην ερμηνεία. Ο Τόλης τραγουδούσε όρθιος, ήταν πάντα με το μπουζούκι του, έφερνε εκεί που έπρεπε να είναι τα πράγματα. Υποστήριξε το ελληνικό τραγούδι και κανείς άλλος δεν μπορεί να το υποστηρίξει έτσι.

Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Μανώλη Καραντίνη για την ευγενική παραχώρηση της συνέντευξης και του ευχόμαστε υγεία & κάθε επιτυχία!


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νικόλαος Ερμής, Ιδρυτής & Διευθυντής
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, Κρήτης και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος. Έχει συμμετάσχει σε δεκάδες προσομοιώσεις, συνέδρια και σεμινάρια της νέας γενιάς. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στο ελεύθερο του χρόνου ασχολείται με την ιστορία ως ακαδημαϊκό αντικείμενο και την μελέτη του ελληνικού τραγουδιού.