21.5 C
Athens
Τετάρτη, 25 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΚοινωνίαΥγείαΣύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα: Μια συχνή αιτία πόνου στο χέρι

Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα: Μια συχνή αιτία πόνου στο χέρι


Της Παναγιώτας Βέργου, 

Το Σύνδρομο του Καρπιαίου Σωλήνα είναι μια επώδυνη και ενοχλητική πάθηση – ιδιαίτερα συχνή στις γυναίκες –, κατά την οποία πιέζεται το μέσο νεύρο του καρπού, με αποτέλεσμα ο ασθενής να ταλαιπωρείται από μούδιασμα, πόνο ή ακόμα και αδυναμία στο πάσχον χέρι.

Τι είναι, όμως, ο καρπιαίος σωλήνας;

Ο καρπιαίος σωλήνας αποτελεί έναν στενό σωληνωτό σχηματισμό που εντοπίζεται φυσιολογικά στην παλαμιαία επιφάνεια του καρπού. Ο σωλήνας αυτός αφορίζεται, από τη μία πλευρά, από έναν παχύ σύνδεσμο — τον εγκάρσιο σύνδεσμο – και από την άλλη πλευρά από τα οστάρια του καρπού. Μέσα από αυτόν τον χώρο διέρχονται οι 9 καμπτήρες τένοντες των δακτύλων, αλλά και το μέσο νεύρο, το οποίο παρέχει κινητικότητα στον αντίχειρα, εφόσον νευρώνει τους μύες του θέναρος στη βάση του, αλλά και αισθητικότητα στον αντίχειρα, τον δείκτη, τον μέσο και σε ένα τμήμα του παράμεσου.

Πώς προκαλείται το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα;

Πολύ συχνά παρατηρούνται οιδήματα ή πάχυνση του εγκάρσιου συνδέσμου, με αποτέλεσμα να σημειώνεται μείωση της διατομής του σωλήνα και να πιέζονται οι τένοντες και το μέσο νεύρο που διέρχονται μέσα από αυτόν. Ωστόσο, οι τένοντες είναι ανθεκτικότεροι στην αυξημένη πίεση σε σχέση με το μέσο νεύρο, οπότε προκαλούνται βλάβες που σχετίζονται κυρίως με τη λειτουργικότητα του μέσου νεύρου.

Πηγή Εικόνας: team-prestige.com

Ποια είναι τα αίτια;

Παρόλο που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει μια εμφανής αιτία, υπάρχουν ορισμένες καταστάσεις που έχουν ενοχοποιηθεί για την αυξημένη πίεση που δέχεται το μέσο νεύρο μέσα στον καρπιαίο σωλήνα όπως:

  • Η κληρονομικότητα, καθώς ορισμένοι άνθρωποι φαίνεται πως έχουν στενότερο καρπιαίο σωλήνα, σε σχέση με το φυσιολογικό μέγεθος (συγγενής στενός καρπιαίος σωλήνας)
  • Διάφορες παθολογικές καταστάσεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και οι θυρεοειδοπάθειες
  • Τραυματισμοί στο χέρι ή στον καρπό και κατάγματα περιφερικού τμήματος του αντιβραχίου
  • Η χρόνια χειρωνακτική εργασία
  • Ορμονικές διαταραχές που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια θεραπειών με αντισυλληπτικά, αλλά και κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης, προκαλούν συχνά κατακράτηση υγρών και κατά συνέπεια οιδήματα ακόμη και στην περιοχή του καρπού. Ως επί τον πλείστον, όμως, τα συμπτώματα υποχωρούν 1-2 εβδομάδες μετά τον τοκετό
  • Τοπικοί όγκοι στην περιοχή του καρπού.

Αν και συχνά στοχοποιείται και η συχνή χρήση πληκτρολογίου για τη μείωση της διατομής του καρπιαίου σωλήνα, σύμφωνα με νέες στατιστικές μελέτες η συνήθεια αυτή δε φαίνεται να σχετίζεται με το συγκεκριμένο σύνδρομο.

Ποια είναι τα συμπτώματα που παραπέμπουν σε Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα;

Τα κυριότερα συμπτώματα θεωρούνται το μούδιασμα και ο πόνος στην περιοχή του καρπού, και ευρύτερα του χεριού, που μπορούν να φθάνουν ακόμη και μέχρι τον ώμο. Οι ασθενείς ταλαιπωρούνται από το μούδιασμα κυρίως στον ύπνο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο καρπός παίρνει αυτομάτως θέση κάμψης, συνθήκη που στενεύει ακόμη περισσότερο τον καρπιαίο σωλήνα. Επιπλέον, πολλοί ασθενείς παραπονιούνται για αλλοιωμένη αίσθηση στα δάκτυλα, αλλά και για αίσθηση ηλεκτρικού ρεύματος. Σε προχωρημένο στάδιο, οι μύες του θέναρος του αντίχειρα αρχίζουν να ατροφούν, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να δυσκολεύονται να συγκρατούν αντικείμενα και να αντιμετωπίζουν προβλήματα στη λεπτή κινητικότητα, όπως στο κούμπωμα ενός πουκαμίσου, την οδήγηση και το κράτημα ενός βιβλίου.

Πηγή Εικόνας: schreibermd.com

Πώς διαγιγνώσκεται το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα;

Η υποψία ύπαρξης του συνδρόμου δημιουργείται συνήθως μετά τη λήψη ιστορικού από τον ασθενή που προσέρχεται στον θεράποντα ιατρό, αφού ταλαιπωρείται από τα παραπάνω συμπτώματα.

Κατά την τυπική κλινική εξέταση, στην οποία ελέγχεται τόσο η αισθητικότητα όσο και η μυϊκή ισχύς του χεριού, μπορεί να διαπιστωθεί εύκολα το σύνδρομο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συνιστάται προς επιβεβαίωση και η εφαρμογή ηλεκτρομυογραφήματος, κατά το οποίο ελέγχεται η ηλεκτρική αγωγιμότητα των νεύρων του χεριού. Ωστόσο, στα αρχικά στάδια μπορεί να είναι αρνητικό, γι΄ αυτό συχνά απαιτείται επανεξέταση.

Οι θεραπευτικές επιλογές είναι αρκετές. Σε γενικές γραμμές, όσο πιο γρήγορα εντοπίζεται το σύνδρομο τόσο πιο εύκολα και αποτελεσματικότερα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Αρχικά, στα πρώτα στάδια του συνδρόμου επιχειρείται συντηρητική θεραπεία. Αυτή περιλαμβάνει:

  • Τροποποίηση των καθημερινών δραστηριοτήτων που καταπονούν τον καρπό
  • Χρήση νάρθηκα για διατήρηση του καρπού σε ουδέτερη θέση, ιδίως τις ώρες της ημέρας που παρατηρείται έξαρση των συμπτωμάτων
  • Χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, με στόχο την ανακούφιση του πόνου
  • Τοπική έγχυση κορτιζόνης για προσωρινή αντιμετώπιση, όταν τα συμπτώματα επιμένουν.

Σε περίπτωση που η συντηρητική αντιμετώπιση αποτύχει, ιδίως όταν το σύνδρομο έχε φτάσει σε προχωρημένο στάδιο και παρατηρείται μυϊκή αδυναμία, απαιτείται χειρουργική θεραπεία. Συγκεκριμένα προτείνονται:

  • Χειρουργική Τεχνική: στόχο αποτελεί η επίτευξη διατομής του εγκάρσιου συνδέσμου, ώστε να απελευθερωθεί το μέσο νεύρο. Η τομή είναι ελάχιστων εκατοστών και πραγματοποιείται στο μέσο της παλάμης, πάνω από τον καρπιαίο σωλήνα με τοπική αναισθησία. Η επέμβαση διαρκεί 10-15 λεπτά και δεν απαιτείται νοσηλεία.
  • Αρθροσκοπική Τεχνική: στόχο συνιστά επίσης η διατομή του εγκάρσιου συνδέσμου με ειδικό μικροσκοπικό μαχαιρίδιο, το οποίο καθοδηγείται από τον χειρουργό μέσω μικροσκοπικής κάμερας. Η τομή 1-2 εκατοστών δεν πραγματοποιείται στην παλάμη, αλλά κεντρικότερα στον καρπό. Η τεχνική αυτή διαρκεί 5-10 λεπτά και απαιτεί τοπική αναισθησία.

Η αρθροσκοπική μέθοδος πλεονεκτεί σε σχέση με το ανοιχτό χειρουργείο καθώς:

  • Είναι λιγότερο επώδυνη
  • Η ανάρρωση πραγματοποιείται ταχύτερα
  • Το χέρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύντομα σε απλές καθημερινές λειτουργίες
  • Δεν παραμένουν ουλές μετά το χειρουργείο.

Πιθανές επιπλοκές μετά από χειρουργείο μπορεί να περιλαμβάνουν κάποιο αιμάτωμα, μόλυνση στην περιοχή και σε ακραίες περιπτώσεις, βλάβη του νεύρου.

Αναφορικά με την ανάρρωση, χρειάζεται να ακολουθηθούν ορισμένες οδηγίες. Συγκεκριμένα, μετά το χειρουργείο, το χέρι θα πρέπει να παραμείνει δεμένο με επίδεσμο και να βρίσκεται σε ανάρτηση, ώστε να μην πρηστεί. Τα ράμματα συνήθως αφαιρούνται μετά από 2 εβδομάδες. Συνήθως, απαιτείται άμεση κίνηση των δακτύλων, προκειμένου να αποφευχθεί κάποιο οίδημα.

Το αίσθημα του πόνου και το μούδιασμα υποχωρούν πολύ γρήγορα μετά το χειρουργείο, ενώ η μυϊκή αδυναμία παραμένει για ένα επιπρόσθετο χρονικό διάστημα, ανάλογο της διάρκειας κατά την οποία το νεύρο πιεζόταν. Συνήθως, οι ασθενείς επιστρέφουν πολύ σύντομα στις καθημερινές τους δραστηριότητες, ακόμα και στην οδήγηση, με μοναδική προτροπή την αποφυγή εργασιών κατά το πρώτο διάστημα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα, osteon.gr. Διαθέσιμο εδώ
  • Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα: Πώς εκδηλώνεται και πώς θεραπεύεται, hygeia.gr. Διαθέσιμο εδώ

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παναγιώτα Βέργου
Γεννήθηκε το 2002 στην Τρίπολη Αρκαδίας όπου και μεγάλωσε. Σπουδάζει από το 2020 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Στον τομέα της επιστήμης που επέλεξε, την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η θέση της γυναίκας - τόσο ως επιστήμονας όσο και ως ασθενής - και, φυσικά, η ανέλιξη αυτής. Στον ελεύθερό της χρόνο, ασχολείται με τον αθλητισμό, την ανάγνωση βιβλίων και με τις ξένες γλώσσες καθώς διαθέτει πτυχία αγγλικών και γερμανικών.