23.5 C
Athens
Κυριακή, 29 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαO ρόλος της τραπεζικής εποπτείας και της ρευστότητας κατά την οικονομική κρίση

O ρόλος της τραπεζικής εποπτείας και της ρευστότητας κατά την οικονομική κρίση


Της Ιωάννας Χριστακοπούλου,

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, που ξεκίνησε με τη φούσκα των ακινήτων και την πιστωτική έκρηξη το 2007 και κορυφώθηκε με την κατάρρευση των κατοικιών και την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, οδήγησε σε παγκόσμια ύφεση και απώλεια εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παρά τα λίγα θετικά σημάδια σε βασικούς οικονομικούς δείκτες, η παγκόσμια οικονομία το 2022 παραμένει εύθραυστη και αβέβαιη. Οι πρόσφατες χρηματοπιστωτικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από την παγκόσμιά τους κλίμακα, στην οποία μια καθοδική οικονομική σπείρα σε μια χώρα εξαπλώνεται γρήγορα σε άλλες χώρες. Η πρόσφατη κρίση κρατικού χρέους στην Ελλάδα είχε σοβαρές μεταδοτικές επιπτώσεις σε άλλες χώρες στην Ευρώπη και όχι μόνο. Η έκταση και ο αντίκτυπος αυτών των κρίσεων ποικίλλει ανά χώρα, γεγονός που εγείρει ένα σημαντικό ερευνητικό ερώτημα για την εξέταση των καθοριστικών παραγόντων, που επηρεάζουν τον βαθμό και τη συχνότητα των χρηματοπιστωτικών κρίσεων.

Πηγή εικόνας: philenews.com

Αξίζει να σημειωθεί ότι, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε διάφορες κομητείες εισήγαγαν πιο προληπτικούς κανονισμούς, οι οποίοι αφορούσαν κυρίως δύο πτυχές των εργασιών των τραπεζών: το επίπεδο κεφαλαίου τους και τις μη τραπεζικές δραστηριότητες. Ωστόσο, οι επιπτώσεις των αυστηρότερων ρυθμίσεων στις εργασίες των τραπεζών φαίνεται να είναι ασαφείς. Για παράδειγμα, πρόσφατη έρευνα ανέφερε αντικρουόμενα στοιχεία σχετικά με τις επιπτώσεις των περιορισμών δραστηριότητας στη σταθερότητα των τραπεζών.

Η βιβλιογραφία υποδηλώνει ότι το επίπεδο αυστηρότητας των κανονισμών μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα των τραπεζών να δημιουργούν ρευστότητα, καθώς ένα αυστηρότερο ρυθμιστικό περιβάλλον είναι πιθανό να μειώσει την έκθεση των τραπεζών σε υπερβολικό κίνδυνο. Όταν οι τράπεζες δημιουργούν ρευστότητα στην αγορά, εκτίθενται σε κίνδυνο ρευστότητας. Παρόλα αυτά, δύναται οι τράπεζες με υψηλότερα επίπεδα ικανότητας ανάληψης κινδύνου να είναι σε θέση να δημιουργήσουν περισσότερη ρευστότητα.

Η υπόθεση απορρόφησης κινδύνου υποδηλώνει ότι ένας υψηλότερος δείκτης κεφαλαίου μπορεί να βοηθήσει τις τράπεζες να απορροφήσουν τον κίνδυνο, που σχετίζεται με τη δημιουργία ρευστότητας. Οι περιορισμοί στις δραστηριότητες των τραπεζών μπορούν, επίσης, να περιορίσουν την έκθεση των τραπεζών σε υπερβολικά επικίνδυνα εγχειρήματα. Η παρεμπόδιση των τραπεζών από το να εμπλέκονται σε πολύπλοκες και άσχετες με τις βασικές επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, όπως η ασφάλιση και η αναδοχή τίτλων ή οι επενδύσεις σε ακίνητα, μπορεί να μειώσει την έκθεσή τους στον τυχόν τοξικό κίνδυνο αυτών των δραστηριοτήτων.

Επομένως, μπορούμε να αναμένουμε ότι υψηλότερα επίπεδα κεφαλαιακών απαιτήσεων ή/και περισσότεροι περιορισμοί στις δραστηριότητες των τραπεζών είναι πιθανό να έχουν θετικό αντίκτυπο στη δημιουργία ρευστότητας. Επιπλέον, οι περιορισμοί δραστηριότητας μπορούν να ενθαρρύνουν τις τράπεζες να δημιουργήσουν περισσότερη ρευστότητα, επεκτείνοντας τον δανεισμό τους και αυξάνοντας το περιθώριο επιτοκίου τους.

Από την άλλη, ενέργειες, όπως η μερική ασφάλιση των καταθέσεων, μπορεί να καταστήσουν τις τράπεζες πιο ευάλωτες σε τραπεζικές καταθέσεις. Διαδοχικά, αυτό μπορεί να παρεμποδίσει την ικανότητα των τραπεζών να απορροφήσουν τον κίνδυνο που σχετίζεται με τη δημιουργία ρευστότητας και, έτσι, να οδηγήσει σε συρρίκνωσή της. Επομένως, μπορεί να αναμένουμε ότι ένα υψηλότερο επίπεδο επίσημης εποπτικής εξουσίας ή/και περισσότερες ενέργειες για τον μετριασμό του ηθικού κινδύνου αποθαρρύνει τις τράπεζες να δημιουργήσουν ρευστότητα.

Επισημαίνεται δε ότι  κεφαλαιακή ρύθμιση μετρά τον βαθμό, στον οποίο οι τράπεζες έχουν ρυθμιστικούς περιορισμούς στο ποσό του απαιτούμενου κεφαλαίου και η ιδιωτική παρακολούθηση είναι ο βαθμός, στον οποίο οι κανονισμοί επιτρέπουν στον ιδιωτικό τομέα να παρακολουθεί τις τράπεζες. Το μέτρο των κρατικών τραπεζών αντικατοπτρίζει τον βαθμό, στον οποίο τα περιουσιακά στοιχεία του τραπεζικού συστήματος είναι κρατικά και η επίσημη εποπτική εξουσία δείχνει τον βαθμό, στον οποίο η εποπτική αρχή μιας εμπορικής τράπεζας μιας χώρας έχει την εξουσία να λαμβάνει διορθωτικά μέτρα.

Πηγή εικόνας: financescp.net

Τέλος, αξίζει να επισημανθεί ότι παρά το γεγονός ότι ρυθμιστικά πλαίσια, όπως η Βασιλεία III, έχουν συμφωνηθεί διεθνώς, οι ρυθμιστικές αρχές των τραπεζών σε κάθε χώρα έχουν την ελευθερία να κάνουν τροποποιήσεις ανάλογα με την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος της χώρας τους και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Τόσο οι κεφαλαιακές απαιτήσεις όσο και οι περιορισμοί δραστηριότητας υπήρξαν βασικά στοιχεία της ρυθμιστικής ατζέντας μετά το 2009, με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων, που προέκυψαν κατά τη διάρκεια/μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και να βοηθήσουν τις τράπεζες να απορροφήσουν καλύτερα τις απροσδόκητες ζημίες. Προς επίρρωση τούτου, παρατηρείται ότι ρυθμιστικά μέτρα, όπως οι ισχυρότεροι περιορισμοί στις τραπεζικές δραστηριότητες και οι ενισχυμένες απαιτήσεις εισόδου έχουν μειώσει την πιθανότητα τραπεζικών κρίσεων. Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσφατα προτεινόμενα ρυθμιστικά μέτρα θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά, διότι οι συνδυαστικές τους επιπτώσεις μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές επιπτώσεις από τις επιμέρους επιπτώσεις.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Kim, T., et al., Role of financial regulation and innovation in the financial crisis. J. Financial Stability (2012)
  • Technology v Technocracy: Fintech as a Regulatory Challenge, Saule T. Omarova, 17 June 2020
  • Bank regulation, supervision and liquidity creation George Kladakis, Lei Chen, Sotirios K. Bellos, February 2022

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ιωάννα Χριστακοπούλου
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Αυτή την περίοδο πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στο ίδιο τμήμα, στην κατεύθυνση «Δίκαιο, Τεχνολογία και Οικονομία». Παράλληλα, σπουδάζει χρηματοοικονομικά με υποτροφία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος. Αντικείμενα του ενδιαφέροντός της είναι το χρηματοπιστωτικό δίκαιο και η αλληλεπίδρασή του με τις νέες τάσεις των χρηματοοικονομικών, ενώ συμμετέχει σε αντίστοιχα συνέδρια. Μιλάει Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά και στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με τον αθλητισμό και τη λογοτεχνία.