12 C
Athens
Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτισμόςΜουσικήΌταν η Μουσική μάχεται τον Φασισμό

Όταν η Μουσική μάχεται τον Φασισμό


Της Σοφίας – Δυσσέλιας Λίτσα, 

Η Τέχνη αντιγράφει τη ζωή. Και πολλές φορές συμβαδίζει μαζί της και προσαρμόζεται και αλλάζει για να την αντέξει. Το ίδιο κάνει και η Μουσική, η εν μελωδία αυτή μορφή Τέχνης με την οποία ο άνθρωπος έμαθε να αποδίδει τα συναισθήματα, τις χαρές και τις λύπες του. Διαχρονικά, η Μουσική έχει αποδείξει πως όταν αντριεύει και θεριεύει, ακόμα και όταν η ζωή τραβάει την ανηφόρα, μπορεί να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα• μπορεί να αφυπνίσει μάζες, να δώσει κουράγιο, δύναμη και ελπίδα. Στον αγώνα απέναντι στο θεριό που ονομάζεται φασισμός η Μουσική έδινε και δίνει τον δικό της αγώνα, αγώνα που δεν επιδέχεται αναπαύσεως καθώς «για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή».

Από το «Σώπα όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» ως το «Ακορντεόν» και το «Γελαστό παιδί», το μήνυμα είναι ένα• δεν θα περάσει ο Φασισμός. Και αυτό είναι το πιο σπουδαίο επίτευγμα της μουσικής. Πως με τρία ακόρντα και 24 γράμματα μπορεί να τσακίσει μορφώματα που προσπαθούν να βάλλουν τις ανθρώπινες αξίες και ιδεώδη. Στη συνέχεια θα γίνει μνεία σε μερικά τραγούδια – σταθμούς στη μάχη κατά του Φασισμού, τραγούδια που σημάδεψαν τον προηγούμενο αιώνα.

ΤΟ ΣΦΑΓΕΙΟ

Ο τεράστιος Μίκης Θεοδωράκης έγραψε το τραγούδι «Σφαγείο» το 1968, μεσούσης της μαύρης 7ετίας, το οποίο ερμηνεύτηκε από τον Αντώνη Καλογιάννη, και αφιερώθηκε από τον συνθέτη στον φυλακισμένο αγωνιστή Ανδρέα Λεντάκη αλλά και σε κάθε φυλακισμένο/βασανισμένο/εξόριστο/νεκρό αγωνιστή της Ελευθερίας. Οι στίχοι αυτού του τραγουδιού περιγράφουν γλαφυρά την καθημερινότητα των ετών εκείνων.

«Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο/

Μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ/

Είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο/

Σήμερα εσύ αύριο εγώ/

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα/

Μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ/

Πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα

τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Που πάει να πει

σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή

βαστάω γερά, κρατάω καλά»

Οι αγωνιστές της εποχής, αλλά και οι απλοί δημοκρατικοί πολίτες που δεν συναινούσαν με το Καθεστώς έμπαιναν στο στόχαστρο και γίνονταν αντικείμενο ελέγχων των Χουντικών και των Ασφαλιτών ανά πάσα στιγμή , ακόμα και «το μεσημέρι στο γραφείο», ενώ η επικοινωνία τους ήταν ανάγκη να γίνεται με συνθηματικά και κτύπους στους τοίχους, εξ ου και το  «τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ».

ΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ 

Το παραδοσιακό ριζίτικο Κρήτης διαδραμάτισε καίριο ρόλο κατά το κρίσιμο έτος 1973. Στις 21 Φλεβάρη του 1973, μετά τις εξαγγελίες του Καθεστώτος για τροποποιήσεις στους νόμους περί τις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τους περαιτέρω περιορισμούς των Πανεπιστημίων, πραγματοποιούνται στο κτήριο της Νομικής Σχολής Αθηνών φοιτητικές συνελεύσεις. Μέχρι το μεσημέρι, περισσότεροι από 4.000 φοιτητές συγκεντρώνονται στο κτήριο της Σόλωνος και από την ταράτσα φωνάζουν συνθήματα, τραγουδούν το «πότε θα κάνει ξαστεριά», ρίχνουν στο δρόμο αυτοσχέδια τρικάκια και προκηρύξεις. Εκατοντάδες απλοί πολίτες πλησιάζουν προς το κτήριο της Νομικής για να συμπαρασταθούν στους φοιτητές, συγκέντρωση που η Αστυνομία διαλύει διά της βίας.

Λίγους μήνες μετά, τον ιστορικό Νοέμβρη του 1973, το ίδιο τραγούδι, δια στάματος όχι μόνο των φοιτητών και του αθηναϊκού λαού αλλά και του ίδιου του Νίκου Ξυλούρη, αντηχεί στον προαύλιο χώρο του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και σε όλη την οδό Πατησίων. Την επομένη της εισβολής του τανκς στο Πολυτεχνείο οι φωτογραφίες στις εφημερίδες της εποχής απεικονίζουν τον ερμηνευτή, πράγμα που οδηγεί στην δίωξή του από το καθεστώς, με τον ίδιο να συνεχίζει την αντιδικτατορική του δράση χωρίς ωστόσο ποτέ να υιοθετεί ο ίδιος τον χαρακτηρισμό του ήρωα.

ΤΟ ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ

Μερικές δεκαετίες πριν το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου 1967, η χώρα μας βρέθηκε και πάλι αντιμέτωπη με το χτικιό που ονομάζεται φασισμός. Κατά την περίοδο της Κατοχής, μία από τις πολλές συμπλοκές ΕΛΑΣιτών και Γερμανών ήταν η λεγόμενη «μάχη της Κοκκινιάς». Οι συγκρούσεις των Ελλήνων πολιτών, των ΕΛΑΣιτών και των μελών της ΕΠΟΝ απέναντι στις κατοχικές δυνάμεις και τους ταγματασφαλίτες ξεκίνησαν στις 4 Μαρτίου 1944 και έληξαν στις 8 του ίδιου μήνα με την υποχώρηση των κατοχικών.

Η μάχη ήταν σκληρή, ακόμα και σώμα με σώμα σε πολλά σημεία ενώ πεδίο μάχης ήταν στα στενά της Κοκκινιάς. Λέγεται, λοιπόν, πως ένα από τα 4 βράδια της συμπλοκής, στην γωνία μίας μεγάλης μάντρας της Κοκκινιάς έπαιζε το ακορντεόν του ένας νεαρός με τέτοιο τρόπο, ώστε να ειδοποιεί τους Έλληνες για τυχόν διερχόμενες κατοχικές δυνάμεις. Ο αρχηγός της ομάδας των Γερμανών δεν καλοείδε τον νεαρό που έπαιζε μόνος του μουσική μέσα στο σκοτάδι και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο έδωσε εντολή να τον εκτελέσουν. Με αφορμή αυτό το γεγονός και τον άδικο χαμό ενός νέου, ο Γιάννης Νεγρεπόντης έγραψε τους στίχους

«Μα ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ’ άλλα

κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν

Γερμανικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα

και μια ριπή σταμάτησε τ’ ακορντεόν»,

καθώς και το υπόλοιπο κομμάτι το οποίο και μελοποίησε ο Μάνος Λοΐζος.

ΛΑΕ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ΤΟΝ ΩΡΩΠΟ

Ο Μίκης Θεοδωράκης φυλακίστηκε σε διάφορες φυλακές της χώρας. Όπως αναφέρει ο ίδιος σε άλλο τραγούδι του, «Αλικαρνασσός, Παρθένι, Ωρωπός, Κορυδαλλός/Ο λεβέντης περιμένει της ελευθερίας το φως». Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις φυλακές του Ωρωπού συνέθεσε το τραγούδι «και συ λαέ βασανισμένε μην ξεχνάς τον Ωρωπό». Όπως μάλιστα αποκάλυψε τον προηγούμενο μόλις μήνα η κόρη του, Μαργαρίτα Θεοδωράκη, σε συναυλία στον ιστορικό χώρο των Φυλακών αυτών, το τραγούδι ξεκίνησε ως ένα στιχάκι που της αφιέρωσε ο πατέρας της, το οποίο αρχικά είχε τη μορφή «και συ παιδί βασανισμένο μην ξεχνάς τον Ωρωπό», μορφή που άλλαξε, χάριν της ηχογράφησης και κυκλοφορίας του τραγουδιού. Το τραγούδι αναφέρεται  στην διάσπαση της οικογένειας λόγω της Χούντας και της εξορίας αλλά και το σκοτάδι στο οποίο βυθίστηκε η χώρα εξαιτίας των Συνταγματαρχών. Είναι γεγονός, πως πέρα από τους εξόριστους/φυλακισμένους αγωνιστές, δυσκολίες αντιμετώπιζαν οι οικογένειες και οι συγγενείς τους καθώς δεν περνούσαν απαρατήρητοι από το καθεστώς και τους φιλικά διακείμενους σε αυτό.

Εν κατακλείδι, είναι σαφές πως εν γένει η Τέχνη και ειδικά η Μουσική έχει τόση δύναμη ώστε να δώσει ελπίδα στον φυλακισμένο, φωνή στον φιμωμένο και δύναμη στον πληγωμένο. Σε κάθε χρονική περίοδο κατά την οποία η χώρα μας ήρθε αντιμέτωπη με θηρία και δαίμονες, και συγκεκριμένα με μορφώματα που ως στόχο έχουν να εκμηδενίσουν την ανθρώπινη αξία, μορφώματα όπως αυτό του φασισμού, η μουσική ήταν και είναι παρούσα, δίνοντας τον δικό της αγώνα, που απ’ ό,τι φαίνεται, είναι νικηφόρος.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Σοφία-Δυσσέλια Λίτσα
Γεννήθηκε το 2002 στη Μαλακάσα Αττικής. Είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, σπουδάζει και κλασικό πιάνο. Στον ελεύθερό της χρόνο διαβάζει Λογοτεχνία, κλασική και αστυνομική, βλέπει Θέατρο και παίζει μπάσκετ. Αγαπημένο της απόφθεγμα το «Είμαστε οι επιλογές μας», του Ζαν-Πωλ Σαρτρ.