Του Αναστάσιου-Φώτιου Τσοχατζίδη,

Στη χώρα μας και στην εποχή μας όλοι μας έχουμε υπάρξει μάρτυρες απεργιακών κινητοποιήσεων και η πραγματικότητα είναι ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών και την κοινή γνώμη. Σύμφωνα μάλιστα και με πρόσφατη έρευνα που δημοσιοποίησε η ΕΚΤ, η χώρα μας κατατάσσεται πρωταθλήτρια στις απεργίες, καθώς από τα 159 επεισόδια γενικών απεργιών στην ΕΕ και τη Νορβηγία για την περίοδο 1980-2006, τα 69 έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα! Συνεπώς, με αφορμή, τόσο τη συχνότητα στην άσκηση αυτού του δικαιώματος στη χώρα μας, όσο και τη μεγάλη σημασία του δικαιώματος αυτού στο πεδίο της προστασίας των εργαζόμενων, αξίζει στο άρθρο αυτό να αναλυθούν τα εννοιολογικά στοιχεία της απεργίας, οι διαφορές της απεργίας από συναφείς μορφές της, καθώς οι προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης του δικαιώματος.

Αρχικά, είναι σημαντικό να τονισθεί πως η απεργία ως δικαίωμα συνδέεται στενά με τη συνδικαλιστική ελευθερία, το δικαίωμα δηλαδή των εργαζομένων να ιδρύουν και να λειτουργούν συνδικαλιστικές οργανώσεις. Παρόλο όμως που ως δικαίωμα η απεργία απορρέει από τη συνδικαλιστική ελευθερία (αρ.23 παρ.1 Σ), κατοχυρώνεται επίσης και ρητώς συνταγματικά στο αρ.23 παρ.2 του Συντάγματος, κάτι που αναμφίβολα υπογραμμίζει και το ενδιαφέρον του συνταγματικού νομοθέτη για την προστασία αυτού του δικαιώματος. Στο άρθρο αυτό του Συντάγματος ορίζεται και ο σκοπός άσκησης του δικαιώματος που είναι η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι εννοιολογικά στοιχεία της απεργίας αποτελούν ο προσωρινός χαρακτήρας της αποχής από την εργασία που δεν γίνεται ατομικά, αλλά συλλογικά από τους εργαζόμενους με στόχο την άσκηση πίεσης στην ισχυρότερη αντίπαλη εργοδοτική πλευρά για τη διεκδίκηση συλλογικών συμφερόντων (συνήθως αυτή η διεκδίκηση καρποφορεί όταν επιτυγχάνεται η σύναψη νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας με ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους).

Η απεργία δεν θα πρέπει να συγχέεται λοιπόν με την επίσχεση εργασίας, επειδή η επίσχεση εργασίας στοχεύει στην ικανοποίηση ατομικών συμφερόντων, ενώ όπως προαναφέρθηκε στόχος της απεργίας είναι η διεκδίκηση συλλογικών συμφερόντων. Επιπλέον, η απεργία διακρίνεται σαφώς από το μποϋκοτάζ, καθώς μολονότι και αυτό αποτελεί μία μορφή πίεσης στον εργοδότη, εκεί οι εργαζόμενοι δεν επιλέγουν να απέχουν από την εργασία αλλά επιδιώκουν να εμποδίσουν τη λειτουργία και πρόοδο της επιχείρησης που εργάζονται με διάφορα μέσα (νόμιμα ή παράνομα). Χαρακτηριστικό και διαχρονικό παράδειγμα μποϋκοτάζ αποτελεί η παραίνεση των εργαζομένων μίας επιχείρησης προς το καταναλωτικό κοινό να μην αγοράζει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της συγκεκριμένης επιχείρησης. Από την άλλη, κατά μία άποψη, συναφής με την απεργία και ισότιμη ως προς τις προϋποθέσεις νόμιμης κήρυξής της είναι η λεγόμενη «λευκή απεργία», ενώ κατά άλλη άποψη αμφισβητείται καθόλα η νομιμότητα της. Το ιδιάζον στοιχείο αυτής είναι ότι οι εργαζόμενοι εκεί δεν απέχουν από την εργασία αλλά μειώνουν την ποσότητα της οφειλόμενης -με βάση τη σύμβασή τους- εργασίας χρησιμοποιώντας ποικίλους τρόπους. Η «λευκή απεργία» επιλέγεται κυρίως χάρη στο γεγονός ότι σε αυτή την ιδιάζουσα μορφή «απεργίας» ο εργοδότης εξακολουθεί να οφείλει το -μειωμένο βέβαια- μισθό στους εργαζομένους που απεργούν.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό αξίζει να τονισθεί ότι μολονότι η απεργία αποτελεί δικαίωμα συνταγματικώς θεμελιωμένο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι απεργίες που λαμβάνουν χώρα είναι νόμιμες. Ειδικότερα, από το Ν.1264/1982 και ειδικότερα από το κεφάλαιο ΣΤ’ και τα αρ.19-22 συνάγονται ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης της απεργίας. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι παρακάτω αναφερόμενες προϋποθέσεις ή δεν έχουν τηρηθεί γενικά οι προϋποθέσεις έναρξης και διεξαγωγής της απεργίας ή τέλος τα αιτήματα της απεργίας κριθούν αντικείμενα σε διατάξεις του νόμου, τότε γίνεται λόγος για παράνομη άσκηση του δικαιώματος της απεργίας και υπάρχει η δυνατότητα να αξιωθεί έννομη προστασία.

Σύμφωνα λοιπόν με το αρ. 19 του Ν.1264/82 και το αρ. 23 παρ2 του Συντάγματος, η απεργία, για να είναι νόμιμη, πρέπει να ασκείται από νόμιμα συστημένη συνδικαλιστική οργάνωση, που είναι αρμόδια για την κήρυξη της συγκεκριμένης απεργίας, δηλαδή με βάση το καταστατικό της και τη μορφή της είναι σε θέση να κηρύξει απεργία στη συγκεκριμένη επιχείρηση, κλάδο κτλ.. Για παράδειγμα, μία κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση είναι αρμόδια να κηρύξει απεργία σε μία επιχείρηση του κλάδου, όμως μία επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση κρίνεται αναρμόδια να κηρύξει απεργία σε όλο τον κλάδο. Επιπροσθέτως, η κήρυξη της απεργίας θα πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο όργανο της εκάστοτε συνδικαλιστικής οργάνωσης, δηλαδή τη Γενική Συνέλευση (ΓΣ) για τις πρωτοβάθμιες οργανώσεις και το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) για τις δευτεροβάθμιες και τη μοναδική τριτοβάθμια στη χώρα μας, τη ΓΣΕΕ (αρ.20 παρ.1). Τέλος, η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία και με τήρηση της απαιτούμενης απαρτίας και πλειοψηφίας του αρ.8 παρ.2 Ν.1264/82.

Εν κατακλείδι, η απεργία αποτελεί ένα δικαίωμα συνταγματικώς κατοχυρωμένο που διαχρονικά αποτελεί το κορυφαίο συλλογικό μέσο πίεσης των εργαζόμενων απέναντι στον εργοδότη. Ωστόσο, η απεργία για να εξασφαλίζει τα εχέγγυα νομιμότητας και να μην γίνεται κατάχρηση στην άσκησή της πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις που τίθενται από το νομοθέτη. Ειδάλλως, χαρακτηρίζεται παράνομη και είναι δυνατή η αξίωση έννομης προστασίας.


Πηγές

Αναστάσης – Φώτης Τσοχατζίδης

Κατάγεται από τις Σέρρες και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο 4ο έτος των σπουδών του στη Νομική του ΑΠΘ. Έχει εμπειρία από επιστημονικά συνέδρια νομικού ενδιαφέροντος, προσομοιώσεις διεθνών οργανισμών, ανταλλαγές φοιτητών Erasmus + και εθελοντικές δράσεις. Αγαπημένες του θεματικές αποτελούν ζητήματα γύρω από το ευρωπαϊκό, εμπορικό και ποινικό δίκαιο. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Λατρεύει τα ταξίδια, την ανάγνωση βιβλίων και την κολύμβηση.