10 C
Athens
Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΟικονομίαΕθνική Οικονομία - Συμβόλαιο με τον λαό

Εθνική Οικονομία – Συμβόλαιο με τον λαό


Του Νικόλα Λιαροδήμου,

Σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, η 3η κάθε Σεπτέμβρη δεν θα περάσει αδιάφορη. Η ίδρυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ το 1974 σημάδεψε τη μεταπολίτευση, αφού συνέβαλλε καταλυτικά στην έκφραση του πολιτικού χώρου από το κέντρο έως και την αριστερά.
Επτά χρόνια μετά τη δημιουργία του, το ΠΑ.ΣΟ.Κ κλήθηκε πανηγυρικά να αναλάβει την εξουσία του τόπου. Επικεφαλής ο Ανδρέας Παπανδρέου και ακόλουθοί του άνθρωποι ως επί το πλείστον προερχόμενοι από τα λαϊκά στρώματα. Η άμεση αυτή σχέση του κόμματος με την κοινωνία, λόγω του σκοπού να εκφραστεί ο απλός πολίτης, αλλά και λόγω της σύστασης του κόμματος από ανθρώπους του μόχθου, οδήγησε τον Ανδρέα Παπανδρέου να συνάψει ένα «συμβόλαιο με το Λαό». Το συμβόλαιο ήταν μία αναγκαιότητα, που θα ενδυνάμωνε την εμπιστοσύνη του λαού απέναντι στο κράτος, αποτινάσσοντας το φόβο που του καλλιεργούσε η Δεξιά. Στην προσπάθεια αυτή, δίνεται στο λαό η εξουσία, όπως αποτυπώθηκε στο σύνθημα «Το ΠΑ.ΣΟ.Κ στην κυβέρνηση και ο λαός στην εξουσία». Το επιδιωκόμενο έργο, μέσα από το συμβόλαιο, αφορά όλους τους τομείς της καθημερινότητας μέσα από την οποία προέκυψε, έτσι ο πολίτης αντιλαμβάνεται πως ο ίδιος αποτελεί το θεματοφύλακα των αλλαγών που έρχονται.

Βασικός πυλώνας υλοποίησης του συμβολαίου ήταν η οικονομία, η σταθεροποίηση και μεγέθυνση της οποίας ήταν απαραίτητη για την περαιτέρω ανάπτυξη του κράτους και των δομών του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Δεξιά είχε χάσει τον έλεγχο, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός και η ύφεση να ακολουθούν αυξητικές ροές, κάτι που αποτελούσε και το άμεσο πρόβλημα. Στην προσπάθειά της να ελέγξει την αποσταθεροποίηση, η Δεξιά είτε λάμβανε μέτρα για την πτώση των τιμών, που όμως εμπόδιζαν την ανάκαμψη, είτε τόνωνε την οικονομία με μέτρα που αύξαναν τον πληθωρισμό. Ταυτόχρονα, τα κίνητρα για επενδύσεις που θεωρητικά αφορούσαν κάθε δραστηριότητα, εν τέλει ωφελούσαν μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι τελευταίες είχαν την «πολυτέλεια» να δραστηριοποιούνται άνευ φόβου, μιας και ο κρατικός μηχανισμός ήταν φιλικά διακείμενος προς το κεφάλαιο. Στον αντίποδα, η αγοραστική δύναμη του πλήθους των καταναλωτών (εργάτες και αγρότες) το ίδιο διάστημα ήταν εξαιρετικά ισχνή, λόγω των χαμηλών εισοδημάτων και της ανεργίας.

Στο ιδιόμορφο αυτό οικονομικό κλίμα, η κυβέρνηση που εκλέχθηκε το 1981 και έχοντας προσχεδιάσει την οικονομική της πολιτική, προχώρησε σε βαθιές τομές εξυγίανσης του συστήματος, αποδίδοντας δικαιοσύνη και έχοντας φιλολαϊκή κατεύθυνση. Δεδομένου του άτυπου διχασμού που υπήρχε ακόμα στην ελληνική κοινωνία, ο ανίσχυρος μέχρι τότε απλός πολίτης, έπρεπε να ενδυναμωθεί. Για το σκοπό αυτό, ο έλεγχος τιμών βασικών προϊόντων και υπηρεσιών διασφάλισε την πάταξη της αισχροκέρδειας. Στο ίδιο μήκος, οι εμπορικοί φορείς λαϊκής βάσης που δημιουργήθηκαν έδωσαν ώθηση στην παραγωγικότητα και παραλείποντας τους μεσάζοντες, αύξησαν τα λαϊκά εισοδήματα.

Η αποτελεσματικότερη στόχευση των δημοσίων επενδύσεων και ο δραστικός περιορισμός της φοροδιαφυγής (κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων) αναδιένειμαν το διαθέσιμο εισόδημα, εμπεδώνοντας το αίσθημα ισότητας. Ευρύτερα, ο περιορισμός από την ξένη εξάρτηση και η  ισχυροποίηση της εθνικής έναντι της κοινοτικής απόφασης, ήταν μέτρα που ώθησαν τη διαμόρφωση των ελληνικών στόχων μεσοπρόθεσμης, αλλά και μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης, να εναρμονιστούν καλύτερα με τις απαιτήσεις της παρακμάζουσας μέχρι τότε οικονομίας και να την ωθήσουν σε ταχύτερη ανάπτυξη. Στο περιβάλλον αυτό, αναγκαία ήταν η εισροή κεφαλαίου από το εξωτερικό με τη μορφή επενδύσεων. Υπό τις αυστηρές παραγωγικές προϋποθέσεις και τους όρους διαφανούς λειτουργικής εξέλιξης και σεβασμού του ελληνικού δικαίου που τέθηκαν από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ, η ξένη επένδυση συμμορφώθηκε και λειτούργησε ως μοχλός επιπλέον ανάπτυξης. Με την ίδια λογική, της παραγωγικής κατεύθυνσης, και όχι της διορθωτικής, αντιμετωπίστηκε και ο εξωτερικός δανεισμός, ο οποίος εντάχθηκε σε ένα εθνικό -ολοκληρωμένο- πρόγραμμα ορθής διαχείρισης.

Βλέποντας το θέμα των εγχωρίων πηγών ενέργειας δυναμικά και όχι στατικά, η κυβέρνηση του 1981 προχωρά σε απογραφή των ενεργειακών πόρων της χώρας, παραδοσιακές πηγές ενέργειας (κοιτάσματα Πρίνου & Υδροηλεκτρικά) αξιοποιούνται περαιτέρω, ενώ ήδη από την εποχή εκείνη το ενδιαφέρον στρέφεται προς την ηλιακή και την αιολική ενέργεια. Την ίδια στιγμή, ο περιορισμός της ενεργειακής σπατάλης οδηγεί τη χώρα σε ενεργειακή ενδυνάμωση, αφού οι πηγές αυξάνονται και η κατανάλωση μειώνεται.

Η εσφαλμένη παραγωγική κατεύθυνση της βιομηχανικής παραγωγής, που παρήγαγε κατά βάση πρώτες ύλες, με αποτέλεσμα την εξαγωγή και την εκ νέου εισαγωγή τους ως προϊόντα, ανακόπηκε. Οι βιομηχανίες, ως κανάλια διαρροής κεφαλαίου προς το εξωτερικό που ευνοούσε η Δεξιά, μετατράπηκαν σε πολλαπλασιαστές του εθνικού πλούτου, αφού στράφηκαν στην ανάπτυξη κλάδων που μπορούσαν να αποδώσουν ποιοτικές ποσότητες και να καλύψουν κενά της ελληνικής αγοράς βλέποντας ταυτόχρονα την εξαγωγή ως εφικτή δράση. Ο εκσυγχρονισμός του εξοπλισμού οδήγησε την παραγωγική διαδικασία σε καθετοποίηση. Με τον τρόπο αυτό αυτονομήθηκε η εγχώρια παραγωγή  από την εξωτερική εξάρτηση.

Θεωρώντας την ελληνική επαρχία ως τη ραχοκοκαλιά της πατρίδας μας, την οποία θυσίασε η Δεξιά στο βωμό του επιχειρηματικού κέρδους, η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ ανέκοψε την κατρακύλα βάζοντας γερές βάσεις αγροτικής ανάπτυξης. Ένα εθνικό σχέδιο επιλογής καλλιεργειών αλλά και η βελτίωση της αγροτικής υποδομής ώθησαν σε μείωση των ανισοτήτων. Η ενδυνάμωση του Έλληνα αγρότη μέσα από την  εξασφάλιση της ιατροφαρμακευτικής του περίθαλψης, την ανεξαρτητοποίηση της αγρότισσας, και την συνεισφορά του κράτους στην παραγωγή και ακόμα η συμμετοχή του αγρότη στη λήψη των αποφάσεων, η ασφάλιση των καλλιεργειών και η διανομή γης, ήταν οι εναρκτήριες και αναγκαίες αλλαγές. Ακολούθησαν ακόμα η αποκέντρωση, η βελτίωση των εκπαιδευτικών υποδομών της επαρχίας καθώς και των υποδομών υγείας και πρόνοιας, ώστε η ζωή στην επαρχία να γίνει φιλικότερη στον κάτοικο της.

Η παραδοσιακά ισχυρή εμπορική ναυτιλία που απαιτούσε σύγχρονους λιμένες, εμπορική διασύνδεση και υποστηρικτικές δομές όπως τη ναυπηγοεπισκευή, είδε τα αιτήματά της να ικανοποιούνται. Η ενδυνάμωση της μικρής οικογενειακής επιχείρησης που δραστηριοποιείται στην υποστήριξη, ανανέωσε τη σχέση της μικρομεσαίας μονάδας με τη ναυτιλία. Ταυτόχρονα, η αναθεώρηση της ναυτιλιακής νομοθεσίας και η επίλυση των προβλημάτων του Έλληνα ναυτεργάτη, ξεκαθάρισαν το μέχρι πρότινος θολό τοπίο και οδήγησαν τη ναυτιλιακή δραστηριότητα σε διεύρυνση και ανάπτυξη.

Ο τουρισμός που αντιμετωπίστηκε από τη Δεξιά ως πηγή συναλλάγματος, αναθεωρήθηκε ως κλάδος με οικονομικές αλλά και πολιτιστικές, καθώς επίσης και κοινωνικές διαστάσεις. Εξορθολογίστηκε η δανειοδότηση των μεγάλων μονάδων με το σκοπό της χρήσης τους, και εναρμονίστηκε η ανάπτυξη του τουρισμού με τους άλλους κλάδους της παραγωγικής οικονομίας. Η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου αλλά και η διεύρυνση των προορισμών, υποστηρίχθηκαν με έργα υποδομής, ενώ προωθήθηκε σε κάθε περίπτωση η οικογενειακή δραστηριότητα.

Το τραπεζικό σύστημα, ως διαχειριστής της χρηματικής ροής όλων των παραπάνω κλάδων, έπαψε να είναι συντελεστής αθέμιτου πλουτισμού των λίγων. Οι τράπεζες έγιναν μοχλός ανάπτυξης. Επιβλήθηκαν αυστηροί όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας και όρια κέρδους, δίνοντας κάποιες φορές το δικαίωμα στον πολίτη στη λήψη αποφάσεων (π.χ. Αγροτική). Ο προσανατολισμός κάποιων ιδρυμάτων στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων τομέων της ελληνικής οικονομίας, οδήγησε σε εξειδίκευση και αυτή με τη σειρά της σε αποτελεσματικότητα, οι οποία μετατράπηκε σε κινητήριος δύναμη των μικρομεσαίων.

Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ, για τους παραπάνω λόγους (που παρουσιάστηκαν συνοπτικά) και για πολλούς ακόμα που καλύπτουν όλο το φάσμα της ζωής του τόπου, έγινε η επίσημη αγαπημένη μίας μεγάλης μερίδας της ελληνικής κοινωνίας. Πολύ περισσότερο, μέσα από τη δράση της, με τα λάθη και τις παραλείψεις, αλλά κυρίως με τις μεγάλες της πρωτοβουλίες, έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας!


Νικόλας Λιαροδήμος

Γεννήθηκε το 1996 στην Πάτρα και μεγάλωσε στο Μάνεσι Τριταίας. Σπούδασε οικονομικά, με την παραγωγική οικονομία να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Πιστεύει στη δύναμη του Έλληνα να παράγει και να καινοτομεί έχοντας αδυναμία στον πρωτογενή τομέα, στα σπλάχνα του οποίου ενηλικιώθηκε.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νικόλας Λιαροδήμος
Γεννήθηκε το 1996 στην Πάτρα και μεγάλωσε στο Μάνεσι Τριταίας. Σπούδασε οικονομικά, με την παραγωγική οικονομία να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Πιστεύει στη δύναμη του Έλληνα να παράγει και να καινοτομεί έχοντας αδυναμία στον πρωτογενή τομέα, στα σπλάχνα του οποίου ενηλικιώθηκε.