16.4 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΗ τύχη του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το τέλος των Βαλκανικών...

Η τύχη του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων έως την Απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη


Της Χριστίνας Φλωράκη,

Οι τύχες του Ελληνισμού στις περιοχές της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι την Μικρασιατική Εκστρατεία και την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, ήταν αιματηρές. Από τη Θράκη, τον Πόντο μέχρι τα βάθη της Μικράς Ασίας ο Ελληνισμός βίωσε στιγμές πόνου και αγωνίας, με την αντίστροφη μέτρηση για τον Ελληνισμό να ξεκινάει από το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων το 1913 και να κορυφώνεται το 1919 με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και την αρχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας ή αλλιώς του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1919-1922.

Το προοίμιο των διωγμών: Περίοδος 1909-1913

Το προοίμιο των διωγμών των Ελλήνων ξεκινάει ήδη από το 1909. Η ήδη υπάρχουσα ανάπτυξη του νεοτουρκικού εθνικισμού και η κατάσταση του κρητικού ζητήματος (1909) συνέβαλε στη δημιουργία σοβαρής έντασης των σχέσεων Ελλάδας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τους πρώτους εμπορικούς αποκλεισμούς κατά των Ελλήνων να πραγματοποιούνται την ίδια χρονιά. Χαρακτηριστική είναι μάλιστα και η δήλωση του στρατηγού Μαχμούτ Σεβκέτ Πασά ότι, «αν η Ελλάδα δεν παραιτούνταν επίσημα από τις διεκδικήσεις της στην Κρήτη, θα ερχόταν να πιει τον καφέ του στην Ακρόπολη», δηλώνοντας καθαρά την προκλητική του στάση προς την Ελλάδα και την αρχή μιας μεγάλης πολυτάραχης έχθρας. Τα εμπορικά μέτρα που εφαρμόστηκαν εξελίχθηκαν σε προσπάθεια καταστροφής των Ελλήνων εμπόρων, παραγωγών και μεταφορικών επιχειρήσεων που ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος του εισαγωγικού-εξαγωγικού εμπορίου και τις θαλάσσιες μεταφορές. Το μέτρο κράτησε, με λιγότερη ή περισσότερη κατά περιόδους ένταση, μέχρι τον Οκτώβριο του 1911, όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ, την ίδια περίοδο, πολλοί Έλληνες, που υπηρετούσαν σε δημόσιες υπηρεσίες, απολύθηκαν.

Έπειτα, ο ελληνικός πληθυσμός της Μακεδονίας, το καλοκαίρι του 1909, έλαβε εντολή για αφοπλισμό και στη συνέχεια το μέτρο επεκτάθηκε, στοχεύοντας στην εξόντωση των αγροτών της περιοχής. Σύμφωνα με τους νόμους «Περί Συλλόγων» και «Περί Συμμοριών» του Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 1909, διώχθηκαν οι Σύλλογοι των εθνοτήτων στη Μακεδονία, με Έλληνες υπηκόους και προξένους να απελαύνονται.

Την ίδια περίοδο, οι Έλληνες βουλευτές δεν αποτελούσαν παρά ισχνή μειοψηφία στην Οθωμανική Βουλή και επομένως δεν μπορούσαν να επηρεάσουν τις αποφάσεις του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, που ήλεγχε την πλειοψηφία στη Βουλή. Τη θέση των Νεότουρκων ενίσχυσαν τα ανθελληνικά άρθρα του τουρκικού τύπου, που εξερέθιζαν τα πνεύματα εναντίον των Ελλήνων.

Η ανθελληνική ατμόσφαιρα άρχισε να εντείνεται το 1913, μετά την πτώση του τουρκικού φιλελληνικού κόμματος της «Φιλελεύθερης Ένωσης» και την ανατροπή του Κιαμήλ Πασά από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο (Ιούνιος 1913). Ωστόσο, η Συνθήκη των Αθηνών, τον Νοέμβριο του 1913, με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, δεν έλυσε το σχετικό θέμα της κατακύρωσης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα επιδείνωσε τις ήδη διαταραγμένες σχέσεις Ελλάδας–Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι διωγμοί στην Ανατολική Θράκη (1913-1914) και τη Δυτική Μικρά Ασία (1914)

Οι πρώτοι διωγμοί εναντίον των Ελλήνων και συγκεκριμένα οι πρώτες δολοφονίες σημειώθηκαν στην Ανατολική Θράκη, την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε από τους Βούλγαρους τον Ιούλιο του 1913. Το χωριό Οικονομείο, στις 25 Ιανουαρίου 1913, έμελλε να είναι το πρώτο μέρος όπου καταγράφεται μαζική σφαγή εναντίον των Ελλήνων. Το χωριό ήταν εντελώς απροετοίμαστο για αυτό που θα ακολουθήσει. Περί τους 500 Τσέτες κατέλαβαν όλη την περιοχή, ξεκίνησαν ανακρίσεις και προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν στοιχεία, που θα αποδείκνυαν ότι οι ντόπιοι είχαν συμμαχήσει με τους Βούλγαρους και τους προσέφεραν βοήθεια στην πολεμική αναμέτρηση. Με την κατηγορία ότι φυγαδεύουν και κρύβουν Βουλγάρους, άρχισαν να οδηγούν τους Έλληνες σε μικρές ομάδες στην παραλία και να τους εκτελούν δια πυροβολισμού. Όποιοι παρέμεναν ζωντανοί, τους χτυπούσαν με τις ξιφολόγχες.

Το 1914, την ημέρα του Πάσχα, στη Θράκη σημειώνονται μαζικοί εκτοπισμοί Ελλήνων. Όπως μαθαίνουμε από τις εφημερίδες της εποχής, στην περιοχή της Στράντζας διακόσιες οικογένειες ξυλοκοπήθηκαν, ενώ τους πήραν και αντικείμενα αξίας, πριν τους απελάσουν.

Καταυλισμός προσφύγων από την Ανατολική Θράκη 1914-1918

Παρόμοια γεγονότα υπήρξαν και σε άλλες περιοχές, όπως στην Ανδριανούπολη, στην Αρκαδιούπολη και τη Βιζύη. Μέχρι την ημέρα του Πάσχα του 1914, οι Τούρκοι λάμβαναν έμμεσα μέτρα, για να τρέψουν σε φυγή τους Έλληνες κατοίκους, όπως εμπορικούς αποκλεισμούς, βαριά φορολογία κ.α. Εκείνη η μέρα, όμως, άλλαξε τα δεδομένα φέρνοντας στο προσκήνιο δολοφονίες, ομαδικές σφαγές, βασανιστήρια και ένταξη στα τάγματα εργασίας.

Λίγο αργότερα, τον Μάιο του 1914, υπό την καθοδήγηση του γερμανικού στρατού, οι διωγμοί επεκτάθηκαν μέχρι τη Δυτική Μικρά Ασία. Το σύνθημα των Νεότουρκων, «η Τουρκία στους Τούρκους», βρήκε θερμότατη υποστήριξη από τη γερμανική πολιτική, η οποία θέλησε να υποστηρίξει τους Νεότουρκους, ελπίζοντας σε απερχόμενες συμμαχίες. Για τους εκτοπισμούς φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι εμπνευσμένες από Γερμανούς συμβούλους. Έτσι, από τα τέλη του 1913, η διοίκηση του Τουρκικού στρατού πέρασε στον Γερμανό, Λίμαν φον Σάντερς, που εισηγήθηκε την απομάκρυνση των Ελλήνων από τα μέρη που βρίσκονται κοντά με την Ελλάδα. Αυτή η απομάκρυνση αφορούσε τα δυτικά μικρασιατικά παράλια και πιο συγκεκριμένα από το Αδραμύττιο έως απέναντι από τη Σάμο. Η επιχείρηση της εκκένωσης εκδηλώθηκε το ίδιο σε όλους τους οικισμούς. Αρχικά, σημειώθηκε οργανωμένη ανθελληνική εκστρατεία στον τουρκικό τύπο. Δίνονταν οδηγίες για τη διεξαγωγή του εκτοπισμού του ελληνικού πληθυσμού, ενώ υπενθυμίζονταν ότι έπρεπε οι εκτοπισμένοι να υπογράψουν πιστοποιητικά ότι εγκαταλείπουν ηθελημένα τα σπίτια τους, προς αποφυγή πολιτικών ζητημάτων αργότερα. Για αυτό δημιουργήθηκε πρόχειρη χωροφυλακή, αμιγώς από Τούρκους, για να αναλάβει την επιχείρηση της εκκένωσης.

Σύμφωνα με στοιχεία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έως τα τέλη του 1914, εκτοπίστηκαν 153.890 Έλληνες από τα παράλια της Μικράς Ασίας στο εσωτερικό. Οι Έλληνες αυτοί ήταν κυρίως πληθυσμός που δεν κατάφερε έγκαιρα να διαφύγει στην Ελλάδα. Τέλος, στον απολογισμό της πρώτης φάσης του εκτοπισμού, εγγράφεται η εξάρθρωση του ελληνικού εμπορίου, η μείωση των μαθητών στα ελληνικά σχολεία (στην Κωνσταντινούπολη το ποσοστό μείωσης έφτανε μέχρι και το 40%) και η προσφυγιά.

Από την αντίπερα όχθη, η ελληνική αντίδραση δεν άργησε να έρθει, με αποτέλεσμα την εκδήλωση δύο ρηματικών διακοινώσεων προς τους Τούρκους. Μάλιστα, η δεύτερη ήταν αρκετά έντονη, με αποτέλεσμα τη διαλλακτικότερη στάση της Τουρκίας και την ασφάλεια του Αϊβαλί από τους διωγμούς. Εκείνη την περίοδο συμφωνήθηκε και η δημιουργία της Μικτής Επιτροπής για την εκτίμηση της περιουσίας των ανταλλάξιμων πληθυσμών. Ως αποτέλεσμα, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν, όπως θα δείξει και το μέλλον, οι δολοφονίες έναντι του ελληνικού πληθυσμού συνεχίστηκαν, ενώ το έργο της Επιτροπής δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί.

Τα μέτρα της Οθωμανικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο της δεύτερης φάσης των διωγμών (1914-1918)

Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914 δημιούργησε τη δεύτερη φάση των διωγμών εναντίον του Ελληνισμού. Η τακτική του οικονομικού πολέμου φάνηκε να ευδοκιμεί. Έτσι εφαρμόστηκαν σειρά από νέα οικονομικά μέτρα, με αιτιολογία την ικανοποίηση των αναγκών του πολέμου. Πέραν από την κατάργηση των διομολογήσεων, πραγματοποιήθηκαν επιτάξεις με καθαρά εθνικές διακρίσεις εντός του πληθυσμού, ενώ επιτάσσονταν μέχρι και είδη πολυτελείας, με την ίδια αιτιολογία του πολέμου. Την ίδια χρονιά, η οθωμανική κυβέρνηση προχώρησε σε μία πιο αποτελεσματική κίνηση στο πλαίσιο του τουρκικού εμπορικού ανταγωνισμού, ιδρύοντας στη Σμύρνη μια αποκλειστικά μουσουλμανική εταιρεία, η οποία ασκούσε το μονοπώλιο στις εισαγωγές και εξαγωγές. Ταυτόχρονα, απαιτείται η απόλυση Ελλήνων από ξένες επιχειρήσεις στη Σμύρνη, με μουσουλμάνους να παίρνουν τη θέση τους, κάνοντας όσο το δυνατό πιο δύσκολη τη ζωή των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ακόμα και στις μεγάλες πόλεις που γλίτωσαν τους πρώτους διωγμούς. Ένα ακόμη σημαντικό μέτρο της οθωμανικής κυβέρνησης, που αρχικά φαινόταν ως μέτρο προώθησης της ισότητας των μειονοτήτων, ήταν η στρατιωτική θητεία. Το διάταγμα για τη μαζική στρατολόγηση αφορούσε όλους τους Οθωμανούς υπηκόους από 20 έως 45 ετών, ενώ, μετέπειτα, υπήρξε η δυνατότητα εξαγοράς (44 λίρες). Όσοι ήταν πάνω από 45 ετών, υποχρεώθηκαν να εργαστούν στα Τάγματα Εργασίας, με καταναγκαστικά έργα σε λατομεία, ορυχεία, δρόμους και αγρούς. Οδηγούνταν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, σε Άγκυρα, Ικόνιο, Σεβάστεια, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Αυτά τα τάγματα, τα οποία αποκαλούνται και αμελέ ταμπουρού, κάνουν την εμφάνισή τους μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και αφορούσαν μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς, όπως Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους.

Άνδρες στα Τάγματα Εργασίας

Εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος του 1918 περίπου τους 250.000 Έλληνες είχαν χάσει τη ζωή τους σε αυτά τα τάγματα. Έγγραφο Γερμανών διπλωματών προς το Βερολίνο την 12-5-1918 αναφέρει ότι:

«μέχρι το τέλος του 1917 περισσότεροι από 200.000 Έλληνες είχαν καταταγεί, ηλικίας 15 έως 48 ετών. Πολλοί από αυτούς πέθαναν από την κακομεταχείριση, τις ασθένειες, την πείνα και το κρύο».

«Μας έδωσαν ψωμί και σταφίδα. Μόλις φάγαμε ψωμί και σταφίδα, τρελαθήκαμε για νερό. Εγώ κρατήθηκα, δεν έφαγα. Οι σκοποί μας δήλωσαν, ότι θα πιούμε νερό. Εκεί ήταν μια χαβούζα που πέφταν από το εργοστάσιο πετρέλαια, λάδια και ζεστό νερό. Μόλις ακούστηκε η διαταγή, οι πρώτοι που πήγαν να πιουν σκάσανε, γιατί πέσανε οι άλλοι επάνω με την ορμή και τη λαχτάρα για νερό. Θα ΄ταν 30 άνθρωποι»

Μαρτυρία του Αντώνη Σουβατζή από το χωριό Γκιόζ-Τεπέ της Σμύρνης, καθ’ υπαγόρευσή του, τον Σεπτέμβριο του 1968

Οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στα βάθη της Μ. Ασίας (1915-1916)

Ένα ακόμα μέτρο των Οθωμανικών αρχών, στο πλαίσιο του απερχόμενου πολέμου, που αφορούσε αποκλειστικά τους Έλληνες, ήταν οι μετατοπίσεις πληθυσμών από τις ακτές στα βάθη της Μ. Ασίας. Το μέτρο αυτό ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια αλλοίωσης της εθνολογικής σύστασης του μικρασιατικού πληθυσμού, ενώ εξυπηρετούσε το πρόγραμμα των Νεότουρκων για δημιουργία μιας εθνικής Τουρκίας με βαθμιαία εξαφάνιση μειονοτήτων. Στους Ελληνικούς πληθυσμούς ανακοινώθηκε πως η μετατόπισή τους αποσκοπούσε στην προστασία τους από εχθρικούς στόλους.

Οι εκτοπίσεις άρχισαν από την περιοχή του Μαρμαρά και έφτασαν στις πόλεις της Ιωνίας και στον Πόντο. Τον Φεβρουάριο του 1916, εκτοπίστηκαν οι κάτοικοι της Νέας Εφέσου, τον Ιούνιο του Γκιουλ Μπαξέ και του Γιατζιλάς, ενώ το 1917 το Αϊβαλί. Συγκεκριμένα, η χωροφυλακή εμφανιζόταν στον προγραμμένο οικισμό, συγκέντρωνε τους κατοίκους στην πλατεία και τους διέταζε να ετοιμαστούν αμέσως για αναχώρηση, συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνες. Στους εκτοπιζόμενους απαγορεύτηκε η μεταφορά προσωπικών αντικειμένων, ενώ η πομπή ξεκινούσε με άγνωστο προορισμό. Οι συνθήκες μεταφοράς ήταν άθλιες με την ασιτία να κοστίζει τη ζωή σε πολλούς Έλληνες. Οι νέοι τόποι εγκατάστασης ήταν απομονωμένα χωριά της μικρασιατικής ενδοχώρας με αμιγή τουρκικό πληθυσμό. Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους επιζήσαντες εξισλαμίστηκαν αναγκαστικά. Μαρτυρική τύχη επιφυλάχτηκε και για τις κοινότητες Μάκρης και Λιβισίου. Η έκκληση για βοήθεια, που απεύθυναν οι εγκλωβισμένοι στον Άγγλο πρόξενο στη Ρόδο (Ιούλιος 1916), προκάλεσε καινούριο διωγμό, που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο, με αποτέλεσμα να απομένουν στις περιοχές αυτές μόλις 36 οικογένειες από τις 1400. Τα στοιχεία που συνέλεξαν Έλληνες βουλευτές της Τουρκίας υπολογίζουν τα θύματα σε 750.000.

Οι διωγμοί στον Πόντο (1914-1923)

Ένα από τα πιο μελανά κομμάτια της ιστορίας του ελληνισμού, αλλά και τις ίδιας της παγκόσμιας ιστορίας, είναι η διαδικασία εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού στον Πόντο, που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν απόλυτα τις τραγωδίες που βίωσε ο Ελληνισμός την περίοδο 1914-1923.

Οι βιαιοπραγίες ξεκινούν από το 1914 με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο (Α’ φάση των διωγμών στον Πόντο), με τους Έλληνες του Πόντου να στέλνονται σε τάγματα εργασίας, οι οικισμοί να εκκενώνονται και οι λιποτάκτες να εκτελούνται. Η γεωγραφική θέση του Πόντου κοντά στο ρωσο-τουρκικό μέτωπο, όμως είχε σαν αποτέλεσμα να δοκιμάσει εντονότερα τους Πόντιους, σε σχέση με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Συγκεκριμένα, η ήττα της Τουρκίας από τους Ρώσους στο Σαρικαμής (Ιανουάριος 1915) αποδόθηκε στους «Άπιστους» που πολέμησαν στον «Ιερό Στρατό του Προφήτη» και για αυτό το λόγο όλοι οι Έλληνες του Πόντου απομακρύνθηκαν από τον τακτικό στρατό και στρατολογούνταν αποκλειστικά στα τάγματα εργασίας. Τότε πολλοί Έλληνες κατάφεραν να ξεφύγουν και να οργανώσουν άμυνα εναντίον του τουρκικού στρατού στα βουνά, ενώ οι διώξεις εντάθηκαν με την έκδοση διατάγματος για την εξορία όλων των ανδρών ηλικίας 16-46 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. (Δεκέμβριος 1916). Με μέτριους υπολογισμούς εξορίστηκαν, κατά τη διάρκεια του πολέμου, 235.000 Πόντιοι, ενώ 80.000 κατέφυγαν στη Ρωσία. Στην περιοχή της Τραπεζούντας, η συμβολή του μητροπολίτη Χρύσανθου βοήθησε κάπως την έκρυθμη κατάσταση, μετριάζοντας τις διώξεις. Το 1916 ο ρωσικός στρατός θα καταλάβει την περιοχή (Β΄ φάση των διωγμών 1916-1918).

Η Ρωσική κατάληψη της Τραπεζούντας κράτησε σχεδόν δύο χρόνια, ενώ η σταδιακή εγκατάλειψη του Πόντου από τους Ρώσους έγινε με το ξέσπασμα της Σοβιετικής επανάστασης του 1917. Τον Φεβρουάριο του 1918, οι Τούρκοι εισέρχονται και πάλι στον Πόντο με τους Έλληνες να αμύνονται μαχόμενοι ηρωικά. Από εκεί και πέρα, ξεκινά η τρίτη φάση των διωγμών.

Ελευθέριος Βενιζέλος και Μουσταφά Κεμάλ

Παράλληλα, στις 16 Μαΐου του 1919, γίνεται η απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, με απόφαση του «Ανώτατου Συμμαχικού Συμβουλίου» των νικητών συμμάχων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως εφαρμογή της Συνθήκης του Μούδρου (1918), με την οποία έληγε και ο πόλεμος. Όλα φαίνονταν πως θα ήταν πιο ήρεμα από εδώ και πέρα, όμως, δύο μέρες αργότερα, γίνεται η άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ στον Πόντο με τη δράση των άτακτων τσετών κατά των χριστιανικών πληθυσμών να εντείνεται. Τότε ξεκινούν οι μαζικές επιχειρήσεις κατά του τοπικού πληθυσμού με σφαγές και εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου του 1920, πραγματοποιήθηκαν πυρπολήσεις και μαζικές εξοντώσεις 6.000 Ελλήνων. Παράλληλα, την ίδια περίοδο, ο Ελληνικός Στρατός διατηρούσε την τάξη στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό, για να σταματήσει την τραγωδία του Ελληνισμού του Πόντου.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο».

Το 1998, η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου ως «ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Τον Δεκέμβριο 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων.


Βιβλιογραφία


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Χριστίνα Φλωράκη
Γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα και είναι τελειόφοιτη του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Τα ενδιαφέροντά της κυμαίνονται γύρω από τη θρησκειολογία και την ισλαμική ιστορία, ενώ συμμετείχε σε ιστορικά συνέδρια, ημερίδες και σεμινάρια σχετικά με την διαχείριση πολιτισμού. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τη συγγραφή, τα παιχνίδια ρόλων και το αυτοσχεδιαστικό θέατρο.