Της Εύας Μόσχου,

«Όλοι οι άντρες, οποιαδήποτε ποιότητα κι αν έχουν ως άνθρωποι, που έχουν κάνει οτιδήποτε αριστείας, ή που μπορεί να μοιάζουν με την αριστεία, πρέπει, εάν είναι άτομα της αλήθειας και της τιμιότητας, να περιγράψουν τη ζωή τους με το χέρι τους. Αλλά δεν πρέπει να προσπαθούν μια τόσο ωραία δοκιμασία, μέχρι να περάσουν την ηλικία των σαράντα. Αυτό το καθήκον συμβαίνει στο μυαλό μου τώρα που ταξιδεύω, πέρα ​​από τα πενήντα οκτώ χρόνια και είμαι στη Φλωρεντία, την πόλη της γέννησής μου. Μπορώ να θυμάμαι πολλά ανεπιθύμητα πράγματα, όπως συμβαίνει σε όλους όσους ζουν στη γη. Μα από αυτές τις αντιξοότητες είμαι τώρα πιο ελεύθερος από οποιαδήποτε προηγούμενη περίοδο της ζωής μου…».

Benvenuto Cellini, Φλωρεντία, Palazzo Vecchio.

Κάπως έτσι, συνοπτικά και επί της ουσίας, ξεκινά την αυτοβιογραφία του ο, κυρίως γνωστός για το γλυπτικό του έργο, Benvenuto Cellini (1500-1571). Φιλοτέχνησε μέσα στα πλαίσια του κινήματος του Μανιερισμού που, όπως έχουμε ήδη σχολιάσει, επεδίωκε το αινιγματικό, το οποίο συνάμα ήταν κομψό, αλλά όχι επιτηδευμένο. Έδινε, προπάντων, στον καλλιτέχνη την ευκαιρία να επιδείξει την καλλιτεχνική του δεινότητα. Ο Cellini, εκτός από γλύπτης, υπήρξε χρυσοχόος και μουσικός, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του. Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη αντικομφορμιστή, που η ζωή του κάθε άλλο παρά συμβατική χαρακτηρίζεται. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας πρώιμος Caravaggio, καθώς ήταν αντιδραστικός, απόμακρος, κατηγορήθηκε για φόνο, δολοπλοκίες, ενώ πολλάκις αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν. Η ομοφυλοφιλία του ήταν γνωστή, όπως επίσης γνωστό ήταν πως είχε κατηγορηθεί για ασέλγεια σε βάρος ενός μαθητή του. Καταδικάστηκε σε χρηματική αποζημίωση και σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση. Λόγω της καλής του σχέσης με τους Μεδίκους, η φυλάκιση μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Η καλλιτεχνική του σταδιοδρομία δεν γνώρισε σύνορα, καθώς ταξίδευε διαρκώς. Στα δεκαέξι του χρόνια άφησε τη Φλωρεντία και δοκίμασε τις ικανότητές του στην Τοσκάνη, τη Μπολόνια, την Πίζα. Μεγάλος σταθμός του υπήρξε η Ρώμη, όπου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της, το 1527, προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Πάπα Κλήμη Ζ΄. Μετά από μια επιτυχημένη παρουσία στη Γαλλία, στην αυλή του βασιλιά Φραγκίσκου Α΄, επέστρεψε οριστικά στη Φλωρεντία, όπου και πέθανε το 1571.

Η επιστροφή του στη Φλωρεντία, σε ώριμη πλέον ηλικία, τον συνέδεσε με τον Οίκο των Μεδίκων. Το 1545, δέχθηκε μια παραγγελία από τον Δούκα Κόζιμο Α΄ (1519-1574). Θέμα της αποτέλεσε ο ελληνικός μύθος του ήρωα Περσέα, όταν εκείνος αποκεφάλισε τη Μέδουσα. Επρόκειτο να τοποθετηθεί στη Loggia dei Lanzi, στην Piazza della Signoria, όπου ήδη βρίσκονταν άλλα σπουδαία αγάλματα της Αναγέννησης, όπως το έργο «Ιουδίθ και Ολοφέρνης» του Donatello (το πρωτότυπο βρίσκεται στο Palazzo Vecchio), ο «Δαβίδ» του Μιχαήλ Αγγέλου (το πρωτότυπο βρίσκεται στην Galleria dell’ Accademia) και ο «Ηρακλής και Κάκος» του Bandinelli.

Ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας

Το βάθρο

Benvenuto Cellini, Ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας, 1545-1554, λεπτομέρεια: το βάθρο του αγάλματος, μάρμαρο, Φλωρεντία, Loggia dei Lanzi, Piazza della Signoria.

Ας προχωρήσουμε όμως στην περιγραφή του ίδιου του έργου. Κατασκευασμένο από χαλκό, ξεχώριζε μέσα στα υπόλοιπα έργα της πλατείας. Το άγαλμα προβάλει πάνω σε ένα μαρμάρινο βάθρο, το οποίο αν και σχεδιάστηκε από τον γλύπτη, δεν φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο. Τις γωνίες περιτρέχουν περίτεχνα στολίδια, που θυμίζουν ρωμαϊκά έργα ενώ σε κόγχες περιέχονται τέσσερα ανεξάρτητα χάλκινα αγάλματα, του Δία, της Αθηνάς, του Ερμή και της Δανάης, μητέρας του Περσέα.

Το Άγαλμα

Benvenuto Cellini, Ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας, 1545-1554, χαλκός, ύψ. 519 εκ., Φλωρεντία, Loggia dei Lanzi, Piazza della Signoria.

Ο Περσέας στέκεται γυμνός, κρατώντας μόνο το ξίφος του και φορώντας φτερωτά σανδάλια και κράνος. Ο εξοπλισμός του αποτελούσε προσφορά των Ολύμπιων Θεών, της Αθηνάς και του Ερμή, ώστε να εκπληρώσει με επιτυχία την αποστολή του. Νικηφόρος, ανυψώνει με ένταση το αριστερό του χέρι, στο οποίο κρατά το κεφάλι της Μέδουσας, το σώμα της οποίας κείτεται στα πόδια του, σε μια περίεργη συστροφή, με το ένα χέρι να βρίσκεται εκτός βάθρου. Η βιαιότητα που αποπνέει το έργο εντοπίζεται σαφώς στο αίμα, που μοιάζει να ρέει σαν καταρράκτης από το κομμένο κεφάλι αλλά και στο ακέφαλο σώμα, παραδομένο όπως φαίνεται. Στο έργο υπάρχει και η υπογραφή του Cellini, σε δύο σημεία. Αρχικά, σε μια ευανάγνωστη κορδέλα, που τυλίγει τον κορμό του Περσέα. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, αν κανείς εξετάσει προσεκτικά το πίσω μέρος του αγάλματος, θα παρατηρήσει μια αυτοπροσωπογραφία του γλύπτη, ακριβώς πάνω στο κράνος του.

Υλικό

Με μια πρώτη επαφή, το έργο είναι αρκετά αινιγματικό. Ξεκινώντας από το υλικό, ο χαλκός ήταν, πλέον, ξεχασμένος στην κατασκευή αγαλμάτων, μεγάλων διαστάσεων. Ο Cellini όμως προσδοκούσε να αποτελέσει τη διαφορά ανάμεσα στα μαρμάρινα αγάλματα, που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Η επιλογή του αυτή είχε αρκετές δυσκολίες. Το καλούπι του αγάλματος ήταν κατασκευασμένο από κερί. Ο καυτός χαλκός, όταν εισέρχεται στο καλούπι, το λιώνει και όταν «παγώσει» μπορεί ο γλύπτης να αφαιρέσει το καλούπι και να πάρει το άγαλμα. Ο Cellini όμως φιλοδοξούσε να κατασκευάσει το έργο σε ένα ενιαίο κομμάτι, όχι να ενώσει διαφορετικά σκέλη. Αυτό βέβαια στην πράξη ήταν αδύνατο αφού, καθώς ο χαλκός εισερχόταν στο καλούπι, σταδιακά έχανε τη θερμότητά του, σταθεροποιούνταν, προτού προλάβει να φθάσει σε όλα τα σημεία, με αποτέλεσμα το έργο να έμενε ημιτελές. Για να το διορθώσει αυτό ο Cellini όχι μόνο αύξησε περαιτέρω τη θερμοκρασία του υγρού χαλκού, αλλά έφτιαξε ένα κράμα χαλκού, αφού πρόσθεσε ασήμι και κασσίτερο, πετυχαίνοντας να τον κάνει πιο υγρό και λεπτόρρευστο.

Benvenuto Cellini, Ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας, λεπτομέρεια: η αυτοπροσωπογραφία του γλύπτη στο πίσω μέρος του κράνους, 1545-1554, χαλκός, Φλωρεντία, Loggia dei Lanzi, Piazza della Signoria.

Γιατί ο μύθος του Περσέα;

Benvenuto Cellini, Ο Περσέας με το κεφάλι της Μέδουσας, λεπτομέρεια: το κεφάλι, 1545-1554, χαλκός, Φλωρεντία, Loggia dei Lanzi, Piazza della Signoria.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που προκαλεί εντύπωση είναι η αγριότητα αυτού του έργου. Ο Δούκας Κόζιμο Α΄, έχοντας μια στενή σχέση με την ελληνική μυθολογία και όντας και ο ίδιος ιδιαίτερα φιλότεχνος, δεν προχώρησε τυχαία στην επιλογή του συγκεκριμένου μύθου. Η επιβλητική στάση του Περσέα, που με περίσσιο θάρρος εξόντωσε την αποκρουστική Γοργόνα, συμβόλιζε την εκ νέου εγκαθίδρυση των Μεδίκων στη Φλωρεντία και την κυριαρχία του επί των καλλιτεχνικών. Η πολιορκία της Φλωρεντίας το 1530 κατέλυσε την προγενέστερη, εύθραυστη, Δημοκρατία, επιφέροντας εκ νέου την εξουσία στους Μεδίκους. Παράλληλα, το γλυπτό αποτελούσε και μια προσωπική απάντηση του Cellini στους εχθρούς του, καθώς όσο και να προσπαθούσαν να επιφέρουν τον θάνατό του ή έστω και την καλλιτεχνική του αποδυνάμωση, το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να τον αναγάγουν στην καταξίωση, μέσα από το διασημότερο έργο του, που ολοκληρώθηκε το 1554.

Donatello, Ιουδίθ και Ολοφέρνης, 1455-1460, χαλκός, ύψ. 236 εκ. (χωρίς τη βάση), Φλωρεντία, Palazzo Vecchio.

Εκτός βέβαια από τις πολιτικές σκοπιμότητες και τις προσωπικές αντιζηλίες, που διαμόρφωσαν το έργο, υπήρξε και ένας ακόμη λόγος, που συνέτεινε  στη σφοδρότητα με την οποία διαμορφώθηκε ανατομικά το άγαλμα. Από το κεφάλι της Μέδουσας ξεχύνεται αίμα, που σαν κινούμενοι πλοχμοί κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Κυριαρχεί η αίσθηση του θανάτου. Η ίδια αίσθηση κυριαρχεί σε όλη την πλατεία, καθώς κάθε άγαλμα έχει να αφηγηθεί μια παρόμοια ιστορία: τη νίκη του αδύναμου επί του ισχυρού. Η Ιουδίθ, που αποκεφάλισε τον Ολοφέρνη, ο Ηρακλής, που εξουδετέρωσε τον ληστή Κάκο, ο Δαβίδ, που νίκησε τον Γολιάθ, είναι σαφή δείγματα του χαρακτήρα του χώρου, όπου ζητήθηκε να τοποθετηθεί ο Περσέας. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ειδικά το έργο του Donatello, «Ιουδίθ και Ολοφέρνης», έχει μια ξεκάθαρη ομοιότητα με το έργο του Cellini, όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αποκεφαλισμένοι γέρνουν: η παγωμένη έκφραση και το μισάνοιχτο στόμα δηλώνουν ότι έχουν ξεψυχήσει.

Ένα ενδιαφέρον Μανιεριστικό στοιχείο

Το άγαλμα, όπως είπαμε, τοποθετήθηκε στη Loggia dei Lanzi, στο ανατολικό τμήμα της στοάς, σε μια προνομιακή θέση. Γιατί προνομιακή; Με τον τρόπο που έχει στηθεί φαίνεται σαν όλα τα υπόλοιπα αγάλματα της πλατείας να ατενίζουν τον Περσέα με τη Μέδουσα. Τα περισσότερα ήταν κατασκευασμένα από μάρμαρο. Εδώ δημιουργείται μια παραίσθηση, ένα χιουμοριστικό στοιχείο. Στη μυθολογία, η Μέδουσα μετέτρεπε όποιον την κοίταζε σε πέτρα. Έχοντας λοιπόν προσανατολισμό προς αυτήν την κατεύθυνση, τα υπόλοιπα έργα θεωρούνται θύματά της, καθώς βλέποντάς την, πέτρωσαν.

Φλωρεντία, Loggia dei Lanza, Piazza della Signoria.

Βιβλιογραφία

  • Cellini Benvenuto, Η Ζωή του Μπενβενούτο Τσελλίνι, μτφρ. Λεωτσάκος Γεώργιος, Αθήνα 2003.
  • Cole Michael, “Cellini’s Blood”, The Art Bulletin, Vol. 81, No. 2 (1999), σ. 215-235.
  • Gallucci Margaret, Sexuality, Masculinity, and Artistic Identity in Renaissance Italy, Νέα Υόρκη 2005.
  • Trottein Gwendolyn, “Drawing Comparisons: Cellini’s “Perseus Liberating Andromeda” and the Paragone Debate”, Canadian Art Review, Vol. 34, No. 2 (2009), σ. 55-73.

Εύα Μόσχου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997. Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στην Αρχαιολογία και την Ιστορία της Τέχνης. Το 2019 πραγματοποίησε την πρακτική της άσκηση στο Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας Κώστα Κοτσανά, στο Κολωνάκι. Συμμετέχει ενεργά σε σεμινάρια σχετικά με την Τέχνη και τη Μουσειολογία, ενώ επόμενος στόχος της είναι ένα μεταπτυχιακό στον τομέα του Πολιτισμού.