11.5 C
Athens
Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΔημόσια Υγεία και Οικονομία

Δημόσια Υγεία και Οικονομία


Του Γιώργου Κοσματόπουλου,

Με τη σταδιακή επαναφορά στους κανονικούς ρυθμούς ζωής, είναι απολύτως φυσιολογικό να αυξηθούν τα κρούσματα κορωνοϊού, σε σχέση με τις τελευταίες ημέρες της καραντίνας. Είναι επίσης απολύτως λογικό να χαλαρώσουν τα μέτρα προστασίας. Οι άνθρωποι είχαν κουραστεί από τις απαγορεύσεις του προηγούμενου διμήνου, ενώ αισθάνονται πιο ασφαλείς, μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της πρώτης φάσης της πανδημίας. Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τις εικόνες συνωστισμού που καταγράφηκαν κυρίως σε beach bars  αλλά και τις πληροφορίες για πολυμελή πάρτυ σε σπίτια, έχει ξεσπάσει διαμάχη σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι κατά τη διάρκεια της φετινής θερινής περιόδου. Τα αρμόδια διοικητικά όργανα, στο πλαίσιο της εφαρμογής των κυβερνητικών αποφάσεων, επέβαλαν τις προβλεπόμενες κυρώσεις που από αρκετούς θεωρήθηκαν εξοντωτικές – ιδιαίτερα το λουκέτο δύο μηνών. Η κυβέρνηση εμμένει σε αυτά τα μέτρα, προειδοποιώντας ακόμα και για lockdown, σε περιοχές όπου θα καταγραφεί αναζωπύρωση της νόσου. Οι ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο αυξημένης διασποράς του ιού, λόγω των νέων συνθηκών που επικρατούν ενώ οι επαγγελματίες της εστίασης αντιτείνουν, ότι δεν δύνανται να σηκώσουν οι ίδιοι το βάρος της επιβολής των θεσπισμένων απαγορεύσεων.

Είναι αυτονόητο ότι σε μία πολιτισμένη κοινωνία η ανθρώπινη ζωή και η υγεία αποτελούν ύψιστα αγαθά που σε κάθε περίπτωση υπέρκεινται της οικονομικής λειτουργίας. Αξιακά, δεν υφίσταται δίλημμα. Ούτε και πρακτικά, δεδομένου ότι είναι αδύνατον να λειτουργήσει εύρυθμα η οικονομία σε μία χώρα όπου αυτά τα αγαθά βρίσκονται σε τεράστιο κίνδυνο. Κατά συνέπεια, ουδείς, εχέφρων και στοιχειωδώς υπεύθυνος άνθρωπος, μπορεί να διαφωνήσει για την ανάγκη αυστηρής τήρησης των μέτρων τα οποία εισηγούνται οι ειδικοί για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Άλλωστε, οι ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων επιχειρήσεων εστίασης γνώριζαν τις προβλεπόμενες κυρώσεις που συνεπάγεται η παραβίαση των μέτρων κι εντούτοις όχι μόνο δε συμμορφώθηκαν αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφήμισαν την πρόθεσή τους να τα παραβιάσουν. Επομένως, οι ίδιοι είναι οι υπεύθυνοι και για την οικονομική ζημία που θα υποστούν και για το γεγονός ότι οι εργαζόμενοί τους βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Θα πρέπει να σταματήσει κάποτε η χρησιμοποίηση των τελευταίων, προκειμένου να εκβιάσουν οι εργοδότες καταστάσεις. Η Πολιτεία δε, οφείλει να είναι αμείλικτη στην εφαρμογή των νόμων και να καταλύει τα κάθε λογής άτυπα «άβατα» τύπου Μυκόνου. Και στο καθαρά οικονομικό επίπεδο άλλωστε, οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες επωφελούνται αθέμιτα, αποκομίζοντας παράνομο όφελος σε βάρος των νομοταγών, οι οποίοι επιλέγουν να περιορίσουν το δυνητικό τους κέρδος από το να βάλουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία ή έστω ν’ αποφύγουν να χάσουν, κι αυτό εφόσον υποστούν την κύρωση που ουσιαστικά σημαίνει το τέλος ακόμα κι αυτής της περίεργης θερινής σεζόν.

Από εκεί και πέρα όμως, θα πρέπει σταματήσει η καταστροφολογία, η διασπορά πανικού εκ μέρους των ΜΜΕ και φυσικά οι ακραίες φωνές που φτάνουν στο σημείο να μιλούν ακόμα και την ανάγκη επιβολής νέας καραντίνας. Το άνοιγμα της αγοράς ήταν μονόδρομος στη συγκεκριμένη φάση. Η ύφεση αναμένεται ήδη να είναι μεγάλη. Δεν γινόταν να χαθεί και η θερινή τουριστική περίοδος. Άλλωστε για να συντηρηθεί ένα αξιόπιστο και υψηλών δυνατοτήτων δημόσιο σύστημα υγείας, η αναγκαιότητα του οποίου απεδείχθη με τον πλέον περίτρανο τρόπο, απαιτούνται πόροι. Και βασικό μέσο εξεύρεσης πόρων είναι η φορολογία των επιχειρήσεων. Αν μη τι άλλο, για να αποδώσει το σύστημα αυτό θα πρέπει οι επιχειρήσεις να είναι ανοιχτές, κατά βάση. Ούτε οι πολίτες θα άντεχαν να κλειστούν καλοκαιριάτικα στα σπίτια τους. Όσο κι αν κάποιοι επιλέγουν να επιτιμήσουν αφ’ υψηλού τις ανθρώπινες ανάγκες που προκύπτουν εντός του σημερινού πολιτισμικού πλαισίου, η αλήθεια είναι ότι η προσωπική περιποίηση, η ανθρώπινη επαφή, ο καφές και το ποτό με φίλους, η δυνατότητα να φάμε κάτι που δεν μπορούμε να μαγειρέψουμε στο σπίτι μας, το γυμναστήριο, η μουσική, το μπάνιο, η βόλτα, τα ψώνια κ.λπ είναι εκδηλώσεις που σχετίζονται με το επίπεδο διαβίωσης που έχουμε συνηθίσει ν’ απολαμβάνουμε εδώ και πολλά χρόνια. Δεν μπορεί η απαγόρευσή τους να συνεχίζεται γι’ αόριστο χρονικό διάστημα ή να σταματά και να επανέρχεται ξαφνικά κι απροειδοποίητα.

Είναι επίσης γεγονός ότι πέρα από τους επιτήδειους και τους κουτοπόνηρους, οι επαγγελματίες της εστίασης, οι καταστηματάρχες, οι έμποροι είναι σε πολύ δύσκολη θέση, καθότι μοιραία αναγκάζονται να γίνονται δυσάρεστοι στους πελάτες τους. Είναι διαφορετικό η παρατήρηση για τη μη τήρηση των μέτρων να έρχεται από ένα όργανο του κράτους και διαφορετικό από αυτόν που κατά τ’ άλλα προσπαθεί να πουλήσει μια υπηρεσία ή ένα προϊόν. Δεν είναι δικαιολογία αλλά πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί απ’ όσους τουλάχιστον έχουν επαφή με την πραγματικότητα και δεν κρίνουν τα πάντα από τον άμβωνα του facebook ή από τη γυάλα ενός εργαστηρίου. Ειδικά στο χώρο του τουρισμού και της διασκέδασης, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι ακόμα και με την επίδειξη ακραίας επιμέλεια θα παρατηρηθούν παρασπονδίες ακριβώς διότι η φύση των επιχειρήσεων αυτών έχει να κάνει με τη στενή προσωπική επαφή και τη χαλάρωση. Ούτε μπορεί ένα καταστηματάρχης -που κατά τ’ άλλα έχει κάνει όλα όσα απαιτούνται- να κάνει παρατήρηση σε μια παρέα στο τραπέζι της οποίας κάθεται ένα άτομο παραπάνω, ούτε μπορεί να πλακώνεται στο ξύλο μ’ έναν μεθυσμένο πελάτη που αρνείται να φύγει από την μπάρα. Θα πρέπει επομένως με τη διατήρηση της αυστηρότητας των μέτρων και των ποινών που συνεπάγεται η παράβασή τους, το κράτος, με ακόμη πιο εντατικούς ελέγχους των οργάνων του, να ελαφρύνει τη θέση των επιχειρηματιών ως προς το «κατασταλτικό» κομμάτι και να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στους πελάτες.

Η Δημόσια Υγεία παραμένει ένα από τα κορυφαία αγαθά κι αυτό είναι το σωστό για την κοινωνική συνοχή. Ηθικά αλλά και λειτουργικά δεν νοείται κράτος που να τη βάζει στη ζυγαριά με την Οικονομία. Η δεύτερη όμως δεν παύει να είναι μία εκ των προϋποθέσεων για τη διασφάλιση της πρώτης. Με υπευθυνότητα και ρεαλισμό, μπορούμε να βγούμε νικητές κι από αυτή την πρόκληση της πανδημίας.


Γιώργος Κοσματόπουλος

Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Κοσματόπουλος
Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.