Του Μιχάλη Τιάκα,

Η περίοδος 2010-2015 υπήρξε πολυδαίδαλη και περιπετειώδης τόσο για την Ελλάδα όσο και για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι η περίοδος που η ελληνική οικονομία δοκιμάστηκε με τρία προγράμματα στήριξης, το πολιτικό σύστημα με τέσσερις διαφορετικές διαδοχικές κυβερνήσεις και η κοινωνία με ακραία κινήματα και ανησυχητικές διαταραχές. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δοκιμάστηκε η συνοχή και η αποτελεσματικότητα της Ένωσης, καθώς και η ικανότητα των κρατών να βρίσκουν κοινό τόπο συνεννόησης.

Ένα από τα θέματα που αναστάτωσαν περισσότερο την κοινή γνώμη και στο οποίο τελικά ο κοινός τόπος βρέθηκε, είναι η ανάγκη στήριξης, εξυγίανσης και τελικά διάσωσης των εμπορικών τραπεζών. Ένα θέμα τεχνικά δυσνόητο, αλλά σίγουρα ικανό να εγείρει διαφωνίες και διαμαρτυρίες της κοινής γνώμης. Ένα θέμα με το οποίο αξίζει να ασχοληθούμε, αφού δεν αποκλείεται να μας απασχολήσει ξανά στο προσεχές διάστημα.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης και ειδικότερα μετά το 2010, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετώπισαν μια σειρά από κακουχίες που απείλησαν τη βιωσιμότητά τους. Η πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου υποβαθμίστηκε σε σημείο που οι ίδιες οι τράπεζες, όπως και το κράτος, αποκόπηκαν από τη χρηματοδότηση των διεθνών αγορών. Για αυτό τον λόγο, το τραπεζικό σύστημα κατέφυγε στον έκτακτο, και σχετικά ακριβότερο, μηχανισμό ρευστότητας ELA της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παράλληλα με την απόρριψη των αγορών, περίπου 70 δισεκατομμύρια ευρώ ιδιωτικών καταθέσεων αποσύρθηκαν μέσα σε τρία έτη, πληγώνοντας ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία αλλά και τη λειτουργικότητα του συστήματος.

Τα προβλήματα δεν τελειώνουν, ωστόσο, εδώ. Τον Μάρτιο του 2012 συμφωνήθηκε η αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, το γνωστό PSI, σύμφωνα με το οποίο ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που διακρατούσαν κυρίως οι τράπεζες και οι ιδιώτες ανταλλάχθηκαν με άλλα, μεγαλύτερης διάρκειας και μικρότερης αξίας. Υπολογίζεται ότι το PSI κόστισε στις τράπεζες, που διακρατούσαν μεγάλη αξία ομολόγων, 40 επιπλέον δισεκατομμύρια ευρώ. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν, ως επακόλουθο της κρίσης, αναδείχθηκε η αδυναμία χιλιάδων δανειοληπτών να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, προσθέτοντας έναν ακόμα εφιάλτη στην ηγεσία των τραπεζών. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Μέσα σε 3 χρόνια από το 2009, οι πάλαι ποτέ υγιείς ελληνικές τράπεζες δέχθηκαν απανωτές πιέσεις, αφού η χρηματοδότησή τους αποκόπηκε, οι καταθέσεις συρρικνώθηκαν, τα περουσιακά τους στοιχεία έχασαν την αξία τους, ενώ οι απαιτήσεις έναντι των πελατών τους φάνηκαν να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν. Την περίοδο που το σύστημα χρειαζόταν όσο ποτέ νέα κεφάλαια, αυτά εξέρρεαν και γίνονταν ακριβότερα. Όσες τράπεζες είχαν κεφαλαιακές ανάγκες, έπρεπε να αναζητήσουν πόρους από τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν. Όσες δεν τα κατάφερναν, έπρεπε να εξυγιανθούν, να διασπαστούν και να απορροφηθούν από μεγαλύτερες. Στην προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών επενέβη, μάλιστα, το κράτος και οι δημόσιοι φορείς. Τα τέσσερα μεγαλύτερα πιστωτικά ιδρύματα, οι λεγόμενες συστημικές τράπεζες, είχαν τη δυνατότητα, πέρα από ιδιωτικά, να αντλήσουν και δημόσια κεφάλαια μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Με άλλα λόγια, να διασωθούν με χρήματα των φορολογουμένων.

Η διάσωση των ελληνικών τραπεζών με δημόσια κεφάλαια αποτέλεσε έκτοτε αντικείμενο συζητήσεων και έντονων πολιτικών και δημοσιογραφικών αντιπαραθέσεων. Τα ερωτήματα επικεντρώθηκαν γύρω από το αν έπρεπε να συμβεί και τελικά, γιατί συνέβη. Αν ήταν μια νόμιμη και απαραίτητη λύση ή αν ήταν αποτέλεσμα απάτης και διαπλοκής.

Στη συνείδηση των περισσότερων, μια τράπεζα σπάνια συνδέεται με ευχάριστες σκέψεις. Από την άλλη, θα ήταν πρόκληση να φανταστούμε μια οικονομία με ένα προβληματικό τραπεζικό σύστημα, πόσο μάλλον χωρίς καθόλου σύστημα. Το πλησιέστερο σε αυτή τη σκέψη είναι η εμπειρία των capital controls του 2015. H απαγόρευση της διακίνησης των κεφαλαίων τρομοκράτησε τόσο τα νοικοκυριά όσο και τους επενδυτές. Οι επιχειρήσεις υπέμειναν χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν, οι καταθέσεις συνέχιζαν να συρρικνώνονται, ενώ τόσο οι εισαγωγές όσο και οι εξαγωγές μειώθηκαν αισθητά. Το ενδιαφέρον είναι ότι το μέτρο αυτό δεν ελήφθη λόγω των ανακεφαλαιοποιήσεων, αλλά λόγω αντιτιθέμενων σε αυτές, πολιτικών επιλογών.

Την παρούσα περίοδο, οι τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες και έχουν ανακτήσει σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας και της βιωσιμότητάς τους. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση της κατάστασης, επιβιώνει ένας σημαντικός εφιάλτης, οποίος μάλιστα γιγαντώνεται στον απόηχο της πανδημίας. Πρόκειται για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τη διαχείρισή τους, που φαίνεται ότι θα συνεχίσουν να απασχολούν το επόμενο διάστημα.

Μια υγιής οικονομία απαιτεί ένα υγιές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι τράπεζες όχι μόνο εξυπηρετούν βασικές καθημερινές ανάγκες, όπως η ανάληψη της μισθοδοσίας ή η αποστολή χρημάτων, αλλά καθιστούν εφικτή τη διακίνηση και τη συσσώρευση κεφαλαίων, ώστε τα νοικοκυριά να αποταμιεύουν και οι επιχειρήσεις να χρηματοδοτούνται και να επενδύουν. Το ίδιο το κράτος στηρίζεται στο σύστημα μέσω του οποίου μπορεί να διοχετεύει στην αγορά πόρους και κονδύλια, ενώ οι κεντρικές τράπεζες το χρησιμοποιούν για να ασκήσουν νομισματική πολιτική.

Δεν είναι τυχαίο ούτε αξιοπερίεργο ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι τράπεζες απασχόλησαν την κοινή γνώμη περισσότερο από κάθε άλλο κλάδο. Οι ίδιες υπέστησαν τεράστιες ζημίες που επιβάρυναν τη σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της οικονομίας. Πλέον, προκειμένου να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, εποπτεύονται με αυστηρά κριτήρια για την κεφαλαιακή τους επάρκεια και τους κίνδυνους που αναλαμβάνουν. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχουν περιθώρια κατάρρευσης. Η διάσωση των τραπεζών είναι μία λύση λιγότερο επώδυνη από την κρίση που αποτρέπει. Για να είναι, όμως, αποτελεσματική, η δημόσια πολιτική πρέπει να είναι υπεύθυνη και η κοινή γνώμη μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος.


Μιχάλης Τιάκας

Γεννήθηκε το 1998 στη Ρόδο και είναι τελειόφοιτος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με κατεύθυνση τα οικονομικά των επιχειρήσεων. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνών οργανισμών, διεθνή προγράμματα κινητικότητας και επιχειρηματικά workshops. Είναι ακόμα ιδρυτικό μέλος και project manager του E Square Project και συμμετέχει εθελοντικά στα προγράμματα του Συνδέσμου Επενδυτών και Διαδικτύου.