Του Δημήτρη Τόλια,

Η δολοφονία του George Floyd από αστυνομικό, ως μια έντονα ρατσιστική πράξη, συγκλόνισε τον πλανήτη. Ήταν μια ακόμη ρατσιστική εκδήλωση μίσους που ελπίζω να προβλημάτισε τις κοινωνίες και τους πολίτες σχετικά με το «γιατί» που έκρυβε στο εσωτερικό της. Διότι η ρατσιστική αυτή πράξη οφείλει να αποδεσμευτεί νοητικά από το κοινωνικό της πλαίσιο σαν γεγονός και να ερμηνευθεί με περισσότερο ή λιγότερο καθολικούς όρους. Αν αυτή η πράξη υπερβεί τον δεδομένο της χώρο και χρόνο (τις ΗΠΑ, την αστυνομία, τους αφροαμερικανούς πολίτες κ.τ.λ.) αποτελεί στην ουσία της μια εκδήλωση μίσους ενός ατόμου προς ένα άλλο που πηγάζει από την φαντασιακή σύλληψη μιας ταυτότητας που «θα πρέπει» να παίζει ρόλο στην κοινωνική οργάνωση. Στην διαμόρφωση νοερών ταυτοτήτων που βρίσκονται σε σύγκρουση και με βάση αυτές θα πρέπει να καθορίζονται ποιος νέμεται και τί (δικαιώματα, προνόμια, εξουσία). 

Μπαίνω σε αυτή τη σκέψη διότι μια πολιτική είδηση που φάνηκε να ενδιαφέρει αρκετά τα Μ.Μ.Ε. τις προηγούμενες εβδομάδες στην Ελλάδα, ήταν η ανακοίνωση του Ηλία Κασιδιάρη πως θα ιδρύσει νέο κόμμα (νεοναζιστικό που θα καλύπτεται από τον μανδύα του «πατριωτικού» και πάλι). Μικρές αναφορές στην τηλεόραση, αρκετές γραμμές σε εφημερίδες και site, αρκετή προώθηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεκάδες (ίσως χιλιάδες) σχόλια θετικά και αρνητικά μα καταλήγοντας, πολλή προσοχή. Προσοχή που δήλωνε για κάποιους φόβο και τρόμο, για άλλους χαρά και θαυμασμό ενδεχομένως. 

Η ερώτηση που πρέπει αρχικά να θέσουμε είναι η εξής. Τον Ιούλη του 2019, τελειώσαμε με την Χρυσή Αυγή; Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Ναι, τελειώσαμε. Έτσι και συνέβη, το νεοναζιστικό κόμμα έχασε εντελώς την υποστήριξη του, διαλύθηκε οικονομικά, τα μέλη την εγκατέλειψαν και όλα καλά. Είναι όλα καλά όμως; Ή μάλλον η σωστή ερώτηση είναι: Τελειώσαμε με τον φασισμό; Ο Κασιδιάρης δίνει την απάντηση, πως όχι. Μια απάντηση που δίνεται διαρκώς μέσα στην ιστορία. 

Για να μην ξεφύγουμε όμως από το θέμα του άρθρου, το οποίο δεν είναι άλλο από τον πολιτικό ρατσισμό στην Ελλάδα σήμερα, ας δούμε από ποιες πολιτικές μορφές πηγάζει αυτή η έκφραση ρατσιστικών λόγων. Δεν είναι μόνο τα φασιστικά κόμματα που χρησιμοποιούν αυτόν τον λόγο. Είναι και τα κόμματα της άκρας δεξιάς, του λαϊκισμού με εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Σήμερα η τάση αυτή εκπροσωπείται κυρίως από την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου. 

Το ρατσιστικό γεγονός στη Μινεάπολη, που προκάλεσε μια πολύ μεγάλη έκρηξη στα ελληνικά μέσα, αν όπως ανέφερα στην αρχή, υπερβεί τις χωροχρονικές του μεταβλητές, εφαρμόζεται σαν μορφή λόγου και δράσης και στην ελληνική πραγματικότητα. Σημασία έχει να αναδείξουμε τους δρώντες. Τον πομπό του ρατσιστικού λόγου, τα θύματα και την αφήγηση περί νοερών ταυτοτήτων αλλά και την μεταβολή τους σε κρίσιμους παράγοντες της κοινωνικής οργάνωσης.

Αρχικά, για τους εκφραστές του ρατσιστικού λόγου δεν χρειάζεται να ειπωθούν και πολλά. Τα κόμματα που ανέφερα παραπάνω και συνάμα η υποστήριξη που λαμβάνουν, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο δίκτυο αναπαραγωγής ρατσιστικών θέσεων. Τα δίκτυα αυτά επεκτείνουν την νοερή αυτή αφήγηση, χτίζοντας ταυτότητες στη βάση πολιτισμικών παραγόντων. Οικοδομείται ένας λόγος περί «προνομιακότητας» των λευκών (όχι μαύρων), χριστιανών ορθοδόξων (όχι μουσουλμάνων) και ντόπιων και όχι απαραίτητα με νομικούς όρους (όχι μεταναστών). Βέβαια, ως άμεση συνέπεια των παραπάνω χτίζεται και μια εσωτερική πιο «πολιτική» ταυτότητα με βάση την κυριαρχία (εθνική και όχι ευρωπαϊκή) που αντανακλά το δίπολο εσωστρέφειας – εξωστρέφειας ως επιλογή.

Οι προϋποθέσεις υπάρχουν για την επάνοδο μιας φασίζουσας άκρας δεξιάς. Το γεγονός πως βρίσκεται στην κυβέρνηση ένα κόμμα κεντροδεξιό που έχει ισχυρά ερείσματα σε εθνικιστικούς χώρους είναι ένας παράγοντας. Μετά το 90’ παρατηρείται άνοδος της άκρας δεξιάς όταν βρίσκεται στην κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία καθώς τα κόμματα αυτά συγκεντρώνουν απογοητευμένους με τις κεντρώες στάσεις ψηφοφόρους. Είχαμε την Πολιτική Άνοιξη αρχές της δεκαετίας του 90’, το ΛΑΟΣ μετά το 2004 και την άνοδο της Χρυσής Αυγής μετά το 2011. 

Έχουμε τις προϋποθέσεις του «αφηγήματος», των «πομπών» και μας λείπουν τα «θύματα». Δεν είναι δύσκολο να τα βρούμε. Η άνοδος της σημασίας του προσφυγικού – μεταναστευτικού στην πολιτική ατζέντα λόγω των διαμαρτυριών των τοπικών κοινωνιών δύναται να προσφέρει αρκετά θύματα. Στα νησιά πριν λίγους μήνες οι κάτοικοι πήραν τα όπλα. Σε περιοχές με δομές φιλοξενίας, βλέπουμε παιδικές χαρές να κλειδώνονται για χρήση μόνο από τους ντόπιους (προνομιακότητα), οικογένειες να δέχονται ύβρεις από κατοίκους σε πλατείες και σε δρόμους και πολλά άλλα. 

Το σχήμα που ερμηνεύει την ρατσιστική πράξη στην Μινεάπολη δύναται να ζήσει (να παρασιτήσει) σε όλες τις κοινωνίες που παρουσιάζουν τις προϋποθέσεις του. Το σχήμα αυτό είναι ένα θραύσμα από μια μέγα-αντίληψη του κοινωνικού υπό νοερές πολιτισμικές ταυτότητες που σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να οργανώνεται η πολιτεία και να κατανέμονται οι πόροι. Στην περίπτωσή μας και τα δικαιώματα. Το δικαίωμα στη ζωή δεν άνηκε, σύμφωνα με το σχήμα αυτό λοιπόν, στον George Floyd αλλά στο γόνατο ενός λευκού αστυνομικού που ήταν ο τυχαίος πρωταγωνιστής σε μια λιγότερο ήπια εκδήλωση ενός ρατσισμού που ζει γύρω και μέσα μας.


Δημήτρης Τόλιας, Υπεύθυνος Επικοινωνίας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.