Του Παναγιώτη Παλαιοκαστρίτη,

Η οπλοκατοχή αποτελεί ένα πεδίο συζήτησης, η οποία από τη στιγμή που γίνεται σημείο αναφοράς, επιφέρει πολλαπλές αντικρουόμενες απόψεις και προκαλεί ευρείες αντιπαραθέσεις μεταξύ των υποστηρικτών της και εκείνων που επιστρατεύονται εναντίον της. Αυτή η διχογνωμία δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο, αλλά απασχόλησε έντονα τους Ιδρυτές του Αμερικανικού Έθνους, από τα γεννοφάσκια του, και συνεχίζει να προκαλεί σύγχυση στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, στο νομοθετικό έργο και στις δικαστικές διαμάχες του σήμερα.

Ήδη, πριν την επικύρωση του Αμερικανικού Συντάγματος από τις τότε απελευθερωμένες πολιτείες, η οπλοκατοχή στάθηκε ως ένα βασικό εμπόδιο για την Ομοσπονδιακή ενοποίηση. Κατά τις συζητήσεις της συντακτικής εθνοσυνέλευσης είχαν αναπτυχθεί δύο κύρια αντίπαλα ρεύματα: αυτό των Φεντεραλιστών, που τασσόταν υπέρ της ομοσπονδοποίησης και αυτό των Αντιφεντεραλιστών, που στεκόταν ενάντια στην ομοσπονδοποίηση. Το φαβορί της εθνοσυνέλευσης ήταν οι Φεντεραλιστές, αλλά οι Αντιφεντεραλιστές ήταν αποφασισμένοι να μην πέσουν αμαχητί. Έτσι, λοιπόν, ενεπλάκησαν σε μια εκστρατεία για να μειώσουν τη δύναμη της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης που θα προέκυπτε μετά την επικύρωση του Συντάγματος. Μεταξύ άλλων αιτημάτων τους, ζητούσαν τη θέσπιση μιας διακήρυξης που θα προάσπιζε ορισμένα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της οπλοκατοχής από τις ήδη υπάρχουσες πολιτοφυλακές των πολιτειών. Ο λόγος ύπαρξης αυτού του αιτήματος πηγάζει από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων ήταν ο φόβος των Αντιφεντεραλιστών ότι με τη δημιουργία μιας Ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα ακολουθούσε και η δημιουργία ενός μόνιμου ομοσπονδιακού στρατού. Έναν ακόμη παράγοντα αποτελούσε ο έλεγχος των πολιτοφυλακών απευθείας από το Κογκρέσο. Οπότε, αν το Κογκρέσο είχε τον πλήρη έλεγχο των πολιτοφυλακών, θα μπορούσε εύκολα να τις καταστήσει ανενεργές, είτε μέσω της διάλυσής τους, είτε μέσω επιτηδευμένων ελλείψεων στον εξοπλισμό τους. Οι δύο αυτοί παράγοντες ενίσχυσαν την αντίληψη ότι οι πολιτοφυλακές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ένα οχύρωμα κατά της ομοσπονδιακής αυθαιρεσίας. Άλλος λόγος για τον οποίο οι εξοπλισμένες πολιτοφυλακές θεωρούνταν απαραίτητες ήταν για την καταστολή των εξεγέρσεων και ιδίως εκείνων των σκλάβων. Οι πολιτείες του νότου ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητες ως προς αυτό το θέμα.

Με αυτά τα δεδομένα, στις 21 Ιουνίου του 1788, εννιά πολιτείες επικύρωσαν το Σύνταγμα, με μερικές από αυτές να ζητάνε την τροποποίησή του και τις άλλες, που δεν είχαν προσχωρήσει ακόμα, να το θέτουν ως βασικό όρο. To έργο της αναθεώρησης ανέλαβε κατά κύριο λόγο ένας από τους Εθνοπατέρες των ΗΠΑ, ο James Madison. Στις 15 Δεκεμβρίου του 1791 πέρασε 10 Τροπολογίες, που θα έμεναν γνωστές στην ιστορία ως «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων» (Bill of Rights). Μεταξύ αυτών των τροπολογιών περιλαμβανόταν και η 2η τροπολογία, που αφορούσε την οπλοκατοχή και περιγράφεται ως εξής: «Μια καλά εποπτευόμενη πολιτοφυλακή, απαραίτητη για την ασφάλεια ενός ελεύθερου κράτους και το δικαίωμα του λαού να διατηρεί και να φέρει όπλα, δε θα υποστεί περιορισμούς». Αν και η παραπάνω τροπολογία αποτελεί μια συνταγματική επιταγή με διάρκεια ζωής πάνω από 200 χρόνια, το περιεχόμενό της μέχρι και σήμερα είναι αμφιλεγόμενο, με σημαντικές επιπτώσεις στο αμερικανικό νομοθετικό έργο. Οι δύο κύριες θεωρίες που προσπαθούν να προσδιορίσουν το αντικείμενό της, σχετίζονται με τον εντοπισμό της φύσης του δικαιώματος της οπλοκατοχής. Η μία υποστηρίζει ότι το δικαίωμα στην οπλοκατοχή είναι ένα ατομικό δικαίωμα, ενώ η άλλη υποστηρίζει ότι είναι ένα συλλογικό δικαίωμα.

Τα κύρια όργανα που μπορούν να προσδιορίσουν το πραγματικό νόημα των συνταγματικών διατάξεων είναι τα δικαστήρια. Τα δικαστήρια των ΗΠΑ για πολλά χρόνια αντιμετώπιζαν το δικαίωμα στην οπλοκατοχή ως ένα συλλογικό δικαίωμα, που συνδεόταν άμεσα με την υπηρεσία των πολιτών στις πολιτοφυλακές. Σύμφωνα με αυτήν την παραδοχή, γίνεται δεκτό ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι πολιτειακές κυβερνήσεις έχουν την πλήρη εξουσία να θεσμοθετούν απαγορεύσεις και περιορισμούς στη χρήση και κατοχή των όπλων. Όμως, τα τελευταία χρόνια τα δικαστήρια έχουν αλλάξει πλεύση και αρχίζουν να συγκλίνουν ως προς την άποψη ότι η οπλοκατοχή αποτελεί ένα ατομικό δικαίωμα. Υπόθεση – ορόσημο ως προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελεί η υπόθεση “District of Columbia v Heller” το 2008. Σε αυτήν την υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αναγνώρισε ότι η 2η τροπολογία προστατεύει ένα ατομικό δικαίωμα οπλοκατοχής, ανεξάρτητο από την υπηρεσία σε κάποια πολιτοφυλακή, για νόμιμους σκοπούς, όπως της αυτοάμυνας στο σπίτι. Επίσης, αναγνώρισε ότι το δικαίωμα στην οπλοκατοχή δεν είναι απεριόριστο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, όπως τη μη δυνατότητα χρήσης οποιουδήποτε όπλου, με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε σκοπό. Το δικαστήριο θεωρεί, επίσης, θεμιτή την απαγόρευση της οπλοκατοχής από καταδικασμένους εγκληματίες, ψυχικά αρρώστους ή άτομα που έχουν καταδικαστεί για ενδοοικογενειακή βία. Θεμιτοί είναι και οι νόμοι που απαγορεύουν την οπλοφορία σε ευαίσθητες τοποθεσίες, όπως στα σχολεία ή σε κυβερνητικά κτίρια. Οι νόμοι που θέτουν κάποιες προϋποθέσεις και κριτήρια για την εμπορική πώληση, είναι επίσης συνταγματικοί. Τέλος, έκρινε ως αντισυνταγματικό τον νόμο, ο οποίος απαγόρευε την κατοχή του απλού πιστολιού και την υποχρέωση τοποθέτησης κλειδαριάς στη σκανδάλη.

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι η οπλοκατοχή ως συλλογικό δικαίωμα δίνει το ελεύθερο στο Κογκρέσο και τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ να την περιορίζουν κατά το δοκούν, ενώ ως ατομικό δικαίωμα μετριάζει το πεδίο επέμβασής τους. Τέτοια επέμβαση αποτέλεσε και ο ομοσπονδιακός νόμος [18 U.S.C. § 922(g)], που εναρμονίστηκε με την απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση Heller και αναγνώρισε περιορισμούς στο δικαίωμα οπλοκατοχής σε εγκληματίες, σε ψυχικά νοσούντες, σε χρήστες παράνομων ναρκωτικών ουσιών και σε πρώην στρατιωτικά μέλη, που είχαν καθαιρεθεί απότομα. Σύμφωνα με τον ίδιο νόμο [18 U.S.C. § 922(l)], είναι παράνομο οι πολίτες να κατέχουν αυτόματα όπλα (machine guns). Toν Δεκέμβριο του 2018, το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ μετά από τα γεγονότα του 2017 στο Las Vegas, όπου ένα οπλισμένο άτομο χρησιμοποίησε ένα ημιαυτόματο όπλο και σκότωσε 58 άτομα, αποφάσισε την απαγόρευση και των ημιαυτόματων όπλων. Οι παραπάνω νόμοι αποτελούν παρακλάδια μιας βασικής νομοθεσίας με την ονομασία “Gun Control Act of 1968” (GCA). Αρμόδιο όργανο για την εφαρμογή της νομοθεσίας είναι το “Bureau of Alcohol, Tobacco, Firearms and Explosives”, που υπάγεται στο υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Πέρα από την εφαρμογή της νομοθεσίας, το ATF είναι αρμόδιο και για την έκδοση των αδειών σε όσους εμπορεύονται όπλα. Απαραίτητη είναι και η άδεια, σε ορισμένες πολιτείες, για την αγορά και τη μη φανερή οπλοφορία. Με τροπολογία του GCA το 1993, οι έμποροι των όπλων υποχρεούνται να διενεργούν έλεγχο ιστορικού σε όσους εμφανίζονται ως αγοραστές. Όμως, ο νόμος αφήνει περιθώριο πώλησης χωρίς προαπαιτούμενη άδεια, σε όσους δεν ασκούν εμπόριο όπλων ως βασικό επάγγελμα, αλλά σε ειδικές περιστάσεις όπως σε παζάρια, σε επιδείξεις όπλων, διαδικτυακά κλπ. Αυτό δημιουργεί ένα «παραθυράκι» αγοράς των όπλων, χωρίς την προηγούμενη διενέργεια ελέγχου του ιστορικού του αγοραστή.

Όμως, είναι απορίας άξιο γιατί μια χώρα η οποία κατέχει το 31% των μαζικών πυροβολισμών, που έχουν σημειωθεί παγκοσμίως, εμμένει τόσο δυναμικά στην ελευθερία της κατοχής των όπλων. Απάντηση σε αυτό το ζήτημα μπορεί ίσως να δώσει η ύπαρξη του National Rifle Association (NRA). O NRA αποτελεί μια ισχυρή ομάδα πίεσης, ο οποίος διαθέτει 336,7 εκατομμύρια δολάρια (το 2015) στο ενεργητικό του και αριθμεί 5 εκατομμύρια μέλη. Βασικός του σκοπός είναι η προάσπιση του δικαιώματος στα όπλα. Αυτό το επιτυγχάνει με τα επιμέρους τμήματά του, που έχουν ως βασικούς σκοπούς την επιρροή της νομοθεσίας, την επιρροή δικαστικών υποθέσεων, που αφορούν νομικά θέματα και σχετίζονται με την οπλοκατοχή, την ενθάρρυνση των υποστηρικτών της 2ης τροπολογίας να προσέλθουν στις κάλπες και τη χρηματοδότηση πολιτικών εκστρατειών σε όσους υποψηφίους διάκεινται φιλικά ως προς την οπλοκατοχή. Για παράδειγμα, στις εκλογές του 2016 ο πρόεδρος Trump έλαβε χρηματοδότηση 31.194.000 δολαρίων από τον NRA! Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να αποτελούν την πρώτη χώρα παγκοσμίως στην αγορά και κατοχή όπλων από τους πολίτες (με 393 εκατομμύρια όπλα σύμφωνα με έρευνα του Small Arms Survey), με ό,τι συνεπάγεται αυτό.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Παναγιώτης Παλαιοκαστρίτης

Γεννήθηκε το 1992 στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπουδάζει Νομική στο ΑΠΘ. Γνωρίζει άριστα Αγγλικά. Έχει έντονο ενδιαφέρον για την Πολιτική Φιλοσοφία, την Ιστορία, την Κοινωνιολογία και τις διεθνείς σχέσεις. Φιλοδοξεί να αποκτήσει ένα μεταπτυχιακό στην Εγκληματολογία. Τέλος, ως χόμπι έχει την ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες.