Της Μαρίας Κρουσταλλίδη,

Εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, όπου όλες οι διεθνείς εξελίξεις φαίνονταν να είχαν «παγώσει» στο χρόνο, παρουσιάστηκε, εντούτοις, μια είδηση περί πειρατικής (!) επίθεσης σε δεξαμενόπλοιο ελληνικών συμφερόντων, 43 ναυτικά μίλια από το λιμάνι Κοτονού, μεταξύ Μπενίν και Νιγηρίας. Ανάμεσα στο πλήρωμα βρίσκονταν και έξι Έλληνες και, ευτυχώς, η κατάσταση αποτιμήθηκε αυτή τη φορά μόνο σε υλικές απώλειες. Κανείς, όμως, θα περίμενε, συμπεριλαμβανομένης και της γράφουσας, πως, εν έτει 2020, η πειρατεία, ως ένα φαινόμενο που ήκμασε αιώνες πριν, θα είχε μέχρι σήμερα εξαλειφθεί από τα κράτη, τα οποία πλέον διαθέτουν στα οπλοστάσιά τους προηγμένα τεχνολογικά εργαλεία άμυνας και προστασίας. Ωστόσο, φαίνεται πως η – προηγμένη πια- χερσαία άμυνα δεν μπορεί τόσο άκοπα και αποτελεσματικά να επεκταθεί και στο θαλάσσιο χώρο. Είναι, άραγε, ο «νόμος της θάλασσας» ένα Μεσαιωνικό κατάλοιπο που επισκιάζει το, κατά τα άλλα, σαφέστατα καθορισμένο δικαιικό πλαίσιο που διέπει όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπου και του κράτους σήμερα;

Η πειρατεία κατά το διεθνές δίκαιο

Θεσμικά, κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε να ισχύει. Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο έχει εξελιχθεί ραγδαία κατά τα τις παρελθούσες δεκαετίες, αποτελεί έναν εξειδικευμένο κλάδο του Διεθνούς Δικαίου, με βάση το οποίο τα σύγχρονα κράτη έχουν δημιουργήσει ένα σαφές πλαίσιο συνεργασίας και αρμοδιοτήτων για την αντιμετώπιση, μεταξύ άλλων, του φαινομένου της πειρατείας.

Η Σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, στα άρθρα 100 έως 107, όχι μόνο αναγνωρίζει την ύπαρξη του φαινομένου, αλλά του αποδίδει τόση βαρύτητα, ώστε η πειρατεία να καταργεί τις συνηθισμένες ρυθμίσεις περί δικαιοδοσίας σε ένα πλοίο μόνο από το κράτος της σημαίας του. Μάλιστα, ο δράστης του εν λόγω αδικήματος συνιστά, κατά το διεθνές εθιμικό δίκαιο, «εχθρό της ανθρωπότητας» (hostilis humani generis). Δηλαδή, οποιοδήποτε κράτος δύναται, στην ανοικτή θάλασσα, να συλλάβει ένα πλοίο που υποψιάζεται ως πειρατικό και να οδηγήσει το πλήρωμά του στη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τη δική του εσωτερική νομοθεσία. Βέβαια, για λόγους προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπάρχει ένα πολύ περιορισμένο χρονικό περιθώριο, κατά το οποίο το εν λόγω κράτος οφείλει να παρουσιάσει στοιχεία για την αδιάσειστη απόδειξη της πράξης της πειρατείας, ώστε να προχωρήσει με τη νομική διαδικασία. Διαφορετικά, δεσμεύεται για την απελευθέρωση του πλοιάρχου και του πληρώματος και είναι υποχρεωμένο, δε, να καταβάλλει σχετική αποζημίωση για εσφαλμένη δίωξη. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι, στην περίπτωση που το πειρατικό πλοίο εντοπίζεται σε θαλάσσια ζώνη κρατικής κυριαρχίας, τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο περίπλοκα, καθώς απαιτείται η συγκατάθεση του παράκτιου κράτους για οποιαδήποτε ενέργεια τρίτου παράγοντα.

Πειρατεία ανά την υφήλιο

Στο Δέλτα του Νίγηρα, οι πειρατές επιδίδονται σε ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα, με 47 ναυτικούς να έχουν απαχθεί, μόνο τον περασμένο Δεκέμβριο. Σύμφωνα με την υπηρεσία «Risk Intelligence», η οποία παρέχει πληροφόρηση σχετικά με τον κίνδυνο στη θάλασσα, η εν λόγω περιοχή παρουσιάζει ετησίως 80 – 140 περιστατικά. Επιπλέον, εκτός από την περιοχή αυτή, πειρατεία παρατηρείται και στις περιοχές του Ινδικού Ωκεανού, της Ινδονησίας και της Νότιας Σινικής Θάλασσας, καθώς και στον κόλπο του Άντεν, την Αραβική Θάλασσα και το κανάλι του Σουέζ.

Φυσικά, ιδιαίτερης μνείας αξίζει η περίπτωση της Σομαλίας, όπου η πειρατική δραστηριότητα είχε απασχολήσει, κατά προηγούμενη δεκαετία, μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας. Η πτώση του καθεστώτος Siad Barre, το 1991, και ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε, δημιούργησε, μεταξύ άλλων, ένα κενό ισχύος στην περιοχή, αφού το «αποτυχημένο κράτος» της Σομαλίας δεν θα μπορούσε να ασκήσει αποτελεσματική αστυνόμευση των ακτών, στις οποίες και δρούσαν ανενόχλητοι οι πειρατές, παρενοχλώντας τόσο τον ντόπιο πληθυσμό, όσο και πλοία που διέρχονταν από την ανοιχτή θάλασσα, κοντά στις ακτές της χώρας. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προσπάθησαν, με ειδικές αποστολές δικού τους δυναμικού, να καταπολεμήσουν το φαινόμενο.

Κεντρικό ρόλο για το συντονισμό των κρατών για την καταπολέμηση της πειρατείας, συντελεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Ναυτιλίας (International Maritime Organization), ο οποίος διαθέτει παγκόσμιο σύστημα πληροφόρησης για τη ναυσιπλοΐα (Global Integrated Shipping Information System), στο πλαίσιο της Επιτροπής Θαλάσσιας Ασφαλείας (Maritime Security Committee). Τα κράτη, αυτονόμως, ή και υπό την αιγίδα του Οργανισμού, προβαίνουν σε περιφερειακές συνεργασίες, κυρίως σε περιοχές της Αφρικής και της Νότιας Ασίας, όπου το φαινόμενο παρεμποδίζει σε σημαντικό βαθμό τη διεξαγωγή της ναυσιπλοΐας. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του στις 10 Μαΐου 2012, (2011/2962(RSP)), υπερτονίζει την ανάγκη αντιμετώπισης του φαινομένου, όπως επίσης και την επιθυμία του για αύξηση αποτελεσματικότητας του νομικού πλαισίου, σύμφωνα με το οποίο τιμωρούνται τα άτομα που προβαίνουν στην εν λόγω κολάσιμη πράξη.

Πάντως, πέρα από υποτυπώδεις αρχές και κανόνες, καθώς και ένα χαλαρό, σχεδόν απόλυτα εθελοντικό πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας, δεν υπάρχει κάποιο άλλο ισχυρό σημείο αναφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα κράτη, λοιπόν, καθώς και κάθε είδους πλοίο που φέρει τη σημαία τους, βασίζονται μερικώς στο υπάρχον πλαίσιο συνεργασίας και, όπου αυτό παρουσιάζει κενά, στην καλή ή κακή τους τύχη, κατά τη διέλευσή τους από τα διαβόητα πειρατικά «hotspots».


Μαρία Κρουσταλλίδη, Αρχισυντάκτρια Διεθνών Θεμάτων

Είναι τεταρτοετής φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Αρθρογραφεί για τρία χρόνια σχετικά με θέματα διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια προσομοίωσης πολιτικών θεσμών και στην οργάνωσή τους. Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα άπτονται θεμάτων ασφάλειας, άμυνας, διεθνών σχέσεων και διαπραγματεύσεων.