16.4 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΠαρατηρητήριο Αμερικανικής ΠολιτικήςKissinger: Από τις εξωτερικές υποθέσεις της Αμερικής στη φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων

Kissinger: Από τις εξωτερικές υποθέσεις της Αμερικής στη φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων


Της Μαριεύας Ταμιωλάκη,

O Henry Kissinger, του οποίου το όνομα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της Αμερικής, διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στον σχεδιασμό και την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής που ανέλαβαν οι προεδρίες του Richard Nixon και του Gerald Ford. Το ζενίθ της πολιτικής του καριέρας τοποθετείται το 1968-1977 καθώς τότε διετέλεσε ως Υπουργός Εξωτερικών και ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Ο Kissinger, ωστόσο, εκτός από την ενασχόλησή του με την πολιτική, αποτελεί έναν από τους πλέον σημαντικότερους θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων, γεγονός το οποίο διαφαίνεται και από την πληθωρική συγγραφική του εργασία. Το βιβλίο του “Nuclear Weapons and Foreign policy” εξασφάλισε την καθιέρωσή του ως αυθεντία στον σχεδιασμό της στρατηγικής πολιτικής των ΗΠΑ, καθώς αντιτάχθηκε στην πολιτική του υπουργού Εξωτερικών John Foster Dulles για τον σχεδιασμό των πυρηνικών «μαζικών αντιποίνων» σε περίπτωση Σοβιετικής επίθεσης, παρουσιάζοντας αντίθετα μία «ευέλικτη ανταπόκριση», συνδυάζοντας τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων και συμβατικών δυνάμεων με ταυτόχρονη ανάπτυξη όπλων τεχνολογίας σύμφωνα με τις στρατηγικές απαιτήσεις.

Μεταξύ άλλων, ο γερμανικής καταγωγής καθηγητής του Harvard πιστώνεται τις διαπραγματεύσεις με το Hanoi και την τελική υπογραφή της συμφωνίας για το τέλος του Πολέμου του Βιετνάμ, για την οποία βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, αν και η συμφωνία δεν τηρήθηκε ποτέ. Ο Kissinger όντας δεινός διπλωμάτης άδραξε τη στρατηγική ευκαιρία που δόθηκε στις ΗΠΑ, εξαιτίας της Σινοσοβιετικής ρήξης, και ενορχήστρωσε με απόλυτη δεξιοτεχνία την τριγωνική διπλωματία του Προέδρου Nixon με τις δύο «εχθρικές», μέχρι τότε, χώρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρώτη επίσκεψη Αμερικανού Προέδρου σε Κίνα και Σοβιετική Ένωση. Η πολιτική της Ύφεσης, η οποία αποσκοπούσε στην εξομάλυνση των σχέσεων με Κίνα και Σοβιετική Ένωση, αποτέλεσε δίαυλο για την επίτευξη σημαντικών γεγονότων αφενός της μείωσης της σοβιετικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, αφετέρου την έναρξη διαδικασιών για την ειρήνη μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών. Παρά την παραίτηση του Nixon, μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου του Watergate, o Kissinger πλαισίωσε την Κυβέρνηση του Προέδρου Ford, της οποίας μείζονος σημασίας επίτευγμα υπήρξε η ολοκλήρωση της Διάσκεψης Ευρωπαϊκής Ασφάλειας στο Ελσίνκι το 1975.

Henry Kissinger shakes hand with Le Duc Tho, leader of North Vietnam delegation, after the signing of the Paris Peace Accords on January 23, 1973.AFP / GETTY IMAGES

Η πυρετώδης ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων συμπορευόταν και διαδέχτηκε την πολιτική του καριέρα, γεγονός που αποκρυσταλλώνεται στο περιεχόμενο των συγγραμμάτων του. Σε ένα από τα πιο σημαντικά -αν όχι το σημαντικότερο βιβλίο του-, τη «Διπλωματία», ο Kissinger προβαίνει στην ανάλυση των σχέσεων που οδηγούν στον πόλεμο, εγκαθιδρύουν την ειρήνη, την ασφάλεια, την τάξη και την αταξία. Είναι θιασώτης της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων εδραιώνοντας το εθνικό συμφέρον ως βασικό κριτήριο για τη μακροπρόθεσμη αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ωστόσο, δεν απορρίπτει εντελώς τον ιδεαλισμό, καθώς πίστευε σε μία ένωση της Realpolitik -μιας εξωτερικής πολιτικής βασισμένης σε εκτιμήσεις της ισχύος και του εθνικού συμφέροντος- με τον Ουιλσονικό ιδεαλισμό. Συγκεκριμένα, όπως και ο Πρόεδρος Nixon, ο Kissinger συμμεριζόταν τον διεθνισμό του Wilson· εντούτοις, η αρνητική για τις ΗΠΑ έκβαση του πολέμου του Βιετνάμ τον είχε διδάξει τον διαχωρισμό των ευθυνών της Αμερικής σε αυτές τις οποίες ο ρόλος της ήταν απλώς επικουρικός από εκείνες που ήταν απαραίτητος. Μάλιστα, ο Niall Ferguson στο βιβλίο του “The Idealist” έχει αναφέρει ότι ο Kissinger έχει επηρεαστεί από τον ιδεαλιστή φιλόσοφο Immanuel Kant.

Ο Kissinger όντας πολυγραφότατος το 2014, με την έκδοση του δημοφιλούς βιβλίου του «Παγκόσμια Τάξη», παρέδωσε μια παρακαταθήκη η οποία επιτρέπει την περαιτέρω σκιαγράφηση των απόψεών του σχετικά με τη λειτουργία των διεθνών σχέσεων. Για τον Kissinger, η διεθνής κοινότητα δεν παρουσιάζει ένα σαφές ή συμφωνημένο σύνολο στόχων και καθώς το χάος απειλεί το διεθνές στερέωμα, αποτελεί αδήριτη ανάγκη η οικοδόμηση μιας τάξης που μπορεί να εξισορροπήσει τις ανταγωνιστικές επιθυμίες των εθνών, τόσο των καθιερωμένων Δυτικών δυνάμεων που έγραψαν τους υφιστάμενους διεθνείς «κανόνες» (κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες), όσο και τις αναδυόμενες που δεν τους αποδέχονται, κυρίως την Κίνα αλλά και τη Ρωσία και τον ισλαμικό κόσμο. Η δυσκολία του συγκεκριμένου εγχειρήματος απαντάται στο ότι δεν υπάρχει μια οικουμενική παγκόσμια τάξη παρά μόνο διαφορετικές εκδόσεις της, τις οποίες οι διάφοροι πολιτισμοί έχουν υιοθετήσει. Ο Kissinger αντιτίθεται στην ιδέα του «κυβερνο-ουτοπισμού», σύμφωνα με την οποία η συνδεσιμότητα και η διαφάνεια είναι ικανές να προσδώσουν στον κόσμο ένα ασφαλέστερο πρόσημο, εξαιτίας της απόκτησης πληροφοριών μεταξύ των εθνών. Εν αντιθέσει, όπως έχει δηλώσει, οι αιτίες των συγκρούσεων εντός και μεταξύ των κοινωνιών δεν περιορίστηκαν στην απουσία πληροφοριών ή στην ανεπαρκή ικανότητα κατανομής τους.

Το όνομα του Kissinger συνάδει απόλυτα με μια επιδέξια, «ανήθικη» διπλωματία με γνώμονα τον «ψυχρό» ρεαλισμό που προσαρμόζεται ανάλογα με την ισορροπία ισχύος και την επιδίωξη του εθνικού συμφέροντος. Έχει ειπωθεί, ωστόσο, ότι το τελευταίο του βιβλίο η «Παγκόσμια Τάξη» εγκολπώνεται -ως έναν βαθμό βέβαια- ένα άλλο ρεύμα της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, τον επονομαζόμενο Κονστρουκτιβισμό (“Constructivism”[1]). Το πρόβλημα για τον Kissinger είναι ότι το σημερινό σύστημα κανόνων αντιμετωπίζει προκλήσεις διότι δεν υπάρχει ένας κοινός ορισμός του συστήματος. H απουσία μιας κανονιστικής συναίνεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο της αστάθειας, «οποιοδήποτε σύστημα παγκόσμιας τάξης, για να είναι βιώσιμο, πρέπει να γίνει αποδεκτό όχι μόνο από τους ηγέτες, αλλά και από τους πολίτες». Το ερώτημά του, τελικά, είναι το εξής: «Μπορούν οι περιοχές με διαφορετικούς πολιτισμούς, ιστορίες και παραδοσιακές θεωρίες τάξης να δικαιολογήσουν τη νομιμότητα οποιουδήποτε κοινού συστήματος;» Αυτού του είδους το ερώτημα ταιριάζει απόλυτα με το έργο του Κονστρουκτιβιστή Alexander Wendt “Social Theory of International Politics”. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Kissinger εξακολουθεί αφενός να θεωρεί τη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων ως κινητήριο μοχλό και αφετέρου να υποστηρίζει τη μεγιστοποίηση του εθνικού συμφέροντος, γεγονός που αποδεικνύει την εφαρμογή των διδαχών της ρεαλιστικής θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Ωστόσο η ερμηνεία του βιβλίου για την παγκόσμια τάξη, τον πολιτισμό, την ιστορία και την ταυτότητα παρουσιάζει μια κονστρουκτιβιστική έκφανση.

Εν κατακλείδι, άξια αναφοράς αποτελεί η σημασία που δίνει ο Kissinger στον ρόλο των πολιτικών και των διανοούμενων στις διεθνείς σχέσεις. Όπως χαρακτηριστικά γράφει σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του «Διπλωματία»: «Οι διανοούμενοι αναλύουν τη λειτουργία των διεθνών συστημάτων, οι πολιτικοί τα οικοδομούν». Είναι βέβαιο ότι ο Kissinger αποτελώντας ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν σε θέση να εφαρμόζει τις ιδέες του και να επηρεάζει την εξωτερική πολιτική της χώρας του και τις διεθνείς εξελίξεις.


[1] Κονστρουκτιβισμός: Θεωρία των Διεθνών Σχέσεων σύμφωνα με την οποία οι θεμελιώδεις δομές της διεθνούς πολιτικής είναι κοινωνικές, και αυτές οι δομές διαμορφώνουν τις ταυτότητες και τα ενδιαφέροντα των δρώντων.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Μαριεύα Ταμιωλάκη

Βρίσκεται στο 3ο έτος φοίτησης στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Κατέχει πτυχία αγγλικής και γερμανικής γλώσσας, ενώ της αρέσει να συμμετέχει σε συνέδρια προσομοιώσεων διεθνών οργανισμών, να παρακολουθεί σεμινάρια διεθνών σχέσεων και την ενδιαφέρει πολύ η παρακολούθηση των εξελίξεων που άπτονται της διεθνούς πολιτικής.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαριεύα Ταμιωλάκη
Βρίσκεται στο 3ο έτος φοίτησης στο τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Κατέχει πτυχία αγγλικής και γερμανικής γλώσσας, ενώ της αρέσει να συμμετέχει σε συνέδρια προσομοιώσεων διεθνών οργανισμών, να παρακολουθεί σεμινάρια διεθνών σχέσεων και την ενδιαφέρει πολύ η παρακολούθηση των εξελίξεων που άπτονται της διεθνούς πολιτικής.