Της Δέσποινας Κάντα,

Πώς εμπλέκεται η ταυτότητα ως τεχνική στη διαδικασία της δημαγωγίας; 

Η συγκεκριμένη τακτική αφορά την αναγωγή της πολιτικής στο δίπολο «εμείς» και «αυτοί». Στην πραγματικότητα η χρήση της ταυτότητας έχει να κάνει με την τοποθέτηση των πολιτικών ζητημάτων στον άξονα «οι καλοί» και «οι κακοί». Στις περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται αυτή η τακτική, ο δημαγωγός, εκμεταλλευόμενος και τη φυσική ανάγκη του ατόμου να αισθάνεται μέρος μιας ομάδας, ταυτίζει την έννοια του «εμείς» με την έννοια της καλής διαχείρισης και την ηθική συμπεριφορά και τους αντιπάλους του («αυτοί») με την κακή διαχείριση και την ανηθικότητα. Αυτό αποσκοπεί στη δημιουργία συναισθημάτων, στην δημιουργία πάθους και -ως φυσικό επακόλουθο- στο λαϊκισμό.  Η σύγχυση και η γενικότερη εμπλοκή συναισθημάτων, σε οποιαδήποτε περίσταση κληθούμε να πάρουμε αποφάσεις, πολλές φορές μας εμποδίζει να δούμε καθαρά τα δεδομένα και να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Ενδεχομένως και στην πολιτική, με την απουσία συναισθημάτων, να ήταν ευκολότερο να καταλάβει κάποιος ότι συμπεριφορές τύπου «δεν πληρώνω» ή «όχι στην 8ωρη εργασία» είναι φύσει αδύνατο να συμβούν σε ένα κράτος με οργάνωση και νόμους. Έχουμε ξεφύγει εδώ και εκατοντάδες χρόνια από το μοτίβο ζωής των άτυπα οργανωμένων κοινωνιών. Αυτό συνεπάγεται ότι ως πολίτες έχουμε δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. Αυτό περισσότερο αξίζει να τονιστεί όχι για να δοθεί η εντύπωση ότι ο κρατικός μηχανισμός και η εξουσία υπερέχουν και μπορούν να συμπεριφέρονται με όρους μειωτικούς για την αξιοπρέπεια και τη νοημοσύνη του πολίτη, αλλά γιατί είναι θέμα του ίδιου του πολίτη να εντοπίζει τον δημαγωγό, να συνειδητοποιεί αν είναι εφικτό και υλοποιήσιμο αυτό που (του) λέει, ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει αν θα τον στηρίξει με τη ψήφο του. 

Πολλές φορές η δημαγωγία της ταυτότητας συνδυάζεται με επικλήσεις στην «αυθεντία». Και λέμε αυθεντία εντός εισαγωγικών διότι στην πραγματικότητα πολλές φορές το θράσος μέρους εκείνων που την επικαλούνται είναι τόσο μεγάλο, ώστε ούτε οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν αν ισχύει το περιεχόμενο των δηλώσεών τους. Στην έρευνα τι κάνουμε; Ζητάμε πηγές για να διαπιστωθεί η επιστημονική εγκυρότητα των όσων γράφουμε. Και αυτό είναι που προσδίδει αξιοπιστία και βοηθάει επιστήμονες από κάθε φάσμα να αναπτύξουν τις ιδέες τους, με απώτερο σκοπό την προσφορά στην επιστημονική κοινότητα και τον άνθρωπο. Ο απλός πολίτης αρκεί να σκέφτεται και να μην υιοθετεί αυτούσια και υπό την απουσία οποιουδήποτε φίλτρου, όποια πληροφορία λάβει από τον πολιτικό-δημαγωγό. Όποιος, άλλωστε, θεωρεί ότι ως πολιτικός δεν έσφαλε καμία φορά στην πολιτική του θητεία, μάλλον έχει «βολική μνήμη». Ο πολίτης, όμως, οφείλει να θυμάται. 

Για να καταλάβουμε τη σημασία της μνήμης στον πολίτη ας εξισώσουμε την εμπειρία μιας κακής πολιτικής ηγεσίας με μια κακή εμπειρία που είχαμε ως καταναλωτές ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας από ένα κατάστημα. Ενδεχομένως, αν ένας πολιτικός μας απογοητεύσει, αν δεν τηρήσει όσα υποσχέθηκε, αλλά αντ’ αυτού επιφέρει και πολιτικές πολύ χειρότερες, ο πολίτης μπορεί να το ξεχάσει, να τον δικαιολογήσει και να τον εμπιστευτεί ξανά. Αν ένα κατάστημα διαθέτει ένα προϊόν ή παρέχει μια υπηρεσία, οι πωλήσεις των οποίων εξαρτώνται αποκλειστικά από το marketing και το ίδιο το προϊόν/υπηρεσία δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα που παρουσιάζεται, ο καταναλωτής θα ζητήσει αλλαγή, τα χρήματά του πίσω, πιθανό να προσφύγει στο Συνήγορο του Καταναλωτή κ.ο.κ.. Το σίγουρο είναι ότι ανάλογα με τον βαθμό απογοήτευσης που θα δεχτεί από το προϊόν/υπηρεσία και τη διαχείριση των παραπόνων του, δεν θα εμπιστευτεί ξανά το συγκεκριμένο κατάστημα (δεδομένου ότι δεν υπάρχει μονοπώλιο). Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε μια βασική διαφορά. Ο πολιτικός για να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη του πολίτη θα χρησιμοποιήσει τη δημαγωγία. Ο καταστηματάρχης γνωρίζει ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βελτιώσει το προϊόν/υπηρεσία του, προκειμένου να εξασφαλίσει -όσο αυτό είναι δυνατό να γίνει- τη βιωσιμότητα και την εξέλιξη της επιχείρησής του. Αξίζει να σημειωθεί ότι πάγια τακτική του δημαγωγού στον αγώνα αποκατάστασης της εικόνας του και στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης αποτελεί η «αιτιολόγηση» των αποτυχιών. Αυτό προκύπτει από την επίρριψη ευθυνών σε κάτι άυλο, όπως «οι συνθήκες» ή την παρουσίαση της «αυτοκριτικής» ως «αποτέλεσμα πολιτικών που υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν από άλλους», δικαιολογία που για ανεξήγητο λόγο ο πολίτης θεωρεί ικανοποιητικά καλή για να στηρίξει ξανά τον πολιτικό- δημαγωγό. 

Γιατί θεωρείται τεχνική η επίκληση στην ταυτότητα και πώς μας αποπροσανατολίζει από τον ουσιαστικό διάλογο; 

Στην πραγματικότητα αυτή η τεχνική κρατάει το ενδιαφέρον του ακροατή μακριά από την ουσία του διαλόγου, η οποία δεν είναι άλλη από το ποιος σχεδίασε και υλοποίησε τις καλύτερες πολιτικές. Ποιος βελτίωσε ή προσέφερε τη λύση στο πρόβλημα, μέσω της πολιτικής του. Στρέφει, δηλαδή, περισσότερο το ενδιαφέρον στο ηθικό στοιχείο και λιγότερο (ή καθόλου) στο στρατηγικό σχεδιασμό. Ωστόσο αυτό που πρέπει να διερωτηθούμε είναι το τι είναι τελικά ηθικό; Αξίζει, επίσης να αναρωτηθούμε αν η πάλη μεταξύ του ηθικού στοιχείου και του στρατηγικού σχεδιασμού συνάδει με το ζήτημα της ηθικής στην πολιτική φιλοσοφία γενικότερα. Όπως δεν είναι εύκολο να αντιληφθεί κάποιος τη δημαγωγία τη στιγμή που συμβαίνει, διότι αυτά που ακούει του φαίνονται “λογικά”, έτσι και το ηθικό στοιχείο στην πολιτική πολλές φορές μπαίνει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην πρακτικότητα και την ορθολογική διαχείριση με ανθρωποκεντρική προσέγγιση, οδηγώντας στη λήψη τεχνοκρατικών αποφάσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει πάντως ότι αυτές οι αποφάσεις συγκρούονται απαραίτητα με το ηθικό στοιχείο. Η συζήτηση, λοιπόν, περιστρέφεται -λανθασμένα- γύρω από το δίπολο «εμείς» και «αυτοί» και αποσκοπεί στο να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του ακροατή σε μια ηθική υπεροχή (που υποτίθεται ότι υπάρχει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του δημαγωγού και την οποία βέβαια κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος κατέχει). Αυτό -σε συνδυασμό με την επιθετική ρητορική και την πειθώ, την απαξίωση της εκπαίδευσης και την καλλιέργεια της αίσθησης του “αδικημένου”- αντιλαμβανόμαστε πως αποτελεί μια βήμα προς βήμα στροφή της συνείδησης του πολίτη προς τον εκμαυλισμό. 

Η υπερβολική αυτοπεποίθηση είναι χαρακτηριστικό που σχετίζεται άμεσα με την πολιτική, αφού είναι κάτι που ο δημαγωγός επιδιώκει να καλλιεργεί στους υποστηρικτές ή δυνητικούς υποστηρικτές. Αυτή η αυτοπεποίθηση δεν πηγάζει από προσπάθεια χρόνων και κόπο, αλλά από λόγια που ειπώθηκαν μόνο και μόνο για να αναπτυχθεί ένας κακής ποιότητας εγωισμός, που σκοπό έχει να οδηγήσει τα άτομα αυτά στην προσπάθεια επιβολής σε όσους γνωρίζουν μεν για τι πράγμα μιλάμε, αλλά πιστεύουν ότι η συζήτηση με ανθρώπους που βαφτίζουν την επιθετική ρητορική «επιχείρημα» και τον τσαμπουκά «πολιτική», είναι χάσιμο χρόνου. Ο δημαγωγός θεωρεί ορθότερο να μην μιλάμε για πολιτικές, αλλά για δράση. Αυτό, όμως, ενώ εκ πρώτης όψεως δίνει την εικόνα της “αμεσότητας” αντιλαμβανόμαστε ότι είναι αδύνατο να σταθεί -πόσο μάλλον να λειτουργήσει αποδοτικά- ως στρατηγική στην πολιτική, λόγω των εξαιρετικά πολλών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν για το σχεδιασμό μιας επιτυχημένης πολιτικής. 

Υπάρχει η πεποίθηση ότι η δημαγωγία και ο λαϊκισμός είναι φαινόμενα της πολιτικής που γίνονται εύκολα αντιληπτά. Αυτή η πεποίθηση δεν είναι απλά λανθασμένη, αλλά και επικίνδυνη. Είναι λάθος να αντιλαμβανόμαστε τον πολιτικό διάλογο ή την πολιτική αντιπαράθεση ως τηλεοπτικό reality. Είναι λάθος να τοποθετεί ο πολίτης  -υποσυνείδητα- το «θέαμα» πάνω από την «ουσία». Είναι λάθος να θεωρούμε ότι η δημαγωγία έχει να κάνει αποκλειστικά με τον πολιτικό. Η δημαγωγία, όπως και πλήθος άλλων συμπεριφορών, εξαρτάται από τον πολιτικό στο βαθμό άσκησής της. Στο βαθμό αποδοχής της, όμως, είναι θέμα του πολίτη αν θα την εντοπίσει, αν θα δεχτεί τα επιχειρήματα του πολιτικού ως «λογικά» και αν θα τον στηρίξει με την ψήφο του. Η δημαγωγία βρίσκει πρόσφορο έδαφος και αναπτύσσεται όταν υπάρχει κοινωνική, πολιτική ή οικονομική αναταραχή. Χρησιμοποιεί το συναίσθημα ως εργαλείο. Για το λόγο αυτό, όταν μας συνεπαίρνει το συναίσθημα, λειτουργεί η δημαγωγία. Γιατί επικεντρωνόμαστε (και αναλωνόμαστε) σε συζητήσεις που δεν προσφέρουν ουσιαστικά στη «μεγάλη εικόνα», που είναι ο σχεδιασμός της πολιτικής.


Δέσποινα Κάντα, Αρχισυντάκτρια Πολιτικού

Είναι πολιτικός επιστήμονας, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές σπουδές της στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Ολικής Ποιότητας με Διεθνή Προσανατολισμό (MBA TQM Int.), του Πανεπιστημίου Πειραιά και το πρόγραμμα MA in Governance, του European Public Law Organization (EPLO), ως υπότροφη του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων ΕΟΠΕ-HAPSc. Εργάζεται σε διοικητικές θέσεις και ως εξωτερικός συνεργάτης σε γραφεία συναφούς αντικειμένου των σπουδών της, με κύρια αντικείμενα το project management και το digital marketing. Στα άμεσα σχέδια της είναι η εκπόνηση ενός διδακτορικού και η ανάπτυξη του δικτύου συνεργατών της.