Της Γιώτας Κοσκινά,

Για μία ακόμα χρονιά η Ελλάδα αντιμετωπίζει το πρόβλημα εισροής υπέρογκων μεταναστευτικών ροών στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Οι άνθρωποι αυτοί που ξεκινούν από τα κράτη τους μέσω -συχνά- ενός διακινητή βρίσκονται μεσοπέλαγα μέσα σε μία κακής ποιότητας βάρκα, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους και τις ζωές μελών της οικογένειάς τους οραματιζόμενοι ένα καλύτερο αύριο για αυτούς και τις οικογένειές τους. Ονειρεύονται ένα ασφαλές, υγιές και οικονομικά εύρωστο μέλλον σε κάποιο Ευρωπαϊκό -ενδεχομένως- κράτος. Πράγμα που δεν συμβαίνει πάντα, όπως δεν συμβαίνει και με όλα τα όνειρα. Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, δέχεται καθημερινά μεγάλο αριθμό από τέτοιες βάρκες, γεμάτες με ανθρώπους που ελπίζουν τα όνειρά τους για μία καλύτερη και πιο ασφαλή ζωή να πραγματοποιηθούν, συμπεριλαμβανομένων και πολλών ανήλικων παιδιών που είτε ακολούθησαν την οικογένειά τους, είτε χάθηκαν από αυτήν και βρέθηκαν μόνα και ασυνόδευτα στη χώρα μας. Τα πρώτα έχουν τη δυνατότητα να ακολουθήσουν την οικογένεια τους –όπου αυτή βρεθεί μετά την ταυτοποίηση των εγγράφων-. Τα ασυνόδευτα όμως ανήλικα δεν έχουν κηδεμονία, ούτε κάποια εποπτεία ενηλίκων.

Σύμφωνα με την τελευταία επικαιροποιημένη κατάσταση του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο «εκτιμώμενος αριθμός» των ασυνόδευτων ανηλίκων στην Ελλάδα, στα τέλη του Ιανουαρίου, είναι 5.463. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία εξ αυτών το 92,5% είναι αγόρια και το 7,5% κορίτσια, κάτω των 14 ετών είναι σε ποσοστό 9%, τα περισσότερα είναι από το Αφγανιστάν (44%), από το Πακιστάν είναι το 21%, από τη Συρία το 11%, ενώ σε ποσοστό 24% έχουν άλλη εθνικότητα. Από αυτά μόνο τα 2.103 ασυνόδευτα ανήλικα βρίσκονται σε μακροχρόνια ή προσωρινή φιλοξενία, μόλις 76 σε κέντρα επείγουσας φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, 1877 σε κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης, 187 σε προστατευτική φύλαξη, 143 σε κέντρα ανοιχτής φιλοξενίας, ενώ υπάρχουν και 1077 που βρίσκονται σε άτυπες και επισφαλείς συνθήκες στέγασης («διαμερίσματα με άλλους, καταλήψεις, ή αστεγία»). 

Τα παραπάνω νούμερα –που μόνο νούμερα δεν είναι, αλλά παιδικές ψυχές- και οι συνθήκες προσωρινής τους διαβίωσης αναδεικνύουν μια σειρά από «κενά», ανεπάρκειες και δυσλειτουργίες του συνολικού μηχανισμού που, έχει στον τομέα ευθύνης του την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων προσφυγόπουλων. Για το λόγο αυτό έχει ξεκινήσει η προετοιμασία κτιρίου στο Γέρακα για να υποδεχθεί ένα σημαντικό αριθμό ασυνόδευτων ανηλίκων με τη συνδρομή της Unisef και άλλων Διεθνή Οργανισμών που βασικό τους στόχο έχουν τη προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για το εν λόγω θέμα μάλιστα υπήρξε και μία πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ της κ. Φωτίου και της κ. Μιχαηλίδου τις προηγούμενες ημέρες στη Βουλή, με την τελευταία να υπογραμμίζει ότι για το προαναφερθέν κτίριο αποκλειστικά υπεύθυνος θα είναι ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) χωρίς να έχουν λόγο σε αυτό οι υπηρεσίες του αρμόδιου υπουργείου, ενώ δεν παρέλειψε να σημειώσει τη διαρκή προσπάθεια δημιουργίας νέων θέσεων φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, σε πλήρη  συνεργασία και ομόνοια με τον ΔΟΜ, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και τη Unicef. 

Πέρα από τη δημιουργία μίας δομής φιλοξενίας ασυνόδευτων παιδιών στο Γέρακα, η κυβέρνηση σχεδιάζει και τη χορήγηση ενός επιδόματος, όπου μέσω φορέων θα υπάρχει η δυνατότητα να καλύπτεται οικονομικά η στέγαση, η σίτιση και η παροχή υπηρεσιών, όπως κοινωνικοί λειτουργοί, παιδοψυχολόγοι κ.α. (ψυχοκοινωνική υποστήριξη). Στόχος του συγκεκριμένου προγράμματος θα είναι η μείωση του συνολικού κόστους φιλοξενίας των ασυνόδευτων, σε  κατάλληλες δομές, καθώς η προστασία τους αποτελεί επιβεβλημένη εθνική υποχρέωση. Τα εν λόγω διαμερίσματα ημιαυτόνομης διαβίωσης είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος στέγασης των ασυνόδευτων ανηλίκων άνω των 16 ετών, βάση ερευνών. Τα χρήματα του εν λόγω επιδόματος θα είναι από κοινοτικά κονδύλια (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης – Τ.Α.Μ.Ε.), ενώ το κόστος του προγράμματος θα είναι πολύ χαμηλότερο από το κόστος αντίστοιχων προηγούμενων προγραμμάτων.

Στόχος -πέρα από κάθε πολιτική αντιπαλότητα- οφείλουμε να είναι η στήριξη μιας από τις πιο ευαίσθητες ευπαθείς ομάδες: των παιδιών. Αυτό είναι κάτι που θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνο με συντονισμένες κινήσεις και κεντρική, πολύπλευρη λογική διαχείρισης. Ας μην ξεχνάμε πρώτα απ’ όλα ότι μιλάμε για παιδιά. Μόνα τους στον κόσμο, σε ξένη χώρα, που μόλις έχουν βγει από συνθήκες που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να έχει ζήσει. Αυτά πρώτα κάνουν την πιο σπουδαία προσπάθεια για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Εμείς, ως πολιτεία, οφείλουμε να τα στηρίξουμε.  


Γιώτα Κοσκινά, Σύμβουλος Έκδοσης

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά. Αποφοίτησε το 2016 από το τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με κατεύθυνση την Πολιτική Επιστήμη. Είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο μεταπτυχιακό με τίτλο «Πολιτική και Διαδίκτυο» του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα ως επικοινωνιολόγος.