Του Πέτρου-Ορέστη Κατσούλα,

Η δυναμική επανάκαμψη του ασιατικού σινεμά αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στον χώρο της έβδομης τέχνης τα τελευταία χρόνια. Μετά τις επικές δημιουργίες του ιαπωνικού σινεμά κατά τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80 (Όσιμα, Κουρασάβα) και τα λυρικά ιστορικά αφηγήματα του Ζαν Γιμού (‘90, ‘2000) ο ασιατικός κινηματογράφος επανέρχεται δυναμικά, αυτή τη φορά με ταινίες που διαθέτουν έντονο κοινωνικό πόσιμο. Αιχμή του δόρατος αυτή τη φορά η Νότια Κορέα, με τους ιάπωνες και τους κινέζους δημιουργούς να ακολουθούν. Η τρέχουσα κινηματογραφική σαιζόν μας επιφύλαξε μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές και ενδιαφέρουσες ταινίες αυτού του είδους. Πρόκειται για τα παράσιτα («Parasite») του νοτιοκορεάτη Μπονγκ Τζουν- Χο.

Οι κριτικοί χαρακτήρισαν την ταινία μαύρη κωμωδία, με στοιχεία θρίλερ και έντονη κοινωνική σάτιρα, μια γκροτέσκα φάρσα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια από τις πιο ανατρεπτικές ταινίες της τελευταίας δεκαετίας, που ξετυλίγει καρέ – καρέ  την απρόβλεπτη πλοκή της, διατηρώντας ως το τέλος τον χαρακτήρα ενός οξύτατου, αδυσώπητου θα λέγαμε, κοινωνικού σχολιασμού. Είναι περισσότερο απ’ όλα μια βαθύτατα πολιτική ταινία, που στοχεύει σε περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης για να  αναδείξει το σύνθετο πολιτικοκοινωνικό μήνυμά της. Ο ίδιος ο δημιουργός της Μπονγκ Τζουν–Χο, έκανε έκκληση στους κριτικούς να αποκαλύψουν όσο γίνεται λιγότερα για την ταινία και τις ανατροπές που θα ακολουθήσουν ως το τέλος, προκειμένου οι θεατές να διατηρήσουν τα συναισθήματά τους ως το τέλος: «Όταν γράψετε την κριτική για την ταινία, προσπαθήστε να αποκαλύψετε όσο το δυνατό λιγότερα για την ιστορία. Η διακριτικότητά σας θα είναι ένα εξαιρετικό δώρο στο κοινό και την ομάδα που έκανε αυτή την ταινία». 

Το σχήμα των αντιθέσεων κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, τόσο ως προς την πλοκή και τους χαρακτήρες, όσο και σε επίπεδο σκηνογραφίας: Η τετραμελής οικογένεια ανέργων των Kim, που ζει στο αστικό περιθώριο της Σεούλ, μιας πόλης  που αναπτύσσεται με καλπάζοντες ρυθμούς, ζωντανή επιβεβαίωση του ασιατικού οικονομικού θαύματος, προσεγγίζουν και εξαπατούν τους πλούσιους Park, οι οποίοι εμφανίζονται ως θύματα των τυχοδιωκτών-φτωχοδιάβολων. Όμως για τους τελευταίους η εξαπάτηση εμφανίζεται ως μόνη δυνατότητα να ξεφύγουν από την αθλιότητα του υπογείου, να ανέλθουν ως τις πολυτελείς επαύλεις των πλουσίων συμπατριωτών τους και να γευτούν τους καρπούς ενός άναρχα αναπτυσσόμενου καπιταλισμού. Από την άλλη πλευρά, οι ανάλγητοι, κοινωνικά αδιάφοροι Park, θύματα της εξαπάτησης, εμφανίζονται ως θύτες μέσα από την διαρκώς εξελισσόμενη σκηνοθετική ματιά του Τζούν – Χο, που οδηγεί την πλοκή στην κορύφωση και τους χαρακτήρες στην αριστοτεχνικά αναδιπλούμενη ανάδειξη τους. Σ’ αυτήν την ουγκωϊκής πρόσληψης αθλιότητα της ασιατικής μεγαλούπολης, οι σύγχρονοι Ternadier αναζητούν τη διέξοδο από τον δικό τους «βόρβορο», που με ανελέητα ρεαλιστικό τρόπο αποτυπώνεται στην πιο δυνατή σκηνή της ταινίας. Οι δύο κόσμοι  δεν μπορούν να συναντηθούν, οι δύο οικογένειες δεν μπορούν να συνυπάρξουν, η μόνη δυνατότητα είναι η μάχη μέχρι την τελική επικράτηση της μιας εκ των δύο πλευρών.

Σ’ αυτό το πλάνο των απόλυτων αντιθέσεων ο χώρος καθίσταται βασική συνιστώσα της κινηματογραφικής γραφής. Οι δύο κόσμοι, οι πλούσιοι και οι απόβλητοι, κινούνται όχι μόνο σε διαφορετικά ταξικά, αλλά και χωροταξικά επίπεδα. Οι πρώτοι έχουν το προνόμιο να ζουν πάνω από τη γη, να απολαμβάνουν το φως και τον αέρα, να κινούνται ελεύθερα. Οι δεύτεροι ζουν κάτω από τη γη σε μίζερα υπόγεια κρυμμένοι και αφανείς σαν ανθρωπόσχημα τρωκτικά που εισβάλουν λαθραία στον υπέργειο κόσμο για να επιστρέψουν και πάλι στο υπόγειο κρησφύγετο τους. Όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος ο σκηνοθέτης, πρόθεσή του αρχικά ήταν να σκηνοθετήσει ένα θεατρικό έργο με ανάλογη θεματολογία, ιδέα που με την παραίνεση κάποιων φίλων κατέληξε σε κινηματογραφική ταινία. Για τον λόγο αυτό στα «Παράσιτα» ο χώρος αποτελεί σημείο αναφοράς λειτουργώντας ως θεατρική σκηνή δύο επιπέδων, επί της οποίας ξεδιπλώνεται η πλοκή της ταινίας.

Μιλώντας για τους χαρακτήρες της ταινίας ο ίδιος ο Μπονγκ Τζουν-Xο αναφέρει: «όλοι οι χαρακτήρες κινούνται σε μια γκρίζα ζώνη. Δεν ήθελα να είναι κακοί ή καλοί. Έχουν και τις κακές και τις καλές πλευρές τους. Δεν ήθελα να δώσω τους πλούσιους ως άπληστους και μοχθηρούς. Ακόμη και οι φτωχοί κάνουν κακές πράξεις και κάποια στιγμή τιμωρούνται. Δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε πως ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα. Κι αυτό προκαλεί το φόβο. Το χειρότερο όμως είναι πως αυτό δεν πρόκειται στο μέλλον να καλυτερεύσει».

Ο 50χρονος νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης ξεκίνησε την καριέρα γυρίζοντας αρχικά ταινίες μικρού μήκους, ενώ  το 2000 γύρισε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, τη μαύρη κωμωδία «Τα σκυλιά που γαβγίζουν δεν πεθαίνουν». Ακολούθησαν το 2003 οι «Μνήμες εγκλήματος», μια ταινία με σατυρικές αιχμές με αφορμή την έρευνα για έναν κατά συρροή δολοφόνο, «Ο Επισκέπτης» το 2006 και το θρίλερ μυστηρίου «Μητέρα» το 2009. 

Τα «Παράσιτα» («Parasite») αποτελούν μια από τις καλύτερες και πολυσυζητημένες ταινίες της σαιζόν που σάρωσε στην κυριολεξία τα διεθνή βραβεία: Η ταινία που απέσπασε στις 21 Φεβρουαρίου 2020 τέσσερα Όσκαρ, με κορυφαίο το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (πρόκειται για την πρώτη διεθνή ταινία που αποσπά αυτό το βραβείο από την Αμερικάνικη Ακαδημία Κινηματογράφου), ενώ λίγους μήνες πριν είχε κατακτήσει τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών.


Πέτρος-Ορέστης Κατσούλας

Είναι υποψήφιος διδάκτωρ συγκριτικού, δημοσίου και ευρωπαϊκού δικαίου (Πανεπιστήμιο Paris II Panthéon-Assas). Πτυχιούχος της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο του Πανεπιστημίου Paris II Panthéon-Assas, με ισχυρή βάση στο ευρωπαϊκό δίκαιο, το δημόσιο δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φέρει δικηγορική εμπειρία σε αντικείμενα δημοσίου δικαίου αλλά και πολιτικής και διοικητικής δικονομίας, από άσκηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Κατά το παρελθόν είχε ενεργή συμμετοχή στην ELSA ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, συμμετοχή σε προσομοιώσεις οργανισμών και πρακτική άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών.