Της Στέλλας Μίτιλη, 

Μετά την πρόσφατη νίκη και στη Νεβάδα για τις εσωκομματικές εκλογές, ο Μπέρνι Σάντερς παρά τα 78 του χρόνια, καταφέρνει να επικρατήσει σε τρεις ήδη πολιτείες, μαζί με την Αϊόβα και το Νιου Χαμσάϊρ -αν και οριακή-, αναδεικνύοντας τον εαυτό του σε φαβορί για το χρίσμα του υποψηφίου των Δημοκρατικών για την Προεδρία των ΗΠΑ στις εκλογές του Νοεμβρίου. Με τις απανωτές και διαδοχικές νίκες του, ο σοσιαλιστής γερουσιαστής δείχνει να έχει προβάδισμα έναντι του βασικού του αντιπάλου και αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, αντίθετα με τις προβλέψεις των ΜΜΕ, που έχριζαν προκαταβολικά τον τελευταίο ως «επικρατέστερο υποψήφιο». Συγχρόνως, αφήνει πίσω τον νέο και ανερχόμενο κεντρώο Πιτ Μπούτιτζετζ, τις γερουσιαστές Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Έιμι Κλόμπουτσαρ, τον δισεκατομμυριούχο Τομ Στάγιερ και τον άλλοτε δήμαρχο Νέας Υόρκης Μάικλ Μπλούμπεργκ.

Ποιος είναι, όμως, αυτός ο «δυνατός» -τώρα πια-, επίδοξος και ίσως πολλά υποσχόμενος υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ; Ο Αμερικανός πολιτικός, Μπέρναρντ «Μπέρνι» Σάντερς, Γερουσιαστής που εκπροσωπεί την πολιτεία του Βερμόντ, έχει τη μεγαλύτερη θητεία στην ιστορία του Κογκρέσου ως ανεξάρτητος, μέχρι την ένταξή του στο Δημοκρατικό Κόμμα, με το οποίο συμπαρατάσσονταν ήδη από πριν περιστασιακά. Η παρουσία του στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ από διάφορες θέσεις παρουσιάζεται εντυπωσιακή, έχοντας διατελέσει ως δήμαρχος, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, ιδρυτικό μέλος παράταξης και γερουσιαστής, φτάνοντας τελικά στην υποψηφιότητά του για την Προεδρία των ΗΠΑ. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως «Δημοκρατικός Σοσιαλιστής», πράγμα που αποδεικνύεται από τις ιδιαίτερα προοδευτικές ιδέες και αντιλήψεις του. Υπέρμαχος της ισότητας και κυρίως της οικονομικής των πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ο Σάντερς έχει ταχθεί κατά του πολέμου με το Ιράκ και έχει ασκήσει σκληρή κριτική στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και τις φυλετικές διακρίσεις, όπως και σε άλλα πολλά στο σύστημα της δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι είναι ο υποψήφιος που έχει επιτύχει τις πιο πολλές δωρεές, αρνούμενος να δεχτεί χρήματα από τους «σπόνσορες» δισεκατομμυριούχους και τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες -δηλωτικό της τάσης του «να διεκδικεί»-, θεωρώντας το «ξεπούλημα», και δεχόμενος «χρηματοδότηση» από τους «απλούς σκληρά εργαζόμενους Αμερικανούς». Παρά τον αυτοπεριορισμό του, η τακτική «παίρνω λίγα από τους πολλούς» -το λαό- φαίνεται πάντως να έχει αποδώσει καρπούς, καθώς το ύψος των δωρεών έχει ξεπεράσει τα 25.000.000 δολάρια.

Η υποψηφιότητά του στις εκλογές του 2020 δεν αποτελεί την πρώτη προσπάθεια του Σάντερς να εκλεγεί εκπρόσωπος των Δημοκρατικών και επακολούθως ίσως Πρόεδρος των ΗΠΑ. Είχε συμμετάσχει ξανά ως υποψήφιος το 2016, όπου παρά τις ελάχιστες πιθανότητες που είχε, κατάφερε με την προεκλογική εκστρατεία του να αναδειχθεί στους δύο βασικούς διεκδικητές του Δημοκρατικού Χρίσματος, όπου ηττήθηκε από την Χίλαρι Κλίντον. Σε αυτές τις εκλογές, όπως τονίζει και τόνιζε ανέκαθεν στο πρόγραμμά του, επιδιώκει να επιτύχει οικονομική, φυλετική, κοινωνική και περιβαλλοντική ισότητα για όλους, ενώ παράλληλα βασικός σκοπός του -ως δικαιολογημένο επακόλουθο- είναι να κερδίσουν οι Δημοκρατικοί, ακόμα και χωρίς αυτόν ως εκπρόσωπό τους, προβάλλοντας το μήνυμα της κομματικής ενότητας και συσπείρωσης, ειδικά τον Ντόναλντ Τραμπ, «τον πιο επικίνδυνο Πρόεδρο της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας», όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, καθώς τον θεωρεί ψεύτη και ρατσιστή από κάθε άποψη. Κύριο όπλο για την εκπλήρωση αυτού του στόχου είναι κατ’ αυτόν η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Την ίδια προτεραιότητα θέτει και η πρώην αντίπαλός του και νικήτρια, Κλίντον, η οποία δήλωσε την υποστήριξή της, παρά τις διαφωνίες της, για την επίτευξη του κοινού στόχου.

Παρά τις διάφορες κατηγορίες που έχει υποστεί περί π.χ. στήριξής του από τη Ρωσία και τις αντιδράσεις που έχουν προκαλέσει κατά καιρούς οι «προκλητικές» δηλώσεις του, -σε αντίθεση με τις δύο οριακές νίκες του- ο Μπέρνι Σάντερς είναι αυτή τη στιγμή ένα από τα πραγματικά πιθανά πρόσωπα να επικρατήσουν στις εκλογές. Ακριβώς αυτή η τελευταία νίκη του στην πρώτη φυλετικά ποικιλόμορφη πολιτεία όπου διεξάγονται προκριματικές, υποδηλώνει ότι ο Σάντερς δεν έχει πλέον απήχηση μόνο ανάμεσα στους προοδευτικούς λευκούς εκλέκτορες, αλλά σε μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, ανεξαρτήτως ηλικίας, σε ισπανόφωνους ψηφοφόρους και σε κεντρώους. Αυτό σε συνδυασμό με τα αλλεπάλληλα ρητορικά -αστεία πια- λάθη του κυριότερου αντιπάλου του, Μπάιντεν, ενισχύουν τις πιθανότητες -μολονότι δύσκολο- για μια ακόμη νίκη του, αυτή τη φορά στη Νότια Καρολίνα στις 29 Φεβρουαρίου, και κυρίως τη «Σούπερ Τρίτη» του Μαρτίου, οπότε ψηφίζουν 16 πολιτείες που διαθέτουν το 34% του συνόλου των εκλεκτόρων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αναμένονται και μπορεί να είναι ανατρεπτικά, ενώ το μόνο βέβαιο είναι ότι στην περίπτωση εκλογής και ανάδειξης μιας τέτοιας προσωπικότητας στην Προεδρία των ΗΠΑ θα προσδιδόταν ένα διαφορετικό ενδιαφέρον στην πολιτική σκηνή…


Στέλλα Μίτιλη

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999, έχει καταγωγή από τον Τύρναβο και είναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αποτελεί ενεργό μέλος της AIESEC και έχει συμμετάσχει σε πληθώρα φοιτητικών προσομοιώσεων, συνεδρίων και σεμιναρίων, όπως το MRC 2018, το EuroPA.S 2019 και το 23ο Πανελλήνιο Κοινοβούλιο Νέων της SAFIA. Έχει ασχοληθεί με την ρητορική, έχει γίνει μέλος σε ομάδες, και έχει παρακολουθήσει ομιλίες ποικίλης θεματολογίας. Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και έχει συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα Erasmus+ στο Τορίνο. Παίζει πιάνο και γενικότερα ασχολείται με την μουσική, λατρεύει τα ταξίδια και τις ταινίες. Έχει έντονο ενδιαφέρον για διεθνή, νομικά και κοινωνικά ζητήματα.