Του Νικόλα Λιαροδήμου,

Ο χειμώνας δίνει το παρόν. Δυναμικά ή όχι, αφήνει το αποτύπωμά του στην οικονομία της χώρας, εποχή άλλοτε με θετικές και άλλοτε με αρνητικές, μα πάντα με πολυποίκιλες επιπτώσεις.

Είναι συχνές οι αναφορές της ειδησεογραφίας σε διάφορα συμβάντα που εξαρτήθηκαν άμεσα από τις συνθήκες του καιρού… Το ενδιαφέρον εστιάζεται επί του παρόντος σε κάποια εντυπωσιακή μανούβρα ή σε μία δύσκολη πρόσδεση πλοίου σε κάποιο λιμάνι του Αιγαίου. Οι λήψεις που συνοδεύουν την εκάστοτε είδηση, αφήνουν άφωνους όλους όσους δεν έχουμε άμεση σχέση με τη θάλασσα. Πώς γίνεται ένα θηρίο της ακτοπλοΐας, που χτυπιέται βίαια από ανέμους, να προσεγγίζει να δένει και να αποβιβάζει επιβάτες και αγαθά εν μέσω θαλασσοταραχής; Γίνεται, θα απαντήσουν οι καπετανέοι. Δένουμε, γιατί το μπορούμε και μόνον όταν οι συνθήκες είναι τραγικά δύσκολες το καράβι δεν θα πιάσει λιμάνι και αυτό για να μην κινδυνέψει ανθρώπινη ζωή.

Εμβαθύνοντας πια στην δυναμική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στους όρους της άγονης γραμμής του χειμώνα, για τη λογιστική θεώρηση των πραγμάτων και στην γόνιμη γραμμή, για την πραγματική οικονομία, διαπιστώνεται η παραπάνω ασυμφωνία.

Πώς είναι άραγε να βρίσκεσαι σε ένα από τα μικρά νησιά του Αιγαίου και εκεί να εξελίσσεται η ροή της ζωής σου, η οποία τους χειμερινούς κυρίως μήνες να είναι απόλυτα εξαρτημένη από το πλοίο της άγονης; Και από την άλλη, πώς νιώθεις όταν αποτελείς το πλήρωμα του ζωοδόχου καραβιού που θα προσεγγίσει ακόμα και για ελάχιστους ή καθόλου επιβάτες, μα πάντα για απαραίτητα αγαθά;

Οι καπετανέοι της άγονης γραμμής, σαν ερημίτες της θάλασσας, θα μείνουν πιστοί υπηρέτες της νησιωτικής ζωής. Πόσα δέματα φαρμάκων άραγε ξεφορτώθηκαν βεβιασμένα, αφού ο καταπέλτης απλά ακουμπούσε στο λιμάνι, με τους κάβους να αδυνατούν να κρατήσουν σταθερό το πλοίο. Και πόσα από αυτά κράτησαν χαμηλά πυρετούς και πολέμησαν ασθένειες, κάτι που στην ηπειρωτική Ελλάδα θεωρείται απλό και κυρίως δεδομένο…

Με δυσκολία θα κατορθώσουμε να αντιληφθούμε τις συνέπειες που θα έχει η αδυναμία μίας προσέγγισης, ειδικά όταν γίνεται ανά εβδομάδα. Δεκαπέντε ημέρες χωρίς πλοίο, θα παραπονεθεί ο νησιώτης, αλλά αντέχουμε γιατί είμαστε μαθημένοι. Δεκαπέντε μέρες, όμως, χωρίς ανεφοδιασμό όχι της πολυτελούς διαβίωσης, μα του κοινού νοικοκυριού, της πραγματικής οικονομίας!

Αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα, θεωρείται δεδομένη η οργάνωση των νησιωτών για τους δύσκολους μήνες. Στο ίδιο μήκος κύματος θα έπρεπε να κινείται και η κρατική αντίληψη. Ζούμε, όμως, στη χώρα που το δεδομένο γίνεται ζητούμενο. Η πολιτειακή ανικανότητα να προβεί σε μακρόπνοους σχεδιασμούς, που θα καταστήσουν τα νησιά μας αυτόνομα, είναι πασιφανής. Δυστυχώς, ίδια είναι και η κατάσταση για ουσιαστικά έργα υποδομής, γιατί, όπως κοινά διαπιστώνεται από τους ειδήμονες της θάλασσας στα νησιά μας, δεν έχουμε λιμάνια, παρά μόνο προβλήτες.

Καλείται, λοιπόν, η ζωτική συνέχεια και οικονομική ευημερία του κάθε νησιού, που είναι αντίστροφη του μεγέθους, να εξαρτηθεί από μία προβλήτα στο νερό. Τα απάνεμα λιμάνια, που ένα κράτος με πληθώρα νησιών θα έπρεπε να σχεδιάζει και να υλοποιεί, είναι ανύπαρκτα πλην ελαχίστων περιπτώσεων που η φύση προνόησε! Ακόμα όμως και τα μεγάλα και προβεβλημένα νησιά υποδέχονται την ακτοπλοΐα σε λιμενικές υποδομές κάκιστες, απροστάτευτες και αφιλόξενες! Αν, όμως, δεχτούμε πως τα μεγάλα νησιά μπορούν να αυξάνουν την αυτονομία τους και την επάρκεια των αγαθών τους, θα επιστρέψουμε στα μικρότερα, εκεί που η άγονη γραμμή γίνεται γόνιμη σύνδεση με την ζωή.

Απανωτά ερωτήματα σοβαρεύουν τη συζήτηση πώς το κεντρικό κράτος υπηρετεί τις ανάγκες των κατοίκων που κρατούν τη ζωή στα μικρά νησιά μας, πώς θα ωθήσει νέους ανθρώπους να κάνουν πράξη την αποκέντρωση και να ξεκινήσουν οικονομικές δραστηριότητες στα νησιά μας. Πώς στηρίζεται η πραγματική οικονομία σε αυτές τις κουκίδες του χάρτη που αξίζουν το σεβασμό και την εκτίμηση όλων μας στην ηπειρωτική Ελλάδα…

Και εν τέλει, δικαιούμαστε εκ του ασφαλούς να ζυγίζουμε τις γραμμές και να τις ομαδοποιούμε σε κερδοφόρες και άγονες, προτάσσοντας το οικονομικό όφελος; Πόσο γόνιμη είναι η θεωρούμενη άγονη για τους κατοίκους των νησιών και πόσο σπουδαίοι οι άνθρωποι στα νησιά μας αλλά και εκείνοι που δαμάζουν τα κύματα για να τους υπηρετούν…

Με όρους ανθρωπισμού, λοιπόν, δεν υπάρχει άγονη γραμμή. Υπάρχει γόνιμη και εξαιρετικά απαραίτητη και είναι προφανής η αναγκαιότητα της επιδότησης της, μα όχι αρκετή. Χρειάζονται ακόμα πολλά, κυρίως υποδομές και οργάνωση, για να μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την προσοχή που δίνουμε στην νησιωτική μας Ελλάδα, με την υπέροχη ομορφιά και τη σπουδαία ιστορία…Στους νησιώτες μας.


Νικόλας Λιαροδήμος

Γεννήθηκε το 1996 στην Πάτρα και μεγάλωσε στο Μάνεσι Τριταίας. Σπούδασε οικονομικά, με την παραγωγική οικονομία να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Πιστεύει στη δύναμη του Έλληνα να παράγει και να καινοτομεί έχοντας αδυναμία στον πρωτογενή τομέα, στα σπλάχνα του οποίου ενηλικιώθηκε.