Του Κωνσταντίνου Πίχλιαβα,

Πώς θα νιώθατε, αν συναντούσατε τον Μεγάλο Αλέξανδρο; Τι θα κάνατε, αν έπρεπε να διαλέξετε τον καλύτερο ηγεμόνα ανάμεσα στον Καίσαρα, τον Αύγουστο, τον Τραϊανό και τον Μάρκο Αυρήλιο; Ή μήπως θα επιλέγατε τον Κωνσταντίνο; Τα ερωτήματα αυτά δεν πηγάζουν από τη δημιουργική φαντασία του γράφοντος, αλλά προκύπτουν από ένα υπαρκτό κείμενο ενός των πλέων αμφιλεγόμενων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, του Ιουλιανού, γνωστού  ως «Αποστάτη» ή «Παραβάτη».

Τα «Κρόνια» ή «Συμπόσιον», όπως ονομάζεται το πόνημα αυτό του Ιουλιανού, συγγράφεται στην Αντιόχεια τον Δεκέμβριο του έτους 362 μ.Χ κατά την περίοδο της παγανιστικής γιορτής των «Σατουρναλίων» (Κρόνια) προς τιμήν του Κρόνου. Τα Κρόνια αντιστοιχούσαν στη «σύγχρονη» γιορτή της Αποκριάς, ήταν μια περίοδος γλεντιών με μεταμφιέσεις, τυχερά παίγνια και αντιστροφή των ρόλων, οι δούλοι μπορούσαν ελεύθερα να χλευάζουν και να περιγελούν τους κυρίους τους,  χωρίς να φοβούνται την οποιαδήποτε τιμωρία. Η κοσμιότητα έδινε τη θέση της στην ευθυμία και τη διασκέδαση.

Πριν, όμως, ασχοληθούμε με την υπόθεση του έργου, ας δούμε μερικές πληροφορίες για τη ζωή του Ιουλιανού. Ο Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 331 ή 332. Πατέρας του ήταν ο ετεροθαλής αδερφός του Μ. Κωνσταντίνου, καίσαρας Ιούλιος Κωνστάντιος, που θανατώνεται το 337 από εξαγριωμένους στρατιώτες του νεκρού αδερφού του, εξαιτίας φήμης που διέσπειρε ο ανιψιός του Κωνστάντιος πως ο πατέρας του δηλητηριάστηκε. Πέραν των ίδιων των γιων του Κωνσταντίνου, από τους άρρενες συγγενείς του επιβιώνουν του «πογκρόμ» μόνο τα δύο παιδιά του Ιουλίου Κωνσταντίου, Γάλλος και Ιουλιανός. Ο Ιουλιανός μεγαλώνοντας έλαβε πλούσια «εθνική» μόρφωση, ενώ σταδιακά μεταστράφηκε προς την ειδωλολατρία. Το 354 εκτελείται ο αδερφός του, καίσαρας Γάλλος, και ανακηρύσσεται ο ίδιος καίσαρας με έδρα το Παρίσι, υπεύθυνος για τη διαφύλαξη των δυτικών συνόρων, όπου και επέδειξε στρατιωτικές αρετές νικώντας τους Φράγκους. Το 360 ανακηρύσσεται από τον στρατό Αύγουστος, ως αντίδραση στη συμμετοχή του σε εκστρατεία κατά των Σασσανιδών· ο Κωνστάντιος αναπάντεχα πεθαίνει το 361, ονομάζοντάς τον Αύγουστο προς αποφυγήν εμφύλιας σύρραξης. Μετά την ταφή του ξαδέρφου του εγκαθίσταται στην Αντιόχεια, ετοιμάζοντας νέα εκστρατεία κατά των Σασσανιδών. (Η συνέχεια είναι γνωστή λίγο πολύ σε όλους μας…)

Το έργο ξεκινά ως εξής: «Επειδή δίδωσιν ο θεός παίζειν…». Ο Ιουλιανός στα πλαίσια ενός μύθου φαντάζεται ένα συμπόσιο, στο οποίο μετέχουν οι ολύμπιοι θεοί και παρακάθονται οι αυτοκράτορες από τον Αύγουστο μέχρι τον Κωνστάντιο. Την αρχή κάνει ο Ιούλιος Καίσαρας και ακολουθούν όλοι με χρονική σειρά, οι ανάξιοι εκβάλλονται του συμποσίου (Κόμμοδος, Νέρων, Δομιτιανός, Καρακάλλα κ.α.), ενώ οι περισσότεροι δέχονται τα φαρμακερά σχόλια του Σειληνού, που λειτουργεί ως η φωνή του Ιουλιανού στο κείμενο. Οι Κρόνος και Δίας προκειμένου να διασκεδάσουν, προκηρύσσουν αγώνα μεταξύ των «καισάρων» για την ανάδειξη του αξιότερου. Με παρέμβαση του Ηρακλή στον αγώνα, μετέχει και ο Αλέξανδρος ως το πρότυπο των μετέπειτα βασιλέων. Επιλέγονται να διαγωνιστούν ο Αλέξανδρος, ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Τραϊανός, ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Κωνσταντίνος.

Αφού βάλουν κλήρο, οι διαγωνιζόμενοι αρχίζουν να παρουσιάζουν έκαστος τα κατορθώματά του. Τον λόγο παίρνει πρώτος ο Καίσαρας (λόγω της τύχης του) και αναφερόμενος στα στρατιωτικά του κατορθώματα, δηλώνει ανώτερος από τον Αλέξανδρο, ο οποίος τον αντικρούει και του θυμίζει την ανωτερότητά του. Ακολούθως, παρουσιάζουν τα έργα τους ο Αύγουστος και ο Τραϊανός και ο Μάρκος που αρνείται. Τελευταίος παρουσιάζει ο Κωνσταντίνος τις πράξεις του, που κρίνονται από τον Σειληνό εφήμερες. Στη συνέχεια, οι θεοί θέλοντας να αναδείξουν το ποιόν των ανδρών τους, καλούν να αναδείξουν την κοσμοθεωρία τους. Σ’ αυτό το σημείο, ψέγεται ο Αλέξανδρος για την αγάπη του προς το κρασί, ο Καίσαρας για την υποκρισία του, ο Αύγουστος για την «κρυψίνοιά» του και ο Τραϊανός για την εξάρτησή του από τις ηδονές. O Μάρκος κατακρίνεται για τη θεοποίηση της ανήθικης γυναίκας του Φαυστίνας της νεώτερης και την πρόκριση του γιου του Κομμόδου στο αυτοκρατορικό αξίωμα, ο Κωνσταντίνος κατακρίνεται ως λάτρης της Τρυφής. Η ψηφοφορία των θεών αναδεικνύει νικητή του αγώνα τον Μάρκο και οι διαγωνιζόμενοι παρακάθονται δίπλα στα θεϊκά τους πρότυπα, ο Αλέξανδρος και ο Τραϊανός με τον Ηρακλή, ο Μάρκος με τους Δία και Κρόνο, ο Αύγουστος με τον Απόλλωνα και ο Καίσαρας με τον Άρη. Ο Κωνσταντίνος, όμως, «καθώς βρήκε τον Ιησού… πήρε τα παιδιά του και εξήλθε του συμποσίου». Το έργο κλείνει με τον έπαινο του Ερμή προς τον Ιουλιανό για την πίστη του στους θεούς.

Στο κείμενο διακρίνουμε έντονα την αποστροφή που νιώθει ο Ιουλιανός για τον θείο και τα ξαδέρφια του, ως αποτέλεσμα της θανάτωσης του πατέρα και των αδερφών του από τον Κωνστάντιο, «για τον οποίο έδωσε ο Δίας να αναπνεύσουν οι παλαμναίοι δαίμονες, εκδικητές των φόνων συγγενών». Η πρωτοτυπία του έργου έγκειται στον τρόπο παρουσίασης των προκατόχων του συγγραφέα αυτοκρατόρων και την «κριτική» που τους ασκείται. Είναι ένα έργο ζωντανό, χυμώδες και εύθυμο, πράγμα σπάνιο για τη γραφίδα του Ιουλιανού. Μια πηγή για την κατανόηση του χαρακτήρα αυτής της τόσο αντιφατικής προσωπικότητας που ονομάζεται Ιουλιανός.


Βιβλιογραφία

  • Peter Brown, O κόσμος της ύστερης αρχαιότητας 150-750 μ.Χ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1998.
  • Mackay Christopher, Αρχαία Ρώμη Στρατιωτική και πολιτική Ιστορία, Παπαδήμας, Αθήνα, 2014
  • M.Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, Παπαζήση, 1984
  • Montanari Franco, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, University Studio Press, 2010
  • Κραλίδης Απόστολος, Η αυτοκρατορική λατρεία στην περίοδο της τετραρχίας (285-313 μ.Χ), Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2010
  • Πωλ Βεν, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός (312-394 μ.Χ.), Βιβλιοπολείον της Εστίας, Αθήνα, 2012

Κωνσταντίνος Πίχλιαβας

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1998. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Δρυμό Θεσσαλονίκης και φοιτά στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι, η μελέτη της Αρχαίας και Μεσαιωνικής (Βυζαντινής) Ιστορίας, η Ύστερη Αρχαιότητα (200 – 641 μ.Χ.) καθώς και τα υπό οθωμανική κατοχή Βαλκάνια (1356 -1922).