Της Χρυσοβαλάντω Κουτσούλη, 

Ένας θεσμός στον χώρο της δικαιοσύνης που έχει αμφισβητηθεί από τη στιγμή της δημιουργίας του μέχρι και σήμερα αποτελεί ο θεσμός των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ο λειτουργικός ρόλος των ενόρκων. Συχνά ανακύπτει το ερώτημα αν ο λειτουργικός ρόλος των μικτών ορκωτών δικαστηρίων θεωρείται απλώς σήμερα συμβολικός ή αν συνεχίζει να έχει μεγάλη επιρροή στον δικονομικό χώρο και την απονομή της δικαιοσύνης που επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής του πολίτη.

Οι ένορκοι που συγκροτούν τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, προέρχονται από όλους τους Έλληνες πολίτες, άνδρες και γυναίκες που κατοικούν ή διαμένουν μονίμως στην έδρα του Πρωτοδικείου, όπου συγκροτείται το αντίστοιχο μικτό ορκωτό δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρετούντων δημόσιων πολιτικών, δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και Τραπεζών, εφόσον έχουν τα ακόλουθα προσόντα (άρθρο 379 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας): α) είναι ηλικίας μεταξύ 30 και 70 ετών, β) έχουν απολυτήριο στοιχειώδους εκπαίδευσης και γ) απολαμβάνουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.Το δικαίωμα να είναι κάποιος ένορκος φέρει τον χαρακτήρα πολιτικού δικαιώματος, διότι περικλείει τη δυνατότητα της άμεσης συμμετοχής του πολίτη στην απονομή της δικαιοσύνης. Η άσκηση των καθηκόντων του ενόρκου θεωρείται αναμφισβήτητα ότι είναι λειτούργημα δικαστικής φύσεως και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο ένορκος εξομοιώνεται πλήρως με τον τακτικό δικαστή. Ως τέτοιο λειτούργημα, λοιπόν, απαιτείται, αφενός ορισμένη ικανότητα, αφετέρου ανεξαρτησία και ήθος.

Οι λαϊκοί δικαστές εκφράζουν το μέσο λαϊκό άνθρωπο, συνεπώς η εκδίκαση των υποθέσεων γίνεται με βάση το λαϊκό «περί δικαίου αίσθημα». Οι ένορκοι, προερχόμενοι από διάφορες κοινωνικές ομάδες, έχουν τη δυνατότητα να εξετάζουν και να κατανοούν την ουσία της υπόθεσης. Με τη συμμετοχή των λαϊκών δικαστών ενισχύεται το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών σε σχέση με την απονομή της δικαιοσύνης, αφού και οι ίδιοι συμμετέχουν στη διαδικασία, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην έκδοση της απόφασης επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, καθώς και στο ύψος της τυχόν επιβαλλόμενης ποινής.

Με βάση τα προαναφερθέντα, ο θεσμός των ενόρκων υπηρετεί επιμορφωτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς. Πιο συγκεκριμένα, μέσω της συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση μιας κρατικής λειτουργίας κεντρίζεται το ενδιαφέρον των πολιτών για τα δημόσια πράγματα και την εν γένει λειτουργία των θεσμών του πολιτεύματος. Πληροφορούνται για τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και για το ισχύον δικονομικό σύστημα, αποκτώντας χρήσιμες γνώσεις κατόπιν της ενώπιόν τους αναλύσεως των αιτιών της θεσπίσεως των νόμων και των σκοπών που επιδιώκονται με αυτούς.

Επίσης, μαθαίνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην κοινωνία, συνηθίζουν να σέβονται τις δικαστικές αποφάσεις και το ίδιο το δίκαιο. Οι λαϊκοί δικαστές είναι εσωτερικά και εξωτερικά ανεξάρτητοι από την πολιτική εξουσία, δεν αποβλέπουν σε ευδόκιμη σταδιοδρομία στην Δικαιοσύνη και ουδέποτε θα συνέδεαν το αποτέλεσμα μιας δίκης με την επαγγελματική τους ανέλιξη.Ο κατηγορούμενος κρίνεται όχι μόνο από ανθρώπους που έχουν ως επάγγελμα την αποδοκιμασία και την τιμώρηση του εγκλήματος, αλλά και από απλούς πολίτες, μη δυνάμενος, έτσι, να ισχυριστεί ότι δικάσθηκε και καταδικάσθηκε από ανθρώπους «που κινούνται σε άλλα μήκη κύματος», μακριά από την καθημερινότητα, τα βιώματα και την ψυχολογία του μέσου πολίτη. Περαιτέρω, η τυχαία κλήρωση των λαϊκών δικαστών από έναν κατάλογο, στον οποίο συμμετέχουν πολίτες από όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα, χωρίς μορφωτικούς ή κοινωνικούς περιορισμούς, εξασφαλίζει αφενός την απροκάλυπτη και ανεπηρέαστη κρίση τους και αφετέρου τη συμμετοχή με όρους ισότητας, οποιουδήποτε μέλους της κοινωνίας. Αυτό είναι που εμπνέει την μέγιστη εμπιστοσύνη στους πολίτες, ότι καθένας από αυτούς δύναται να συμμετάσχει στη διαδικασία και να καθορίσει με την ψήφο του την απόφαση που θα εκδοθεί.

Ζητήματα που άπτονται της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δεν είναι δυνατόν να απαντώνται με έναν απόλυτο τρόπο. Όλα τα ανωτέρω επιχειρήματα, υπέρ και κατά του θεσμού, ερείδονται στην πραγματικότητα. Υπάρχουν όντως δυσλειτουργίες στην δικαιοσύνη, είτε σε αυτήν υπάρχουν μόνο ένορκοι, είτε μόνο τακτικοί δικαστές, είτε και τα δυο. Σε μία όμως τεχνοκρατική εποχή, με εξειδίκευση της γνώσης, όταν υπάρχουν ήδη πολλές απαιτήσεις από τον τακτικό δικαστή, φαίνεται όλο και σημαντικότερο το χρέος των συντεταγμένων οργάνων της πολιτείας.


Πηγές
  • Αλεξιάδης Σ, Ο θεσμός των ενόρκων, 1976
  • Ζησιάδης Β., Ο θεσμός των ενόρκων ως στοιχείο της λαϊκής συμμετοχής στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, Υπέρ 1992
  • Μακρής Φ., Τα δικαστήρια Κακουργημάτων και τα συναφή εγκλήματα, Ποινική Δικονομία, 2000
  • Καρράς Αρ., Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2011
  • Μαργαρίτης Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, τόμος ΙΙ, 2012

Χρυσοβαλάντω Κουτσούλη

Γεννήθηκε και κατοικεί στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Ασκούμενη Δικηγόρος και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπότροφος του Ι.Κ.Υ. για τα έτη 2016-2018. Μιλάει την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνούς κλίμακας και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο πηγαίνει θέατρο, ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων και την ανάγνωση βιβλίων. Αρθρογραφεί για νομικά θέματα, κυρίως ιδιωτικού δικαίου.