Της Μαρίας Κορδαλή,

Την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου, οι πολίτες της Ελβετίας βρέθηκαν στις κάλπες για να εγκρίνουν διά της ψήφου τους, τη θέσπιση νόμου για απαγόρευση των διακρίσεων βάσει σεξουαλικής προτίμησης. Απέναντι στα συντηρητικώς προσκείμενα κόμματα της χώρας ο, ελβετικός λαός αποφάσισε με πλειοψηφία 60% να «προστατέψει» την ομοφυλοφιλική κοινότητα από την περιθωριοποίηση του παρελθόντος. Το εν λόγω δημοψήφισμα αποτέλεσε θέμα αμφιλεγόμενο, που συζητήθηκε αρκετά προτού αποφασιστεί η διεξαγωγή του. Πολυάριθμες υπήρξαν οι προβλέψεις για το αποτέλεσμα που επρόκειτο να φέρει και μάλιστα, από διάφορες κομματικές πλευρές.

Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του ινστιτούτου GFS Bern, η οποία -λίγο πριν κλείσουν οριστικά οι κάλπες το απόγευμα της Κυριακής- έκανε λόγο για θετικό αποτέλεσμα (υπέρ της θέσπισης του νόμου), ύψους 62%. Το τελικό αποτέλεσμα δε διέφερε και πολύ. Σε 23 από τα συνολικά 26 καντόνια που διεξήχθη το δημοψήφισμα, έξι στους δέκα αποφάσισαν υπέρ του νόμου, ποσοστό που αναλογεί σε 60.5% κατ΄ακρίβεια.

Οι δηλώσεις μελών της LGBT Ελβετικής κοινότητας, μαρτυρούν την χαρά και την ανακούφισή τους για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. «Η Ελβετία μπορεί να είναι μια πλούσια χώρα, αλλά δεν είναι πραγματικά σύγχρονη», μαρτυρά η Anna Rossenwasser, μέλος της κοινότητας, αναφέροντας μάλιστα ότι η Ελβετία, στον χάρτη δικαιωμάτων των LGBT κοινοτήτων που υφίσταται σε 49 χώρες, κατατάσσεται μόλις 23η. Αυτό αποδεικνύει εμμέσως ότι αναμφισβήτητα είναι μια σύγχρονη και οικονομικά ανεπτυγμένη χώρα, όμως, σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές διακρίσεις -με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό- έχει ακόμη να διανύσει πολλά «βήματα». Σαφέστατα, όμως, ο εν λόγω νόμος αποτελεί μια ιδιαίτερα αισιόδοξη αρχή και ένα σημαντικό έναυσμα για τη χώρα.

Η θέσπιση του νόμου χαρακτηρίστηκε ως «ιστορική» και από τον βουλευτή Ματία Ρέιναρντ, ο οποίος πρωτοστάτησε στην πρόσφατη μεταρρύθμιση και ανανέωση του ελβετικού ποινικού κώδικα. Με δεδομένη την αποποινικοποίηση των σεξουαλικών διακρίσεων, η LGBT κοινότητα προστατεύεται από φυλετικά και θρησκευτικά μίση, προκαταλήψεις και γενικά οτιδήποτε μπορεί να την βλάψει. Δεν είναι, άλλωστε, λίγα τα περιστατικά βίας που έχουν σημειωθεί, ενώ βάσει ερευνών, «το ποσοστό των ομοφυλοφίλων που αυτοκτονούν στην χώρα είναι πέντε φορές υψηλότερο από αυτό των ετεροφυλόφιλων». Η συγκεκριμένη δήλωση φανερώνει ένα μείζον πρόβλημα: οι διακρίσεις κατά των ομοφυλοφίλων ήταν τόσο εμφανείς που οι ίδιοι συχνά, όντας αποδέκτες του μίσους και του φανατισμού και έχοντας έρθει αντιμέτωποι με την προκατάληψη και την ομοφοβία της κοινωνίας, «οδηγούνταν» στην αυτοχειρία.

Με βάση τον νέο νόμο, οι διάφοροι χώροι εστίασης στην Ελβετία (ξενοδοχεία, χώροι ψυχαγωγίας, εστιατόρια, κινηματογράφοι) δέχονται αξιόποινα σε περίπτωση που αρνηθούν την πρόσβαση σε κάποιο άτομο λόγω της σεξουαλικής του ταυτότητας. Οι ποινές που ενδέχεται να τους επιβληθούν κυμαίνονται από απλά χρηματικά πρόστιμα, έως και φυλάκιση 3 ετών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ελβετικού ποινικού κώδικα. Ενώ, όμως, η συγκεκριμένη είδηση είναι ιδιαιτέρως ανακουφιστική και ευχάριστη, οργή προκαλεί το γεγονός ότι πριν την θέσπιση του νόμου κατά των σεξουαλικών διακρίσεων, αρκετοί ομοφυλόφιλοι στερούνταν της ευκαιρίας για διασκέδαση ή ψυχαγωγία σε χώρους εστίασης, λόγω των ερωτικών τους επιλογών. Αποκρουστικές χαρακτηρίζονται και οι δηλώσεις νεαρών ανδρών, πολεμίων του νόμου και της ομοφυλοφιλικής κοινότητας, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι «Είναι εντάξει να χτυπάμε ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Ίσως μάλιστα ‘θεραπευτούν’ με μερικές γροθιές».

Ιδιαιτέρως αρνητική, αν και αναμενόμενη, χαρακτηρίζεται η στάση κάποιων φανατικών θρησκευτικών ομάδων. Άλλωστε, κατά το δικό τους πρότυπο, ζευγάρι είναι ο άνδρας και η γυναίκα, το αρσενικό και το θηλυκό. Αρνούνται κατηγορηματικώς να αποδεχθούν οτιδήποτε άλλο. Παρ’ όλο που η ίδια η Ελβετική Εκκλησία εμφανίστηκε ως «υποστηρικτική» απέναντι στον νόμο, πλήρως αποδεχόμενη τις αλλαγές, η Ευαγγελική Συμμαχία, μία από τις σημαντικότερες θρησκευτικές εγχώριες κοινότητες με μείζονα επιρροή στις αγροτικές περιοχές, εμφανίστηκε από σκεπτική ως εξολοκλήρου αρνητική.

Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές του νόμου δηλώνουν ευτυχείς που η κοινότητα θα προστατεύεται πλέον νομικά από τις διακρίσεις και την επιθετικότητα των πολεμίων των LGBT. Επισημαίνουν ότι δεν αποζητούν καμία «ειδική» μεταχείριση, θέλουν απλώς να αντιμετωπίζονται ισότιμα για αυτό που είναι, όπως κάθε άλλος άνθρωπος. Σφοδρή πεποίθησή τους άλλωστε, αποτελεί ότι η θέσπιση ενός νόμου που θα θωρακίζει τα διεμφυλικά δικαιώματα, θα τους έθετε περισσότερο στο «στόχαστρο» της κοινωνίας και θα προκαλούσε αυτούς που τους επιτίθενται. Ο συμπρόεδρος της κοινότητας Μαρκ Φραουχίγκερ, φωνάζει ένα δυνατό «ΟΧΙ» στα ειδικά δικαιώματα, επιζητώντας απλώς την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

Σημαντικό όμως -ανεξαρτήτως των διαφόρων απόψεων που εκφράστηκαν- είναι το γεγονός ότι η αποδοχή του νόμου ήταν σχεδόν καθολική. Σε βαθμό μάλιστα που και η συντηρητική παράταξη UDF που υποκίνησε το δημοψήφισμα, χαρακτήρισε την στάση του λαού ως «δικαιολογημένη» και αποδέχθηκε την ήττα της.

Σε επόμενο επίπεδο, η ελβετική πολιτική ηγεσία συζητά, ιδιαιτέρως ζωηρά το ενδεχόμενο σοβαρής ποινικοποίησης των σεξουαλικών διακρίσεων, θέλοντας να διασφαλίσει περαιτέρω τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και να καταπολεμήσει τις ομοφοβικές τάσεις. Μένει απλώς να δούμε τι θα συμβεί μέσα στις επόμενες ημέρες…


Μαρία Κορδαλή

Κατάγεται από την Αθήνα. Εκεί ζει, δραστηριοποιείται και ονειρεύεται. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και φιλοδοξεί να ειδικευτεί στους τομείς του ποινικού και το συνταγματικού δικαίου. Πολυάσχολη ως άτομο μιλά δύο ξένες γλώσσες και επιθυμεί να μάθει και τρίτη. Το γράψιμο για αυτήν είναι τρόπος ελευθερίας και έκφρασης, όχι μόνο των σκέψεων αλλά και της ψυχής.