Της Αγγελικής Κωνσταντάρα,

Αδικία: λέξη στην οποία καταφεύγουμε για να εκφράσουμε μια κατάσταση που μας εγκλωβίζει σε μια θέση δυσμενέστερη από αυτή που πιθανώς να αξίζαμε. Χιλιάδες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εξαπολύουν μύδρους εναντίον μιας κοινωνίας άδικης, ανίκανης δηλαδή να διασφαλίσει την ευημερία και την ισότητα. Ειδικότερα, από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, η ελληνική κοινωνία έχει έρθει αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που διαψεύδει θεμελιώδεις αρχές. Παραδείγματος χάρη, η παραβίαση προσωπικών δεδομένων, τα πολλαπλά κρούσματα βίας και επιθέσεων καθώς και οι αυθαιρεσίες της διοίκησης (διαφθορά, αισχροκέρδεια), μαρτυρούν την ισχνή παρουσία του κράτους δικαίου και συνακόλουθα την απουσία κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο όρος αυτός, όπως αναπτύχθηκε από το φιλόσοφο John Rawls, παραπέμπει σε μια κοινωνία που ρυθμίζει την κοινωνική συμβίωση σεβόμενη τα ανθρώπινα δικαιώματα, εξασφαλίζοντας έτσι την ισότιμη συμμετοχή στον πλούτο και τα αξιώματα, χωρίς να περιορίζει με αυθαίρετο τρόπο την ελευθερία των πολιτών της. Καθένας δηλαδή απολαμβάνει οικονομική και πολιτική ελευθερία, στο βαθμό που δε βλάπτει τους συμπολίτες του, σεβόμενος αρχές δικαιοσύνης όπως η ισότητα και η αλληλεγγύη. Γίνεται λοιπόν αντιληπτή η σημασία της όσμωσης στο ισχύον δίκαιο τέτοιων αρχών δικαιοσύνης προς όφελος της ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων. Η αδιαφορία όμως των κρατικών οργάνων για την αποτελεσματική απονομή κοινωνικής δικαιοσύνης έχει γεννήσει πλήθος κοινωνικών προβλημάτων. Στο παρόν άρθρο θα εξεταστεί η αναξιοκρατία, η παραβατικότητα και η φτώχεια, ως εκφάνσεις κοινωνικής αδικίας.

Η αναξιοκρατία αποτελεί βασικό τεκμήριο υπέρ της καταπάτησης αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης σε μια κοινωνία. Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την ίδια την ετυμολογία της λέξης, συνιστά παράβαση στην αρχή της ισότητας, εφόσον επιτρέπει την εκ προοιμίου ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων ατόμων λόγω οικογενειακών, φιλικών ή πολιτικών δεσμών. Ειδικότερα, μία αναξιοκρατική κοινωνικοπολιτική δομή αποκλείει ομάδες ικανών ατόμων να ανέλθουν κατά κύριο λόγο σε δημόσια αξιώματα και στην υπαλληλική κυριαρχία, λόγω πολιτικών φρονημάτων. Η κύρια αιτία αυτού του φαινομένου είναι η αυθαίρετη λειτουργία του πελατειακού μας συστήματος, που ιστορικά αποτελούσε καταλυτικό παράγοντα στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, με αφετηρία την εκλογική διαδικασία.

Φυσικά, στα πλαίσια της προεκλογικής εκστρατείας, είναι θεμιτή η παρουσίαση της πολιτικής γραμμής του κόμματος μέσα από προγραμματικές δηλώσεις, με σκοπό την προσέλκυση ψηφοφόρων. Η χάραξη όμως πολιτικών στόχων, εφαπτόμενων στα κοινωνικά αιτήματα πολλών απέχει από τον εκχρηματισμό και την προπαγάνδα. Συγκεκριμένα, η ψευδής επίκληση στο λαϊκό συμφέρον, μέσω της προσπάθειας για ικανοποίηση αιτημάτων των -κατώτερων κυρίως- κοινωνικών στρωμάτων, συνιστά υποκρισία. Κι αυτό γιατί, οι υποψήφιοι εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις όσων τους υπόσχονται ψήφο, αδιαφορώντας για το κατά πόσο αυτή τους η τακτική πλήττει το συλλογικό συμφέρον και την εύρυθμη λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Απόρροια της εξαγοράς ψήφου είναι φυσικά και η αναξιοκρατία, που προκύπτει από την ανάδειξη σε καίριες θέσεις (δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση) προσώπων ανίκανων να διαχειριστούν κρίσιμα ζητήματα, λόγω ελλιπών προσόντων και απουσίας πρότερης εμπειρίας. Κατά συνέπεια, το κράτος δικαίου καταλύεται και η δημόσια διοίκηση οδηγείται σε οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο. Αυτή η κατάσταση είναι που απωθεί και νέους να διεκδικήσουν δημόσια αξιώματα, με το σκεπτικό ότι χωρίς «γνωριμίες», κάθε προσπάθεια ανέλιξης θα αποδειχθεί μάταιη.

Δεύτερο σημαντικό πρόβλημα που εκπορεύεται από την υποβάθμιση των αρχών δικαιοσύνης είναι η παραβατικότητα. Η καταπάτηση κανόνων δικαίου, είτε πρόκειται για τυπικούς νόμους με κορυφή το Σύνταγμα, είτε για κανονιστικά διατάγματα και διοικητικές πράξεις, οφείλεται στην άρνησή μας να υπακούσουμε σε κανόνες που πολλές φορές μάς εμποδίζουν να ικανοποιήσουμε τα συμφέροντά μας, όπως συμβαίνει συχνά με νόμους περί φορολόγησης. Εξάλλου, τα οικονομικά σκάνδαλα που βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας και αφορούν υπεξαιρέσεις, παράνομες φορολογικές δηλώσεις και κακοδιαχείριση κρατικών εσόδων, προτρέπουν τους πολίτες να ακολουθήσουν την αντίθετη του νόμου οδό, εφόσον η νομιμότητά τους θα αποβεί επαχθής. Αποφασίζουν λοιπόν να μην πληρώνουν τους φόρους τους και να «κάνουν εκπτώσεις» στις φορολογικές δηλώσεις τους, ακολουθώντας το παράδειγμα της δημόσιας διοίκησης. Κάτι τέτοιο όμως εκτός από πτώχευση των δημοσίων ταμείων, συνεπιφέρει κοινωνική ανισότητα, επειδή οι νομοταγείς πολίτες καλούνται να καλύψουν το έλλειμμα λόγω της επιβολής βαρύτερης φορολογίας.

Εκτός όμως από τις παραπάνω περιπτώσεις, μπορούμε να λάβουμε ως προέκταση της παραβατικότητας την εγκληματικότητα, η οποία συνιστά κατεξοχήν παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η κλοπή για παράδειγμα, όχι μόνο πλήττει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, αλλά προσβάλλει την ίδια την προσωπικότητα, στερώντας από τον προσβληθέντα τη δυνατότητα να διαθέσει κατά βούλησιν την περιουσία του αλλά και να προστατεύσει τα προϊόντα της διανοίας του (υποκλοπή προσωπικών δεδομένων και προσβολή πνευματικών δικαιωμάτων). Η πηγή αυτών των προβλημάτων είναι ακριβώς η ελλιπής κατήχησή μας στο δίκαιο, στο πλαίσιο του σχολείου, της οικογένειας και της ίδιας της κοινωνίας. Δηλαδή, τα παραπάνω κοινωνικά προβλήματα μάς δημιουργούν δυσανεξία απέναντι στο δίκαιο ακριβώς επειδή δεν έχουμε εκπαιδευτεί να υπακούμε στους κοινωνικούς κανόνες, όχι υπό την απειλή κυρώσεων, αλλά με την πεποίθηση ότι με αυτό τον τρόπο, όπως θα έλεγε ο Kant, υπερασπιζόμαστε την ίδια μας την ελευθερία. Μια κοινωνία που βαδίζει στο μονοπάτι της νομιμότητας επιτυγχάνει την οικονομική και πολιτική της πρόοδο, παράλληλα με την προσωπική εξέλιξη των πολιτών της, οι οποίοι ενστερνίζονται την κοινωνική δικαιοσύνη.

Άλλο ένα σύμπτωμα της καταπάτησης αρχών δικαιοσύνης σε μια κοινωνία, αποτελεί η φτώχεια. Η φτώχεια -κυρίως στην απόλυτη μορφή της- φαίνεται να μη συμβαδίζει με την αρχή της ισότητας, αλλά ούτε και με αυτήν της ελευθερίας. Έχοντας ήδη επισημάνει τις δύο αυτές αρχές ως αναπόσπαστα κομμάτια της κοινωνικής δικαιοσύνης, μπορούμε να κατανοήσουμε την παραπάνω θέση αναλογιζόμενοι τα αίτια και τα αποτελέσματα της φτώχειας. Αναλυτικότερα, αυτή προκύπτει από την ανισότητα μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων. Οι πρώτοι, υπό την εξουσία της ισχυρής θέσης τους, αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση του κέρδους τους, αδιαφορώντας για το ποιές συνέπειες θα έχει η υπερεκμετάλλευση των αδυνάτων και η ανερυθρίαστη καταπάτηση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, οι αδύνατοι ζουν στο περιθώριο, αποκλεισμένοι από ευκαιρίες και δυνατότητες εξέλιξης, την ώρα που οι ατίμως ισχυρότεροι αποκτούν μονοπώλιο στην αγορά και την οικονομική ζωή. Όπως διαπιστώνει και ο Rawls, η φτώχεια κατακερματίζει την ελευθερία, μην επιτρέποντας σε ορισμένα άτομα να έχουν πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες. Η ανισότητα αλλά και ο αποκλεισμός που δημιουργεί η φτώχεια, είναι λοιπόν η απόδειξη της καταπάτησης αρχών δικαιοσύνης.

Συνοψίζοντας, οι αρχές δικαιοσύνης αποτελούν θεμέλιο λίθο της κοινωνίας μας. Εγγυώνται ασφάλεια, εμπιστοσύνη στη διοίκηση και κατ’ επέκταση ευταξία. Γι’ αυτό κι η δικαιοσύνη θα πρέπει να διαπνέει τη δημόσια διοίκηση, η οποία επιβάλλεται να λειτουργεί με διαύγεια. Ταυτόχρονα, ο ρόλος της δικαιοσύνης είναι η αποτροπή της αυθαιρεσίας και της δυσανάλογης παροχής ευκαιριών εξέλιξης. Το ίδιο ισχύει και για το κράτος πρόνοιας, που έχει καθήκον να μην επιτρέπει την εξαθλίωση και τη διαβίωση στα όρια της φτώχειας. Όμως, κι εμείς σαν πολίτες πρέπει να εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας, για να απολαμβάνουμε πληρέστερα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες μας στο πλαίσιο μιας εύρυθμης κοινωνίας. Η υπακοή μας στους κανόνες θα μας επιτρέψει να απολαμβάνουμε τα οφέλη της κοινωνικής συνοχής και προόδου, αφού θα ευημερούμε μέσα σε μια ευημερεύουσα κοινωνία. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι εδώ η κατοχύρωση της ελευθερίας και η αποβολή της απειλής του εξαναγκασμού, κάτι που θα πραγματωθεί με τον ενστερνισμό αρχών δικαιοσύνης από μικρή ηλικία. Μόνο έτσι θα αντιληφθούμε την ηθικοπολιτική διάσταση του δικαίου, ώστε να το θεωρούμε σύμμαχο και όχι εχθρό της εξέλιξής μας.


Αγγελική Κωνσταντάρα

Γεννήθηκε το 2001 στην Πάτρα, όπου και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Σπουδάζει στην Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η επιλογή της σχολής αυτής είναι σε αρμονία με τα ενδιαφέροντά της, καθώς έχει συμμετάσχει σε συνέδρια προσομοίωσης επιτροπών του Ο.Η.Ε (MUN), της Unesco αλλά και σε προσομοίωση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) σε ρόλο δικαστή αλλά και συνηγόρου. Της αρέσει επίσης να συμμετέχει σε ρητορικά αγωνίσματα, όπως το debate. Στον ελεύθερό της χρόνο, απολαμβάνει να παίζει πιάνο, να ταξιδεύει και να παρακολουθεί ταινίες, ενώ η χορωδία είναι το δεύτερό της σπίτι.