Της Έφης Βούζιου,      

Στα χρόνια πριν από το 1960 θα παρατηρούσε κανείς, σε δεσπόζουσα θέση στο πολιτικό σκηνικό, το Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ καθώς και τον αρχηγό της πλειοψηφίας της Γερουσίας Λίντον Τζόνσον, γερουσιαστή από το Τέξας και αποκαλούμενο από πολλούς το δεύτερο ισχυρότερο πολιτικό των ΗΠΑ. Αντιπρόεδρος του Αϊζενχάουερ ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον από την Καλιφόρνια, την πολυπληθέστερη πολιτεία των ΗΠΑ. Ως αντιπρόεδρος ο Νίξον δεν είχε σημαντικές εξουσίες, είχε πάρει όμως ευρύτατη δημοσιότητα, ιδίως από ταξίδια του στο εξωτερικό. Με τη σειρά του ο γερουσιαστής Τζον Φ. Κένεντι από τη Μασαχουσέτη ήταν τα χρόνια αυτά συγκριτικά άσημος.

Κανείς, λοιπόν, δεν είχε προβλέψει την ανάδειξη των πολιτικών αντιπάλων στις εκλογές του 1960, πόσο μάλλον να συλλογιστεί τον αντίκτυπο που θα είχαν αυτές στις εκλογικές αναμετρήσεις που επακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.

Στο εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ οι υποψήφιοι των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων για την προεδρία εκλέγονται από τα εθνικά κομματικά συνέδρια, που λαμβάνουν χώρα κάθε τέσσερα χρόνια το καλοκαίρι πριν από τις προεδρικές εκλογές. Οι σύνεδροι σήμερα εκλέγονται απευθείας από το λαό μέσω των προκριματικών εκλογών ή άλλων ανοιχτών διαδικασιών. Πριν από το 1972 ωστόσο, εκλεγόταν από το λαό μονάχα περίπου το ένα τρίτο των συνέδρων. Τα άλλα δύο τρίτα επιλέγονταν από τους εκλεγμένους πολιτικούς και τους κατά τόπους κομματάρχες.

Ο Λίντον Τζόνσον αποσύρθηκε ως υποψήφιος στις προκριματικές ελπίζοντας οι σύνεδροί τους να μοιραστούν μεταξύ διάφορων άλλων υποψηφίων, ενώ οι μη εκλεγμένοι σύνεδροι να στραφούν μετέπειτα στον ίδιο λόγω της ισχυρής θέσης του στο πολιτικό προσκήνιο. Ο Κένεντι, όμως, είχε ιδιαίτερη ανάγκη την ανάδειξή του στους προκριματικούς για να καταφέρει να πείσει τους δύσπιστους προς το πρόσωπό του μη εκλεγμένους συνέδρους. Από την άλλη πλευρά οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν ως φαβορί για το χρίσμα τον αντιπρόεδρο Νίξον, ο οποίος, βέβαια, είχε να αντιμετωπίσει πρώτα τον εσωκομματικό αντίπαλό του, κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Νέλσον Ροκφέλερ. Ο Νίξον, για να αποφύγει μια εσωκομματική διαμάχη που θα οδηγούσε στη διάσπαση, δέχτηκε κάπως ταπεινωτικά τους όρους που του έθεσε ο Ροκφέλερ σχετικά με το κομματικό πρόγραμμα και εξασφάλισε ως εκ τούτου την υποστήριξή του.

Ο Τζον Φ. Κένεντι είχε συνειδητοποιήσει από νωρίς ότι έπρεπε να κερδίσει το λαό για να μπορέσει να εκλεγεί· γι’ αυτό ξεκίνησε μια καμπάνια που έμελλε να μείνει στην ιστορία. Ήρθε για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με τον κόσμο. Συναντούσε τους εργαζόμενους, τους έπαιρνε χειραψία, χαμογελούσε και χαιρετούσε όλους τους ψηφοφόρους. Είχε, βέβαια, δημιουργήσει και ένα ανεξάρτητο προσωπικό επιτελείο υπό το νεότερο αδερφό του Ρόμπερτ. Κατανόησε ήδη από πολύ νωρίς το σημαντικό ρόλο που παίζει η «εικόνα» γι’ αυτό εκμεταλλεύτηκε την τηλεόραση και τον καθεδρικό της ρόλο στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία. Είχε μάλιστα δηλώσει ότι «για πρώτη φορά από τότε που οι ελληνικές πόλεις λειτουργούσαν τη δική τους μορφή δημοκρατίας, ερχόμαστε κοντά στο ιδεώδες όπου ο κάθε ψηφοφόρος έχει την ευκαιρία ο ίδιος να ζυγίσει τον κάθε υποψήφιο».

Ιδιαίτερα κρίσιμες ήταν οι προκριματικές εκλογές στη Δυτική Βιρτζίνια, στην οποία μόλις το 3% του πληθυσμού ήταν ρωμαιοκαθολικοί. Η νίκη του Κένεντι έναντι του προτεστάντη γερουσιαστή Χιούμπερτ Χάμφρεϊ κατέστησε σαφές ότι ο καθολικισμός του δε θα αποτελούσε τροχοπέδη για την εκλογή του στην προεδρία. Στο Εθνικό Δημοκρατικό συνέδριο, πάλι, στο Λος Άντζελες τον Ιούλιο 1960, κατάφερε να πάρει την απόλυτη πλειοψηφία των συνέδρων από την πρώτη κιόλας ψηφοφορία, γεγονός όχι σύνηθες στα συνέδρια πριν από το 1972. Ήταν τότε, όταν ο Τζόνσον, ερχόμενος δεύτερος στην κατάταξη, δέχτηκε να κατέβει στις εκλογές ως υποψήφιος για την αντιπροεδρία.

Το γεγονός, το οποίο θεωρήθηκε από πολλούς ως καθοριστικός παράγοντας για την ποσοστιαία ανέλιξη και εν τέλει εκλογή του Κένεντι, ήταν το τηλεοπτικό ντέρμπι που έλαβε για πρώτη φορά χώρα στις εκλογικές αναμετρήσεις. Ο φωτογενής Κένεντι ήταν επικοινωνιακά πολύ πιο αποτελεσματικός στο νέο τότε μέσον, την τηλεόραση, συγκριτικά με τον αντίπαλό του. Η πρώτη τηλεοπτική συζήτηση ήταν η σημαντικότερη εκλογικά, καθώς συγκέντρωσε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό τηλεθεατών λόγω της καινοτομίας του συμβάντος, με τις άλλες να ακολουθούν το φθινόπωρο του 1960. Οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι όσοι άκουσαν τη συζήτηση από το ραδιόφωνο θεώρησαν ως νικητή τον Νίξον, ενώ όσοι την είδαν τηλεοπτικά τον Κένεντι. Οι τηλεθεατές ωστόσο ήταν σχεδόν πενταπλάσιοι από αυτούς που άκουσαν τη συζήτηση στο ραδιόφωνο, προς όφελος του Κένεντι, με την εικόνα να κάνει τη μόνη διαφορά ανάμεσα στους δύο αντιπάλους. Το 60% του ενήλικου πληθυσμού (περί τα 77 εκατομμύρια άτομα) είδαν την τηλεοπτική αυτή συζήτηση. Το 44% αυτών δήλωσαν ότι το τηλεοπτικό ντιμπέιτ επηρέασε την ψήφο τους και το 5% ότι ανέτρεψε την αρχική τους πρόθεση.

Η πρώτη, λοιπόν, τηλεμαχία στην ιστορία των ΗΠΑ, έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου 1960 σε ένα μικρό στούντιο WBBM του εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού CBS στο Σικάγο (https://www.cbsnews.com/pictures/nixon-and-kennedy-debate/). Οι τηλεθεατές είδαν έναν άνετο και φαινομενικά χαλαρό Κένεντι έναντι ενός ιδρωμένου, κάτωχρου και ιδιαίτερα νευρικού Νίξον· πηγές αναφέρουν ότι μόλις είχε χτυπήσει το προσφάτως εγχειρισμένο γόνατό του και πάλι με τον ίδιο τρόπο -κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο- και πονούσε. Οι τρεις σταρ των αμερικανικών δικτύων που θα έκαναν τις ερωτήσεις στην πρώτη τηλεοπτική μονομαχία της ιστορίας ήταν ο Γουίλιαμ Πάλεϊ (CBS), ο Ρόμπερτ Σάρνοφ (NBC) (καταγραφή του NBC από το debate https://www.nbclearn.com/portal/site/k-12/flatview?cuecard=1337) και ο Λέοναρντ Γκόλντενσον (ABC) (Sept. 26, 1960: Kennedy-Nixon Debate Highlights https://abcnews.go.com/Archives/video/sept-26-1960-kennedy-nixon-debate-highlights-11690613). Στην ατζέντα δεν υπήρχαν αποκλίσεις, και οι δύο μονομάχοι είχαν να πουν πολλά για τα θέματα εθνικής ασφάλειας, διεθνών σχέσεων και διαστημικού ανταγωνισμού των ημερών τους.

Όταν μπήκε στο στούντιο ο Τζον Κένεντι ήταν κομψός, ξεκούραστος και μαυρισμένος με το συντονιστή του ντιμπέιτ Χάουαρντ Κ. Σμιθ να σχολιάζει ότι «έμοιαζε με αθλητή που απλώς ήρθε να του φορέσουν το δαφνοστέφανο». Για τη συνάντηση αυτή έγραψε ο Άλαν Στρέντερ στο βιβλίο του «Προεδρικές μονομαχίες»: «Ο Νίξον δούλεψε σαν μουλάρι. Διάβαζε τα πάντα, μέχρι και βιβλία, για να απαντήσει στις ερωτήσεις. Αντιθέτως, οι βοηθοί του Κένεντι χειρίζονταν τον υποψήφιό τους σαν άλογο κούρσας». Ο Νίξον, ο οποίος τις προηγούμενες μέρες αρνήθηκε να προβάρει με τους συνεργάτες του πιθανές απαντήσεις, εμφανίστηκε με ένα γκρι κουστούμι που για πολλούς θεωρήθηκε άστοχη επιλογή καθώς φαινόταν χαμένος στο γκρι σκηνικό που οι δικοί του άνθρωποι είχαν προκρίνει. Όταν, μάλιστα, οι μακιγιέρ πλησίασαν τους δύο υποψηφίους, ο Κένεντι αρνήθηκε αμέσως. Ο Νίξον αρνήθηκε κι αυτός: «Δε μπορώ να βάλω μέικ-απ γιατί εγώ θα φαίνομαι με φτιασιδώματα και αυτός όχι», είπε. Αυτό που δεν ήξερε είναι ότι οι βοηθοί του Κένεντι ήδη είχαν βάλει κάποιες πινελιές μακιγιάζ στο πρόσωπο του υποψηφίου τους, όπως έχει γράψει ο Πάσχος Μανδραβέλης στην Καθημερινή.

Όταν η κάμερα άρχισε να μεταδίδει τη μάχη, η εικόνα ήταν αυτή που επικράτησε καθιστώντας φανερά ηττημένο τον Ρίτσαρντ Νίξον, έναν άντρα χαμένο στο γκρι φόντο και στη φωτογένεια του αντιπάλου του. Και οι δύο είχαν ευφράδεια, αυτό που τους στιγμάτισε, όμως, ήταν τα διαφορετικά πορτρέτα αντρών που προέβαλαν. Από τη μία το αλλοιωμένο, ατημέλητο, κουρασμένο και ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Νίξον και από την άλλη το γοητευτικό, προσεγμένο, μαυρισμένο, ήρεμο και γεμάτο αυτοπεποίθηση πρόσωπο του Κένεντι. Η εικόνα αυτή τους στιγμάτισε και καθιέρωσε τη μετέπειτα πορεία τους στην εκλογική εκστρατεία, καθώς ο φακός «αγάπησε» τον ιστορικά δεύτερο νεότερο πρόεδρο των ΗΠΑ.

Ο τύπος έγραψε την επόμενη μέρα: «Έμοιαζε με άνθρωπο που πήγαινε σε κηδεία, τη δική του κηδεία, παρά σε ένα ντιμπέιτ», με τον ίδιο πολύ αργότερα να παραδέχεται το λάθος του στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Έξι Κρίσεις»: «Επικεντρώθηκα πολύ στην ουσία και όχι αρκετά στην εμφάνιση. Έπρεπε να θυμάμαι ότι μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις». Και η εικόνα του Νίξον, την οποία εξέπεμπαν περίπου 28 εκατομμύρια τηλεοπτικές συσκευές, που εκείνο το βράδυ είχαν συντονιστεί στο ντιμπέιτ, αποδείχτηκε εκ των υστέρων ότι δεν ήταν αυτή που επιθυμούσε ο λαός για το πρόσωπο του μελλοντικού προέδρου του. Ο Κένεντι «την ώρα που άκουγε τον αντίπαλό του έδειχνε προσηλωμένος, σε επαγρύπνηση και είχε ένα ίχνος χαμόγελου στα χείλη του. Ο Νίξον έδειχνε καταβεβλημένος. Οι γραμμές του προσώπου του έμοιαζαν με βαθιές ουλές. Είχε μια τρομακτική όψη», έγραψε ο ιστορικός των ΜΜΕ, Έρικ Μπάρνοου και μετέφερε ο Πάσχος Μανδραβέλης στην Καθημερινή.

Η εκλογική αναμέτρηση ανάμεσα στον Τζον Κένεντι και τον Ρίτσαρντ Νίξον αποτέλεσε την πιο αμφίρροπη. Στις εκλογές τον Νοέμβριο ο Κένεντι πήρε μόλις 131.000 περισσότερες ψήφους από τον Νίξον ― 49,7% έναντι 49,6%. Το αποτέλεσμα, δηλαδή, κρίθηκε με διαφορά 0,17% του εκλογικού σώματος που φρόντισε να καταγραφεί ως η πιο μικρή, κρίσιμη διαφορά στην ιστορία των εκλογών της χώρας. Στο εκλογικό κολέγιο υπερείχε, βέβαια, με 303 προς 219 εκλέκτορες λόγω του προβαδίσματός του σε πολυπληθείς πολιτείες.

Στο Ιλινόι ωστόσο υπήρξε νοθεία στην κομητεία Κουκ (Σικάγο), που οργάνωσε ο ισχυρός Δημοκρατικός δήμαρχος και κομματάρχης Ντέιλι. Νοθεία υπήρξε και στο Τέξας, όπου, για παράδειγμα, σε μια αραιοκατοικημένη κομητεία με 4.895 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους ο Κένεντι πήρε 6.138 ψήφους. Κατά τόπους, φυσικά, νοθείες γίνονταν συχνά, μονάχα η εξαιρετικά μικρή διαφορά υπέρ του Κένεντι στο Ιλινόι και στο Τέξας -πολυπληθείς πολιτείες που θα έδιναν την προεδρία στον Νίξον εφόσον πήγαιναν υπέρ του- δημιούργησε το ερώτημα μήπως μια προεδρική εκλογή κρίθηκε ενδεχομένως από τοπικές νοθείες. Ο Νίξον πάντως αποφάσισε να μην αμφισβητήσει το αποτέλεσμα των εκλογών είτε από πατριωτισμό (παρατεταμένη αβεβαιότητα εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου), όπως ισχυρίσθηκε ο ίδιος, είτε επειδή νοθεία είχε διαπραχθεί και από Ρεπουμπλικάνους τοπικούς παράγοντες, όπως ισχυρίζονταν οι αντίπαλοί του.

Οι ιστορικοί σήμερα αμφισβητούν τον αστικό μύθο που επιμένει ότι ο Κένεντι κέρδισε τον Νίξον επειδή έγραφε καλύτερα στην οθόνη υπενθυμίζοντας ότι ήταν εξαιρετικά καίριος και ακριβής στις απαντήσεις του. Σήμερα αμφισβητείται, ακόμη, η δημοσκόπηση που έλεγε ότι, από όσους παρακολούθησαν την τηλεοπτική αναμέτρηση που μεταδόθηκε τότε, το 30% έκρινε νικητή τον Κένεντι και το 29% τον Νίξον, ενώ όσοι την άκουσαν από το ραδιόφωνο έκριναν νικητή τον Νίξον με ποσοστά 49% έναντι 21%.

Έπειτα από αυτό το ντιμπέιτ οι πολιτικές συζητήσεις θα άλλαζαν οριστικά και ριζικά καθώς μέχρι τότε υπήρχαν αντιπαραθέσεις υποψηφίων, αλλά ποτέ επισήμως και φυσικά χωρίς τηλεοπτική κάλυψη. Η εικόνα κρίθηκε καίριας σημασίας και ο ρόλος που έκτοτε θα διαδραμάτιζε η τηλεόραση κατέστη σαφής.

Αυτή η πολιτική τηλεμαχία-ντιμπέιτ, υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου και έγινε το βαρόμετρο για το νικητή και την επικράτηση ενός πολιτικού ηγέτη σε χώρες της Ευρώπης, στην Αμερική και σε άλλες Ασιατικές χώρες. Η δύναμη της εικόνας ακόμη και σήμερα διδάσκεται στις σχολές επικοινωνίας ως ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα για τη δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας. Επιπλέον, όμως, αυτό που μένει και ως παράδειγμα είναι ότι ο Κένεντι επικράτησε καθώς κατανόησε τη σημασία της δημιουργίας προσωπικής εκλογικής οργάνωσης ικανής να διοργανώνει προεκλογικές εκστρατείες απευθυνόμενη απευθείας μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης στο εκλογικό σώμα και παρακάμπτοντας ενίοτε τους τοπικούς κομματάρχες. Οι καινοτομίες της προεκλογικής εκστρατείας του στις εκλογές του 1960 ήταν τόσο αποτελεσματικές στην αναμέτρησή του με δύο αρχικά πολύ πιο ισχυρούς και προβεβλημένους πολιτικούς, ώστε σήμερα να θεωρούνται αυτονόητες για κάθε σοβαρό υποψήφιο, και να τον καθιστούν από τους πιο νέους και τον πρώτο καθολικό πολιτικό που είχε κατακτήσει ποτέ το αξίωμα του Προέδρου. Ορκίστηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ στις 20 Ιανουαρίου 1961.


Ενδεικτικές Πηγές

Έφη Βούζιου

Γεννήθηκε το 1997 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι φοιτήτρια του τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει αρκετές ομιλίες και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο των σπουδών της καθώς και με τον ευρύτερο τομέα της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερη είναι η συμμετοχή της σε εθελοντικές δράσεις τις οποίες θεωρεί καίριες για τη διάπλαση του χαρακτήρα των ατόμων και τη διάρθρωση της κοινωνίας. Την απασχολούν τομείς σχετικοί με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα των κοινωνικών ομάδων.