Της Ιωάννας Παπαγεωργακοπούλου,

Πολύ συχνά στο νομικό κόσμο τίθεται το ζήτημα του αν στα πλαίσια της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου υπερισχύει το ενωσιακό δίκαιο (δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ή το Σύνταγμα. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν αξιόλογα και ισχυρώς θεμελιωμένα επιχειρήματα, ωστόσο μια σημαντική μερίδα συνταγματολόγων και νομικών τάσσεται υπέρ της άποψης ότι το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει του Συντάγματος, του ανώτατου κανόνα δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ διατάξεων του Συντάγματος και του πρωτογενούς και παράγωγου δικαίου της Ε.Ε, ο κανόνας που εφαρμόζεται είναι ο προβλεπόμενος από όργανα της Ε.Ε. Αν προσπαθήσουμε για λίγο να αντιληφθούμε τη βαρύτητα αυτής της ιεραρχίας φαντάζει αδιανόητο πολίτες που αποτελούν πλέον μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας να μη γνωρίζουν ή να μην ασκούν επαρκώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ευρωπαϊκή τους ταυτότητα.

Εκτός από την ιεραρχία αυτή, η κατάσταση που επικρατεί στις μέρες μας αποτελεί μια ακόμη απόδειξη ότι η Ε.Ε αποτελεί αναγκαιότητα της εποχής. Ας στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας στο τι συμβαίνει γύρω μας. Προβλήματα οικονομικά που απειλούν με χρεοκοπία κράτη ολόκληρα, έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και εντάσεις, καταστροφή της φύσης, παραμέληση των ηθικών αξιών και υποβάθμιση της πολιτιστικής δημιουργίας κλυδωνίζουν το σύγχρονο κόσμο. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα αντιπαραθέσεων, εκρηκτικών προβλημάτων και ανασφάλειας, αποτελεί, βεβαίως, παρήγορη και αισιόδοξη προοπτική η ύπαρξη μιας υπερεθνικής ένωσης ευρωπαϊκών κρατών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών της.

Εξάλλου, αρκετές φορές τα ανθρώπινα δικαιώματα στάθηκαν αιτία κοινωνικών εξεγέρσεων, όμως, κατάφεραν τελικά να εδραιωθούν και να κατοχυρωθούν με αγώνες και θυσίες που στιγμάτισαν την ανθρωπότητα. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι πολίτες, παρ’ όλα αυτά, συχνά, θεωρούν τα δικαιώματά τους αυτονόητα, ενώ πολλές φορές δεν τα ασκούν επαρκώς. Το πρώτο δικαίωμα, λοιπόν, που απορρέει από την έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας καθίσταται το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος. Με αυτήν την ελευθερία παρέχεται η δυνατότητα στον Ευρωπαίο πολίτη να μετακινείται και να εγκαθίσταται σε κάποιο από τα κράτη-μέλη και, έτσι, να έχει πρόσβαση στην εκπαίδευση, καθώς μπορεί να φοιτήσει σε οποιοδήποτε σχολείο ή πανεπιστήμιο της επιλογής του. Μέσω της εκπαίδευσης αυτής προωθούνται προγράμματα για την αποφυγή της οικολογικής καταστροφής, την ισότητα των δύο φύλων, την αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, καθώς και την καταπολέμηση της σχολικής βίας.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της φιλελεύθερης και δημοκρατικής φιλοσοφίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άλλωστε, εντάσσεται και το δικαίωμα του ‹‹εκλέγειν και εκλέγεσθαι››. Σύμφωνα με αυτό, ο Ευρωπαίος πολίτης έχει την ευχέρεια να θέσει τον εαυτό του υποψήφιο στις Ευρωπαϊκές εκλογές, αλλά και στις Δημοτικές εκλογές που οργανώνονται από το κράτος-μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στους μετακινούμενους και στους ντόπιους πολίτες, με αποτέλεσμα όλοι οι πολίτες να έχουν ίσα δικαιώματα εκπροσώπησης, είτε κατοικούν στη χώρα προέλευσής τους, είτε σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος. Σε ένα θεσμό, εξάλλου, που προάγει και υπερασπίζει τα δημοκρατικά ιδανικά και αποτελεί κύριο εκφραστή τους, η ελευθερία αυτή διαμορφώνει ένα ενιαίο κοινωνικό πλαίσιο συνεργασίας και αλληλεγγύης για τον εκσυγχρονισμό των κοινωνικών θεσμών και την αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως η εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, η ανεργία.

Είναι γεγονός ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει την ευκαιρία στους Ευρωπαίους πολίτες να διευρύνουν ακόμα περισσότερο τους ορίζοντες που ανοίγει η έννοια της δημοκρατίας. Ειδικότερα, ως τρίτο δικαίωμα λογίζεται το δικαίωμα της προξενικής και διπλωματικής προστασίας σε οποιαδήποτε άλλη χώρα που ανήκει στην Ε.Ε, καθώς και η δυνατότητα των πολιτών να προσφεύγουν και να υποβάλλουν αναφορά σε θεσμικά όργανα της Ε.Ε, όπως είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εισήχθη και η Πρωτοβουλία των Πολιτών, μια νέα μορφή δημόσιας συμμετοχής σύμφωνα με την οποία οι πολίτες μπορούν να απευθυνθούν και να καλέσουν απευθείας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με σκοπό να παρουσιάσουν μια πρωτοβουλία που τους ενδιαφέρει. Οι πολίτες, εξάλλου, μπορούν να επικοινωνήσουν και να λάβουν απάντηση από κάποιο θεσμικό όργανο, ενώ ταυτόχρονα, έχουν πρόσβαση σε έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου. Η αξία της ισότητας, που πρεσβεύει η Ε.Ε, εντοπίζεται και στο δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια διοίκηση.

Τα δικαιώματα του Ευρωπαίου πολίτη δεν περιορίζονται εκεί. Όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν δικαίωμα στην ενημέρωση, στη διαβούλευση και στην απεργία, καθώς και στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την κοινωνική ασφάλιση και την κοινωνική πρόνοια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξασφαλίζει την προστασία των αναξιοπαθουσών ομάδων και των δικαιωμάτων τους. Υπάρχει, δηλαδή, μέριμνα για τους ανέργους, τους φτωχούς, τους ασθενείς, τα μειονεκτούντα άτομα, ενώ παράλληλα, απαγορεύεται η περιθωριοποίηση και ο κοινωνικός αποκλεισμός ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Σκοπός της Ε.Ε είναι, συγχρόνως, να προωθήσει την αειφόρο ανάπτυξη, προκειμένου να αποφευχθεί η κλιματική αλλαγή και η οικονομική πρόοδος να μην είναι αλληλένδετη με την εξάντληση των φυσικών πόρων. Με την εκστρατεία ‹‹Η αλλαγή εξαρτάται από εσάς›› επιδιώκει να ευαισθητοποιήσει τους πολίτες στο θέμα της κλιματικής αλλαγής.

Είναι κοινός τόπος ότι οι ελευθερίες που παραχωρούνται στους Ευρωπαίους πολίτες απορρέουν από τη βασική επιδίωξη της Ε.Ε, η οποία συνίσταται στο συγκερασμό της διαφορετικότητας και των εξατομικευτικών γνωρισμάτων κάθε κράτους-μέλους μέσα σ’ ένα αδιάσπαστο σύνολο με ενιαία και κοινή πορεία. Αναντίρρητα, επομένως, τα δικαιώματα του Ευρωπαίου πολίτη συνδράμουν, ασφαλώς, σωρευτικά στη σταδιακή σφυρηλάτηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Αρχικά, η διαπολιτισμική εκπαίδευση, που ξεπερνά τα σύνορα του κράτους, αποτελεί μία από τις βασικότερες δυνατότητες που παρέχει η Ε.Ε. Κι αυτό διότι, ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να διευρύνει τον τρόπο σκέψης του, να οξύνει το πνεύμα του και να αντικρίσει τον κόσμο μέσα από μια ρηξικέλευθη ευρύτερη οπτική, καθώς η επικοινωνία επεκτείνεται ανάμεσα σε άτομα διαφορετικών χωρών. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που από το Μεσαίωνα ήδη καλλιεργούνταν ανάμεσα στους Ευρωπαίους λόγω της πολυπολιτισμικής τους συμβίωσης. Συνεπώς, καλλιεργείται η ανεκτικότητα και ο σεβασμός απέναντι στο διαφορετικό, εδραιώνεται η πολυσυλλεκτικότητα αντιλήψεων, νοοτροπιών, ηθών και εθίμων, ενώ αναδεικνύονται οριστικά οι κοινές αξίες που συναποτελούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ευνοούν τη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης.

Παράλληλα, η Ε.Ε που ερείδεται στη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, αποσκοπεί στην εδραίωση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με την ενεργό συμμετοχή του πολίτη στην πολιτική ζωή κατοχυρώνονται οι δημοκρατικές αξίες (ισηγορία, αξιοκρατία, παρρησία) και διασφαλίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα με τη σταδιακή εναρμόνιση της νομοθεσίας και την εφαρμογή ενός κοινού δικαίου σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η Ευρωπαϊκή ταυτότητα συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα των πολιτών να εκλέγουν και να εκλέγονται τόσο στις Ευρωπαϊκές όσο και στις Δημοτικές εκλογές του κράτους-μέλους στο οποίο κατοικούν. Το δικαίωμα αυτό ενισχύει την αίσθηση ότι ανήκουν σε μία κοινότητα, την κοινότητα των λαών της Ευρώπης και ότι μπορούν, με τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων να συνδιαμορφώσουν τις πολιτικές της Ευρώπης στα θέματα που τους αφορούν.

Θα ήταν παράλειψη να μη σημειωθεί πως ο πολίτης αρχίζει να αισθάνεται την ευρωπαϊκή κοινότητα ως οικείο χώρο που αποπνέει σεβασμό. Αυτή η συνάντηση λαών εξασφαλίζει την αλληλεπίδραση με αναπόδραστη συνέπεια τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, την άμιλλα και τη συναδέλφωση. Γενικότερα, προτάσσεται το κοινό καλό σε σχέση με το στενά ατομικό συμφέρον. Ο πολίτης αισθάνεται ασφάλεια, καθώς είναι βέβαιος πως προστατεύεται από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπάτηση δικαιωμάτων. Επικρατεί ένα κλίμα διακοινοτικής αλληλεγγύης, μια και ο πολίτης αισθάνεται σιγουριά μέσα στο ευρωπαϊκό ‹‹σπίτι›› στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

Αναμφισβήτητα, η Ε.Ε ασχολείται και με κάποια παγκόσμια προβλήματα που χρήζουν αντιμετώπισης. Σε αυτή τη διαδικασία χειρισμού τέτοιων καταστάσεων ακόμα και οι πολίτες μπορούν να συνεισφέρουν. Έτσι, νιώθουν ότι η φωνή τους τελικά μπορεί να ακουστεί, με αποτέλεσμα να αρέσκονται και να μυούνται στην ιδέα της συμμετοχής. Έτσι, διαμορφώνεται ένα κλίμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και συνεργασίας, καθώς τα προβλήματα πλέον αφορούν όλους. Καλλιεργείται η αίσθηση του ευρύτερου “εμείς”  έναντι του “εγώ-εσύ”, και μοιραία, με το διεθνή διάλογο ενισχύεται η δημοκρατικότητα, το αίσθημα της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας, τα βασικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής κουλτούρας.

Συγκεφαλαιωτικά παρατηρούμε πως πέρα από τις τοπικές αντιθέσεις των λαών της Ευρώπης υπάρχει μια κοινή Ευρωπαϊκή παιδεία, κάποια κοινά ιδανικά. Το Ευρωπαϊκό ιδανικό είναι ένα ανώτερο επίπεδο όπου εναρμονίζονται οι πνευματικές προσπάθειες των λαών της Ευρώπης με μια διάθεση κοινή και μια αστείρευτη θέληση να αναζητούν αλήθειες αιώνιες και οικουμενικές. Πρόκειται για μια διαδικασία δυναμική που χαρακτηρίζεται από την όσμωση ποικίλων χαρακτηριστικών καθώς διαφορετικοί λαοί, πολιτισμοί, παραδόσεις και γλώσσες συνθέτουν μια ατέλειωτη πολυμορφία, ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Η Ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι επομένως μια έννοια υπό διαμόρφωση, μία έννοια που χτίζεται σταδιακά μέσα από το συγκρητισμό, τη σύνθεση και την απόρριψη διαφορετικών στοιχείων. Τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη συνθέτουν το καταλληλότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να ευοδωθεί η διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής ταυτότητας.


Ιωάννα Παπαγεωργακοπούλου

Γεννήθηκε το 2001 στο Μαρούσι και κατάγεται από τη Ναύπακτο. Είναι πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Νομικής του ΕΚΠΑ, ενώ παράλληλα έχει συμμετάσχει σε πανευρωπαϊκές ημερίδες, όπως το Euroscola μέσα από διαγωνισμούς έκθεσης. Κατέχει την αγγλική και γερμανική γλώσσα, ενώ παρακολουθεί διαρκώς επιστημονικά συνέδρια και σεμινάρια. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό, τη μουσική, το debate και τα ταξίδια. Η αρθρογραφία αποτελεί αναπόδραστη συνέπεια της αγάπης της για το λόγο και ιδιαίτερα το γραπτό λόγο.