Της Σοφίας Βογά,

Με την έκδοση των υπ’ αριθμ. 2003/2018 και 2004/2018 αποφάσεων, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Γ’ Τμήμα) (εφεξής ΣτΕ), απεφάνθη επί του ζητήματος της συνταγματικότητας σύναψης συμφώνου συμβίωσης από ομόφυλα ζευγάρια. Στην υπό κρίση υπόθεση, Μητροπόλεις, Μητροπολίτες, κληρικοί και απλοί πολίτες άσκησαν αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ κατά της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, που αφορούσε τον τύπο και τρόπο κατοχύρωσης της ληξιαρχικής πράξης του συμφώνου συμβίωσης, σε συμφωνία με τον ν. 4356/2015, ο οποίος και κατοχύρωσε τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης και μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών.

Ο ν. 4356/2015, ο οποίος ψηφίστηκε και ίσχυσε στη χώρα μας κατόπιν της καταδίκης της Ελλάδας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Βαλλιανάτος κλπ κατά Ελλάδος, προχώρησε στον εκσυγχρονισμό της εθνικής νομοθεσίας στο ζήτημα της νομικής κατοχύρωσης των ομόφυλων ζευγαριών. Συγκεκριμένα, ο ως άνω νόμος επέκτεινε την ισχύ του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια και αναγνώρισε την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ των μερών, στα οποία δόθηκε η δυνατότητα να ρυθμίσουν με μεγαλύτερη ελευθερία σε σχέση με τον γάμο τις περιουσιακές τους σχέσεις, αλλά και να λύνουν ελευθέρως και μονομερώς τον μεταξύ τους συμβατικό δεσμό.Το ΣτΕ, στις υπό κρίση αποφάσεις, ερμηνεύοντας θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις και συγκεκριμένα τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος, έκρινε ότι στην ελληνική έννομη τάξη ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως υπέρτατη αξία, για χάρη της οποίας έχουν θεσπιστεί τα θεμελιώδη ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία και διαφυλάττουν την επί ίσοις όροις ανάπτυξη της προσωπικότητας όλων των προσώπων χωρίς διακρίσεις φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτικού ή σεξουαλικού προσανατολισμού. Στις παραπάνω αποφάσεις του ΣτΕ, είναι έκδηλη η επιρροή του Έλληνα δικαστή από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ), η οποία στα άρθρα 8 και 14 κατοχυρώνει ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής ανεξάρτητα από τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις του. Το ΣτΕ, μάλιστα, κατά την εξέταση της υπό κρίση υπόθεσης, έλαβε σοβαρά υπόψη του τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι από τα άρθρα 8 και 14 της ΕΣΔΑ, δεν προστατεύεται μόνο η οικογένεια, ως θεσμός που δημιουργείται με τον γάμο, αλλά και κάθε de facto σχέση συμβίωσης, φροντίδας και αμοιβαίας υποστήριξης, η οποία και μπορεί να υφίσταται και μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών.

Το ΕΔΔΑ έχει επίσης επανειλημμένα κρίνει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός εκάστου είναι στοιχείο σύμφυτο με την προσωπικότητά του και ότι είναι απορριπτέα κάθε αρνητική διακριτική μεταχείριση προσώπου, η οποία και οφείλεται αποκλειστικά στη σεξουαλική ταυτότητα αυτού. Είναι, δε απαγορευμένη, ως αντίθετη στην ΕΣΔΑ και παραβιάζουσα το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, κάθε ποινικοποίηση της σχέσης μεταξύ ομόφυλων προσώπων, ενώ ταυτόχρονα το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει στα κράτη, την υποχρέωση όχι μόνο αποχής από αυθαίρετες επεμβάσεις στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, αλλά και λήψης θετικών μέτρων για την προστασία αυτής.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το ΣτΕ έκρινε ότι η θέσπιση και ρύθμιση του συμφώνου συμβίωσης και για τα ομόφυλα ζευγάρια δε θίγει τον συνταγματικώς προστατευόμενο θεσμό του γάμου -όπως υποστήριξαν οι αιτούντες-, αφού αποβλέπει στην κάλυψη εντελώς διαφορετικών κοινωνικών αναγκών, ήτοι στην προστασία και νομική κατοχύρωση de facto συντροφικών σχέσεων μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου και επομένως δεν πληρούται το στοιχείο της βλάβης που επικαλέστηκαν οι αιτούντες, ώστε να στηρίξουν τη βασιμότητα του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Το ΣτΕ, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, έλαβε υπόψη του και στοιχεία δημοσκοπήσεων, από τις οποίες και προέκυψε ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού τάχθηκε υπέρ της κατοχύρωσης του συμφώνου συμβίωσης και από ομόφυλα και αμφιφυλόφιλα πρόσωπα. Στον ισχυρισμό, δε, των αιτούντων περί της προσβολής των Ορθόδοξων Χριστιανών Ελλήνων πολιτών από τη θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης από ομόφυλα ζευγάρια, το ΣτΕ απάντησε ότι με κανένα τρόπο δεν θίγονται οι ατομικές ελευθερίες των πολιτών από τη επέκταση της ισχύος του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, καθώς και ότι ο σεβασμός και η ανοχή προς τις διαφορετικές ιδέες και πεποιθήσεις αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση της συμβίωσης στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας.Με βάση, λοιπόν, την ερμηνεία του ελληνικού δικαίου, υπό το φως και την επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου, το οποίο έχει ενταχθεί και αποκτήσει αυξημένη τυπική ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη, μέσω του άρθρου 28 Σ, το ΣτΕ τάχθηκε υπέρ της συνταγματικότητας της ρύθμισης της ισχύος του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε κατά τρόπο δυναμικό και σύμφωνα με τις σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις και τη σύγχρονη πραγματικότητα, την έννοια των χρηστών ηθών, που σε καμία περίπτωση δεν μένουν στάσιμα, αλλά μεταβάλλονται αέναα, όσο οι κοινωνίες προχωρούν και εξελίσσονται.


Πηγές

Σοφία Βογά, Υποδιευθύντρια

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996, όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ήδη σήμερα ασκούμενη δικηγόρος, ενώ πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές με ειδίκευση στο Δημόσιο Δίκαιο στο Εθνικό και Καποδιαστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και αραβικά, και στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την ανάγνωση βιβλίων κλασικής λογοτεχνίας, τη μουσική, τον κινηματογράφο και τη γυμναστική.