Της Αθηνάς Μηνά,

Ενδεχομένως, μέχρι σήμερα πολλοί να έχουμε συναντήσει άτομα στο οικείο περιβάλλον μας, που υποστηρίζουν με σιγουριά μάλιστα, ότι είναι άρρωστα. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν ισχύει… Αυτό που συμβαίνει στα άτομα αυτά, αποδίδεται με τον όρο «Υποχονδρίαση» και κατατάσσεται στις Διαταραχές Σωματοποίησης. Πρόκειται για ψυχικές διαταραχές, οι οποίες υπαινίσσονται μια οργανική αιτιότητα· που όμως η ασθένεια αυτή δεν εντοπίζεται ποτέ, καθώς τα αίτιά της είναι αμιγώς ψυχολογικά.

Ο υποχονδριακός ασθενής δεν υποκρίνεται όταν εμφανίζει συμπτώματα της υποτιθέμενης ασθένειας, αλλά πιστεύει και αισθάνεται κυριολεκτικά άρρωστος. Διακατέχεται από έντονες φοβίες για τη σωματική του κατάσταση, που διαρκεί από μήνες έως χρόνια. Ανησυχεί ότι ήπια συμπτώματα ή ασθένειες (π.χ. ίωση) προδιαθέτουν μια σοβαρή υποκείμενη διαταραχή. Γι’ αυτό επισκέπτεται συνεχώς γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων παραπάνω από μία φορά. Πιο συγκεκριμένα, ασχολείται με εμμονή με τις σωματικές λειτουργίες του (π.χ. καρδιακός ρυθμός, εφίδρωση, κινητικότητα του εντέρου), μεγιστοποιεί τη σημασία συνηθισμένων σωματικών ενοχλήσεων (π.χ. μικροενοχλήσεις από μύες και αρθρώσεις, περιστασιακός βήχας ή πονοκέφαλος) και τα ερμηνεύει ως παθολογικά. Ακόμη, νιώθει έντονο άγχος, μέχρι και πανικό για την κατάστασή του.

Ο ίδιος, κατά την επίσκεψή του στον γιατρό, περιγράφει δραματικά και με εξονυχιστικές λεπτομέρειες τα συμπτώματά του, παρέχοντας παράλληλα πληροφορίες στον ειδικό που «δε γνωρίζει». Ωστόσο, τη στιγμή που ο γιατρός αποφαίνεται ότι το πρόβλημα δεν είναι οργανικό αλλά ψυχολογικό, εκείνος αντιδρά και κάνει διάφορες εικασίες· του τύπου ότι οι εξετάσεις είναι λανθασμένες ή ότι η ασθένειά του είναι σπάνια και δε μπορεί να εντοπιστεί ή ακόμη και ότι ο γιατρός του αποκρύπτει την αλήθεια. Επιπλέον, συνεχίζει να ενημερώνεται αδιάκοπα από ιατρικά βιβλία και το διαδίκτυο αναφορικά με τα συμπτώματα που παρουσιάζει, συνδέοντάς τα αυτομάτως με σοβαρές παθήσεις.

Ενώ είναι λογικό κάποιος να ανησυχεί για την υγεία του κάνοντας προληπτικές εξετάσεις, η υποχονδρίαση υποδηλώνει προβλήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της ζωής. Το κύριο πρόβλημα δεν είναι άλλο από τη συντήρηση ενός φαύλου κύκλου σωματικών ενοχλήσεων και αρνητικών ερμηνειών τους. Το άγχος, δηλαδή, που βιώνει ο υποχόνδριος για την κατάσταση της υγείας του, έχει ως συνέπεια τη δημιουργία σωματικών συμπτωμάτων όπως ταχυπαλμίες, εφιδρώσεις, αναπνευστική δυσφορία, πεπτικές διαταραχές, αϋπνία, αυξομειώσεις στην όρεξη και το βάρος και γενικώς ψυχογενείς πόνους. Και όλα αυτά το μόνο που κάνουν, είναι να ανατροφοδοτούν το άγχος και να προδιαθέτουν το άτομο για κάποια ασθένεια. Στην ανατροφοδότησή του, βεβαίως, συμβάλλει και όταν το άτομο ακούει ή διαβάζει κάτι σχετικό με ασθένειες.

Ακόμη, ο υποχόνδριος γίνεται περισσότερο εσωστρεφής. Σταδιακά αποσύρεται απ’ την κοινωνική αλληλεπίδραση και απομονώνεται. Η εμμονική ενασχόλησή του με την υγεία του στέκεται εμπόδιο στην ομαλότητα των οικογενειακών και φιλικών του σχέσεων. Αυτό συμβαίνει διότι αναμένει ειδική μεταχείριση απ’ τον περίγυρό του, δημιουργώντας έτσι συχνά εντάσεις. Οι γύρω του αγανακτούν από αυτήν την κατάσταση και ο ίδιος νιώθει απογοήτευση που δεν τον συναισθάνονται. Παράλληλα, η διαταραχή πιθανότατα να εμποδίσει την κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα του ατόμου σε ήπιο ή σημαντικό βαθμό.

Ωστόσο, οι αιτιολογικοί παράγοντες της υποχονδρίασης δεν έχουν αποσαφηνιστεί, αλλά εμφανίζονται ομοιότητες μεταξύ αυτής και των διαταραχών άγχους. Βέβαια, ιστορικό σεξουαλικής ή σωματικής κακοποίησης ή ιστορικό σοβαρής σωματικής ασθένειας, κατά την παιδική ηλικία, ενδέχεται να προδιαθέτει την ανάπτυξη υποχονδρίασης στην ενήλικη ζωή. Στην εμφάνισή της ακόμη, συμβάλλουν οι υπερπροστατευτικοί γονείς, εμμονικοί με ζητήματα υγείας και καθαριότητας ή αντίθετα αδιάφοροι γονείς που αναπτύσσουν στα παιδιά τους την ανάγκη να τραβούν την προσοχή και τη φροντίδα των γύρω τους. Επιπλέον, η υποχονδρίαση μπορεί να έπεται ενός στρεσογόνου γεγονότος ή μιας έντονα ψυχοπιεστικής κατάστασης. Τέλος, σοβαρές ή χρόνιες ασθένειες στο οικείο περιβάλλον ή ο αιφνίδιος θάνατος αγαπημένου προσώπου μπορεί να πυροδοτήσουν ανησυχίες για τη σωματική υγεία.

Όσον αφορά τη θεραπεία, το ίδιο το άτομο δε μπορεί να αναζητήσει βοήθεια σε ειδικό ψυχικής υγείας, καθώς είναι πεπεισμένο πως νοσεί σωματικά. Συνεπώς, είναι αναγκαίο το οικείο περιβάλλον του να τον καθοδηγήσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Δηλαδή τον ψυχολόγο ή τον ψυχίατρο που αποτελούν και τις ειδικότητες που συστήνονται για τη διαταραχή αυτή. Απ’ την άλλη, η φαρμακευτική αγωγή έχει τη δυνατότητα να αμβλύνει τα συμπτώματα, όχι όμως να τα εξαλείψει.

Ο τρόπος, λοιπόν, που λειτουργεί η ψυχοθεραπεία είναι η προσπάθεια να ανακαλύψει το άτομο τι του συμβαίνει και να κατανοήσει τα συμπτώματά του. Στη συνέχεια να μάθει να τα διαχειρίζεται, να τα συνδέσει με τα υποκειμενικά του βιώματα αλλά και να αναδομήσει τις δυσλειτουργικές του πεποιθήσεις, ως προς τον ίδιο του τον εαυτό και τα ιατρικά ζητήματα.


Αθηνά Μηνά

Γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1999 στην Αθήνα. Από το 2017 σπουδάζει στο τμήμα Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, παρακολουθεί διάφορα σεμινάρια ψυχολογίας και ψυχικής υγείας. Στα ενδιαφέροντά της επίσης συγκαταλέγονται η μουσική και ο αθλητισμός.