Της Χρυσαβαλάντου Κουτσούλη,

Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Με την καταχώριση του σήματος, κατά τις νόμιμες διατυπώσεις του ν. 2239/1994 παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για τη διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται. Συγκεκριμένα, παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις ως και σε κάθε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.

Όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλον για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί και καταδικαστεί σε παύση της χρήσης, παραποίησης ή απομίμησης του σήματος ή σε αποζημίωση ή και τα δυο. Δεδομένου του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι καταρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στον δικαιούχο, ώστε να μην ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου. Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει σύγχυση στο κοινό, λαμβάνοντας υπόψη, ως μέτρο, το άπειρο, μέσο ατόμο και όχι τον εξειδικευμένο χρήστη. Ως σύγχυση νοείται η θεώρηση εκ πλάνης του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται το σήμα, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη, όμως, οργανικώς προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.Αν, δε, το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησής του από άλλον, και υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 ν. 146/2019. Το διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (π.χ. εμπορική επωνυμία) είτε η επιχείρηση, (π.χ. ο διακριτικός τίτλος της) είτε το εμπόρευμα (π.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός του).

Το σήμα διαφέρει ουσιωδώς από το διακριτικό γνώρισμα. Το μεν σήμα έχει προτεραιότητα από την τυπική πράξη της καταχώρισής του στο μητρώο σημάτων, το δε διακριτικό γνώρισμα από το ουσιαστικό γεγονός της καθιέρωσής του στις συναλλαγές. Η γέννηση του δικαιώματος στο διακριτικό γνώρισμα, ήτοι η καθιέρωσή του, προϋποθέτει: α) ότι το γνώρισμα αυτό έχει διακριτική δύναμη, ικανή να το ξεχωρίζει από άλλο ομοειδές και β) έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές, δηλαδή έχει καταστεί γνωστό στους συναλλακτικούς κύκλους (μεταπωλητές και καταναλωτές) ότι διακρίνει ορισμένο εμπόρευμα, ως προερχόμενο από ορισμένη επιχείρηση.

Από τις ως άνω διατάξεις γίνεται φανερό, ότι με αυτές σκοπείται η προστασία του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης περί της προελεύσεως προϊόντων ή υπηρεσιών ομοίων ή συναφών με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το σήμα. Συγχρόνως, όμως, προστατεύεται και ο δικαιούχος του σήματος από τον κίνδυνο της εκμετάλλευσης της φήμης του και της υπονόμευσης της διακριτικής και διαφημιστικής δύναμης του ονόματος, με το οποίο κυκλοφορεί το προϊόν στην αγορά, ακόμη και όταν πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες διαφορετικές.


Πηγές
  • Αρμενόπουλος, τεύχος Νοεμβρίου 2018, σελ. 1846-1848, ΤρΕφΘεσσαλ, 1931/2018.
  • Θ. Λιακόπουλου, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, εκδ. 2000, σελ. 83.
  • Παμπούκης, Σύγκρουσις σήματος και διακριτικού γνωρίσματος εμπορεύματος σε Αρμενόπουλο.

Χρυσοβαλάντω Κουτσούλη

Γεννήθηκε και κατοικεί στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Ασκούμενη Δικηγόρος και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπότροφος του Ι.Κ.Υ. για τα έτη 2016-2018. Μιλάει την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνούς κλίμακας και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο πηγαίνει θέατρο, ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων και την ανάγνωση βιβλίων. Αρθρογραφεί για νομικά θέματα, κυρίως ιδιωτικού δικαίου.