Του Άγγελου Βώρου, 

Ο Έλληνας νομοθέτης, όταν αποκρυστάλλωσε τη βούλησή του, επί του σημαντικότατου ζητήματος της έφεσης, όπως αυτό φιλοξενείται στο «Βθβλίου Τρίτο, Κεφάλαιο Τρίτο», του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής ΚΠολΔ), προέβλεψε παράλληλα και τα αποτελέσματά της, τα οποία περαιτέρω προσδιορίστηκαν ως εξής: το μεταβιβαστικό («effectus devolutivus»), β) το επεκτατικό («effectus appelativus»), και γ) το ανασταλτικό αποτέλεσμα («effectus suspensivus»).

Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το δεύτερο από τα ως άνω αποτελέσματα (ενν: το μεταβιβαστικό), μετακυλά το βάρος της οργάνωσης της επί τω δικαστηρίω συζητήσεως στον ασκούντα την έφεση, καθώς, πέρα από τη μεταβίβαση της υπόθεσης σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η υπόθεση δε μεταβιβάζεται στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνο ως προς τα «κεφάλαια» εκείνα, τα οποία επιλέγει ο εκκαλών να μεταβιβάσει, για τους λόγους δηλαδή, που εκείνος επιλέγει και περιέχει στο αρχικό δικόγραφο της έφεσης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων.

Το δε επεκτατικό αποτέλεσμα της έφεσης, σε αντιπαραβολή με το μεταβιβαστικό, το οποίο στη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ προβλέπεται γενικά χωρίς περαιτέρω περιορισμούς, ρυθμίζεται από τον νομοθέτη με το άρθρο 537 ΚΠολΔ. Ο νομοθέτης έκρινε πως το πεδίο εφαρμογής του αποτελέσματος αυτού, ορθό είναι να τύχει στενότερης εφαρμογής, καθώς αφορά τους απλούς ομοδίκους του εκκαλούντος και πιο συγκεκριμένα, όσους εξ αυτών δεν άσκησαν έφεση, ενώ κάποιοι άλλοι από τους λοιπούς απλούς ομοδίκους του εκκαλούντα, άσκησαν έφεση, με επωφελές για αυτούς πρόσημο. Με άλλα λόγια, το άρθρο 537 ΚΠολΔ, εισάγει τον εξής κανόνα: το ευνοϊκό αποτέλεσμα, το οποίο πέτυχε στο εφετείο ο απλός ομόδικος, επεκτείνεται και στους άλλους απλούς ομοδίκους, που ηττήθηκαν με την αυτή απόφαση και δεν άσκησαν έφεση.Σε αμιγώς θεωρητικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί πως, μιλώντας για ομοδικία ή υποκειμενική σώρευση αγωγών, εννοείται η συμμετοχή στη δίκη περισσότερων διαδίκων είτε από την πλευρά του ενάγοντος (ενεργητική ομοδικία), είτε από την πλευρά του εναγομένου (παθητική ομοδικία) και περαιτέρω διακρίνεται σε απλή και αναγκαία ομοδικία. Στη μεν πρώτη περίπτωση, ενώνονται απλώς περισσότερες δίκες σε μία ενιαία διαδικασία, με απώτερο σκοπό την κοινή συζήτηση και την έκδοση ενιαίας, όχι όμως απαραίτητα και ομοίου περιεχομένου , αποφάσεως για όλους τους ομοδίκους. Δικαιολογητική βάση της ανωτέρω δικαστικής επινόησης είναι η οικονομία της δίκης. Στη δε δεύτερη περίπτωση της αναγκαίας ομοδικίας, επιβάλλεται βάσει των συνθηκών η κοινή συζήτηση και απόδειξη της υπόθεσης, αλλά και η έκδοση απόφασης ταυτόσημου περιεχομένου για όλους τους ομοδίκους, γι’ αυτό και ο δεσμός μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων είναι ουσιαστικός και συνεκτικός.

Παρατηρείται, λοιπόν, πως μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 537ΚΠολΔ, είναι η κατάφαση δεσμού απλής ομοδικίας, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης και έτσι τυχόν επιγενόμενη ομοδικία απορρίπτει την ενεργοποίηση του εξαιρετικά ρυθμισμένου επεκτατικού αποτελέσματος της έφεσης. Παράλληλα, όπως ρητά προβλέπει η διάταξη του άρθρου 537 ΚΠολΔ, απαιτείται απραξία εκείνων των απλών ομοδίκων, οι οποίοι επιθυμούν να ωφεληθούν από τη θετική έκβαση της έφεσης των υπολοίπων απλών ομοδίκων που άσκησαν έφεση, ενώ η ίδια διάταξη απομακρύνει από τους ερμηνευτικούς της κόλπους, την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος εκ των απλών ομοδίκων άσκησε έφεση και η εφετειακή απόφαση για κάποιον λόγο δεν τον ευνοεί, αλλά από την άλλη ευνοεί τον έτερο ομόδικο που άσκησε και εκείνος έφεση. Ωστόσο, στο σημείο αυτό, χρήζει ιδιαίτερης μνείας το ότι η περίπτωση εκπρόθεσμης ή απαράδεκτης έφεσης ισοδυναμεί με μη ασκηθείσα έφεση και στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 537 ΚΠολΔ, μπορεί να εφαρμοστεί ανεμπόδιστα, μολονότι παρατηρείται διαδικασία άσκησης έφεσης.Τα ανωτέρω, βεβαίως, μπορούν να εφαρμοστούν, μόνο στην περίπτωση που ο μη ασκήσας έφεση απλός ομόδικος, δεν αποδέχτηκε την πρωτόδικη απόφαση. Ως αποδοχή, νοείται βεβαίως τόσο η ρητή όσο και η σιωπηρή, όταν όμως συνάγεται από θετικές πράξεις, ενώ ως αποδοχή και πάλι θα πρέπει να αξιολογηθεί η αποδοχή της αγωγής, όπως και η παραίτηση από το δικαίωμα της έφεσης και όχι απλά παραίτηση από το δικόγραφο.

Η ευνοϊκή επέκταση, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο στους απρακτούντες απλούς ομοδίκους. Ωστόσο, αν οι τελευταίοι συμμετάσχουν στην κατ’ έφεση δίκη, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκριθεί καταφατικά, η ισχύς της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν εξαφανίζεται, απλά καθίσταται ανενεργός, ώστε ο ευεργετημένος απλός ομόδικος από το επεκτατικό αποτέλεσμα της έφεσης, να μπορέσει να επανέλθει σε νέα επόμενη δίκη, οπότε και αναστέλλεται η εκτελεστότητα της πρωτοβάθμιας δικαστικής κρίσης, ενώ παράλληλα η κρίση του Εφετείου δεν αποκτά ισχύ.


Πηγές
  • «Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας», Νικόλαος Θ. Νίκας, Έκδοση Γ’, Εκδόσεις Σάκκουλας
  • «Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας», Μιχαήλ Μαργαρίτης/ Άντα Μαργαρίτη, Έκδοση Β’, εκδόσεις Σάκκουλας
  • Kostasbeys.gr
  • Πανεπιστημιακές διαλέξεις του Επίκουρου Καθηγητή Πολιτικής Δικονομίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Μπαμπινιώτη Δημήτρη

Άγγελος Βώρος

Γεννήθηκε το 1997 και με όραμά του την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αποφοίτησε από το τμήμα Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Απασχολείται ως ασκούμενος δικηγόρος στη Θήβα. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, παρακολούθησε και συμμετείχε σε δράσεις, με στόχο τη στοιχειοθέτηση προτάσεων για τη βελτίωση της αντιμετώπισης του φαινομένου της κακοποίησης των ζώων. Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για το κεφάλαιο της «Δικαστικής Ψυχολογίας», καθώς συμμετέχει στον ελεύθερο του χρόνο στα περισσότερα σεμινάρια που αφορούν το ως άνω ζήτημα.