Της Ελένης Κυριακοπούλου,

Η ολοένα και εντονότερη επιθυμία για την επίτευξη θεραπευτικών αποτελεσμάτων σε εκείνους τους τομείς για τους οποίους κάθε προσπάθεια μέχρι σήμερα έχει προβεί σε αποτυχία, έχουν καταστήσει τη γενετική έρευνα το σήμα κατατεθέν μιας επιστημονικής δραστηριότητας. Τα εργαλεία της γενετικής μηχανικής αφενός χρησιμεύουν στην αντιμετώπιση ανίατων μέχρι σήμερα ασθενειών, αφετέρου προλειαίνουν το έδαφος για αυτό που θα αποκαλούσαμε «κατασκευασιμότητα» του ανθρώπου.

Μέχρι τον 20ο αιώνα η σεξουαλική επαφή θεωρούνταν ο μοναδικός τρόπος απόκτησης απογόνων. Τα παιδιά θεωρούνταν ανέκαθεν ορόσημα της οικογένειας και για αυτό το λόγο, η γέννησή τους αποτελούσε το επόμενο βήμα για τη μετάβαση ενός γάμου σε οικογένεια. Έως τότε η περίπτωση αδυναμίας απόκτησης τέκνων αντιμετωπιζόταν ως «επιλογή της μοίρας» ή ακόμη και «θέλημα θεού», ενώ δεν υπήρχε άλλος τρόπος απόκτησής τους πέρα από την υιοθεσία.

Σήμερα, όμως, η τεχνολογική πρόοδος επέφερε ριζική αλλαγή των δεδομένων και πλέον οι σύγχρονοι μέθοδοι της γενετικής επιστήμης προσφέρουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να επιλύει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα της γονιμότητάς του, που παλαιότερα τον ταλάνιζαν. Μέσω της δημιουργίας ενός εμβρύου με γενετικό υλικό ίδιο με εκείνο που θα του μεταβίβαζαν φυσικά οι γονείς τους, το πρόβλημα αυτό τείνει να εξαλειφθεί. Η διαφορά σε αυτή την περίπτωση έγκειται στο γεγονός ότι η τεχνική δεν πραγματώνεται με τον φυσιολογικό τρόπο αναπαραγωγής μέσα στη μήτρα της γυναίκας, αλλά μέσω των τεχνικών του κλάδου της γενετικής, σε εργαστηριακό περιβάλλον.

Πιο συγκεκριμένα, οι μεθοδολογίες για την πραγμάτωση του παραπάνω στόχου εντάσσονται σε έναν ευρύτερο όρο που καλείται υποβοηθούμενη γονιμοποίηση. Αυτές είναι η εξωσωματική γονιμοποίηση, η σπερματέγχυση και η προγραμματισμένη επαφή. Στην πρώτη μέθοδο ύστερα από τη λήψη ωαρίων και σπερματοζωαρίων πραγματοποιείται τοποθέτηση τους σε ειδικό περιβάλλον, υπό τις απαιτούμενες συνθήκες, ώστε να επιτευχθεί η γονιμοποίηση φυσιολογικά ή γίνεται η απευθείας τοποθέτηση του σπερματοζωαρίου στο ωάριο με τη βοήθεια ειδικού εξοπλισμού (μικρογονιμοποίηση). Τέλος, μεταφέρονται τα ήδη γονιμοποιημένα ωάρια στη μήτρα της μητέρας για την ανάπτυξη του εμβρύου. Κατά την δεύτερη τεχνική γίνεται εργαστηριακή επεξεργασία σπέρματος και μεταφορά του εντός της μήτρας, καθώς παρακολουθείται η ωορρηξία της γυναίκας, ενώ στην προγραμματισμένη επαφή γίνεται παρακολούθηση ωορρηξίας προκειμένου το ζευγάρι να έρθει σε επαφή τις ημέρες με τις μεγαλύτερες πιθανότητες σύλληψης.

Πέρα από το ότι η υποβοηθούμενη γονιμοποίηση δύναται να θεωρηθεί ως το αντίδοτο της ατεκνίας, αποτελεί βασικό εργαλείο και για την εξάλειψη  ασθενειών που πιθανότατα θα εμφάνιζε ένα παιδί με ιστορικό στην οικογένεια του. Αναλυτικότερα, επιστήμονες έχουν την ικανότητα να ανιχνεύσουν ανώμαλα γενετικά έμβρυα σε πολύ πρώιμο στάδιο της ανάπτυξής τους, πριν γίνει η εμβρυομεταφορά.

Βέβαια, παρά το γεγονός ότι αρχικό μέλημα της άνθισης των συγκεκριμένων μεθόδων ήταν η αντιμετώπιση της αδυναμίας απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο ή η αποφυγή της μετάδοσης στο τέκνο κάποιας σοβαρής γενετικής ασθένειας, η απλή εξομοίωση της «φυσικής» με την «τεχνητή» αναπαραγωγή έχουν φέρει στην επιφάνεια αντιδράσεις. Έτσι, η σύγχυση των δύο εννοιών, αλλάζει το επίκεντρο όλων των θεωρήσεων και ο σκοπός των μεθόδων αυτών λαμβάνει άλλες διαστάσεις.

Ολοένα και περισσότερο παραγκωνίζονται τα συμφέροντα του παιδιού, ενώ ταυτόχρονα η αποκλειστική εστίαση του ενδιαφέροντος είναι στραμμένη προς τη μητέρα, απωθώντας κάθε σκέψη είτε για τις συνέπειες στο παιδί είτε για τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται πριν την έναρξη της διαδικασίας.

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα που ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την έναρξης της τεχνητής γονιμοποίηση στα άρθρα 1455-1460, η υποβοήθηση αυτή γίνεται επιτρεπτή μονάχα, εάν η μέλλουσα μητέρα διαθέτει ακόμη την φυσική ικανότητα αναπαραγωγής.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σουηδία οι άνθρωποι κάνουν παιδιά για την επιδιόρθωση των γενετικών βλαβών των άλλων παιδιών τους. Ουσιαστικά, οδηγούνται σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής με κύριο σκοπό την «κατασκευή» ενός παιδιού δότη, που θα λειτουργήσει ως εργαλείο για την επιδιόρθωση των βλαβών κάποιου από τα αδέρφια του αξιοποιώντας βιολογικό τους υλικό. Απότοκο αυτής της κατάστασης είναι η αναπαραγωγή να υπόκειται αναπόφευκτα σε μια συστηματική και ξεκάθαρη εργαλειοποίηση, η οποία επηρεάζει τόσο τη σχέση μεταξύ μητέρας – παιδιού όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό συγκροτεί την ταυτότητά του ίδιου.

Πολλά είναι επίσης τα παραδείγματα όπου η τεχνητή αναπαραγωγή δεν συμβάλλει μόνο στην εκπλήρωση της ανάγκης για τεκνοποίηση, αλλά μέσω των εξωσωματικών γονιμοποιήσεων γίνεται συνάμα μία μέθοδος διαδικασίας επιλογής επιθυμητών βιολογικών χαρακτηριστικών του παιδιού, όπως αυτό του φύλου, του ύψους, του χρώματος των ματιών. Συμπερασματικά, δεν είναι λίγες οι φορές που η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή εγείρει ερωτήματα ηθικής φύσεως, όπως ο ορισμός και η φύση του ανθρώπου αλλά και ο έλεγχος των γενετικών μεθόδων, υπονομεύοντας την ίδια στιγμή το δικαίωμα στη διαφορετικότητα.

Καταληκτικά, παρότι η πρόοδος των βιοεπιστημών συνέβαλε σαφέστατα στην εκμηδένιση της ανικανότητας τεκνοποίησης, κάθε επιστημονικό άλμα στον τομέα της γενετικής οφείλει να πραγματοποιείται με βασικό γνώμονα το καλό του παιδιού που θα έρθει στον κόσμο και όχι τις ιδιαιτερότητες ή προτιμήσεις των γονέων του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα αποφευχθεί κάθε κοινωνικό ή επιστημονικό δίλημμα και οι βιοεπιστήμες θα ακολουθήσουν τον μονόδρομο της προόδου.


ΠΗΓΕΣ:

Ελένη Κυριακοπούλου

Μεγάλωσε στην Αθήνα και πλέον σπουδάζει στην Πάτρα στο τμήμα Βιολογίας. Αγαπάει τα ταξίδια ενώ στον ελεύθερό της χρόνο απολαμβάνει να ακούει μουσική, να ζωγραφίζει και να βλέπει ταινίες. Οι γνώσεις που λαμβάνει από τη σχολή της είναι αρκετές ώστε στο 3ο έτος των σπουδών της να διατηρεί τεράστιο ενδιαφέρον για τη βιολογία. Μέσα από το κομμάτι της συγγραφής προσπαθεί να κερδίσει γνώσεις και να μάθει τόσο τον τρόπο να ερευνά κάθε πληροφορία που δέχεται αλλά και να την μεταδίδει με τον βέλτιστο τρόπο.