Της Ρένας Δανατζή,

Πέρασαν ήδη 11 χρόνια από τη νύχτα εκείνη, που η είδηση για τον τραγικό θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου από σφαίρα αστυνομικού, «ξύπνησε» όλη τη χώρα. Ο 15χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες –τότε– συνθήκες. Η σφαίρα προήλθε από αστυνομικό, μία νύχτα γεμάτη συμπλοκές στην περιοχή των Εξαρχείων. Αυτές ήταν οι πρώτες πληροφορίες που συνέθεταν ένα σκηνικό, πολύ παράξενο, πολύ γκρίζο και πάνω απ’ όλα, πολύ σοκαριστικό.

Ανεξάρτητα από το κυβερνών κόμμα εκείνης της περιόδου, ανεξάρτητα με το αν η αστυνομία του 2008 είχε αποφασίσει να είναι περισσότερο αμείλικτη με την παράβαση των νόμων, ανεξάρτητα με το αν εκείνη η νύχτα στα Εξάρχεια ήταν μία ακόμα δύσκολη νύχτα –τόσο για τους κατοίκους της, όσο και για τους αστυνομικούς, που καλούνταν να καταστείλουν τις φασαρίες– η εν ψυχρώ δολοφονία ενός ανήλικου από ένα όργανο του κράτους, δεν έπαυε να είναι ανεπίτρεπτη και εγκληματική.

11 ολόκληρα χρόνια αργότερα, η ιστορία του Αλέξη είναι, πλέον, πολύ ξεκάθαρη. Το μίσος, η αντίδραση, το αίσθημα της αδικίας και το –τότε- κοινό αίσθημα όλων των νέων, να τα βάλουν με το κατεστημένο και τους «διεφθαρμένους αστυνομικούς», έχει πλέον ξεθυμάνει, όμως, δεν έχει ξεχαστεί. Δίπλα στην ιστορία του Αλέξη, έχουν προστεθεί κι άλλες ιστορίες. Ιστορίες που μας προκαλούν το ίδιο αίσθημα αδικίας, το ίδιο σοκ και μας γεννούν ξανά και ξανά τις ίδιες ερωτήσεις: «Είμαστε πραγματικά ελεύθεροι;», «Το κράτος μας προστατεύει;», «Είναι όλοι οι αστυνομικοί άξιοι της επαγγελματικής τους θέσης;», «Υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους;».

Κοντά στον Αλέξη, βρίσκεται ο Παύλος, ο οποίος δεν «έφυγε» από έναν αστυνομικό, όμως, η ιστορία του μας προκαλεί ακριβώς το ίδιο συναίσθημα. Δίπλα στον Αλέξη, βρίσκεται και ο Ζακ. Τον Αλέξη πλησίασε και ο Μιχάλης Καλτεζάς, παρά το γεγονός ότι «έφυγε» πολλά χρόνια πρωτύτερα. Η ιστορία του Αλέξη, ίσως λόγω της ηλικίας του, μας πόνεσε όλους πολύ περισσότερο. Και μας έμαθε κάτι: πώς ζούμε σε μία εποχή που το ρίσκο ή η έντονη αντίδραση, μπορούν να μας βλάψουν ανεπανόρθωτα.

Χρειάζεται πολύ μεγάλο θάρρος για να μπορεί κανείς να αντιτίθεται. Να πηγαίνει κόντρα σε καταστάσεις και δεδομένα. Άλλοι είναι περισσότερο μετριοπαθείς και άλλο περισσότερο ακραίοι. Άλλοι εκφράζονται μέσα από την τέχνη και άλλοι μετατρέπουν το θυμό τους σε φωνές. Φωνές που πολλές φορές γίνονται προσβλητικές και περνούν τα όρια. Ποια φωνή, όμως, -όσο δυσάρεστη και αν είναι- μπορεί να λάβει ως απάντηση μία σφαίρα; Ποιος μπορεί να αφαιρέσει ή να θέσει σε κίνδυνο μία ζωή, επειδή θίχτηκε, επειδή νόμισε πως κινδύνεψε, επειδή δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του, επειδή είναι τόσο αδύναμος που χειραγωγείται από άλλους ανθρώπους;

Είναι σίγουρα δύσκολο να συνυπάρχουμε σε μία εποχή τεράστιων αντιθέσεων. Οικονομικών, κοινωνικών, ιδεολογικών. Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που, δυστυχώς, δεν μπορούν να διαχειριστούν το μίσος και το άγχος τους, με αποτέλεσμα να ξεφεύγουν και να καταλήγουν είτε ως θύτες, είτε ως θύματα.

Ο Σινόπουλος αποτύπωσε πολύ παραστατικά αυτή την πραγματικότητα. Κάποιοι τολμούν να μπουν στη φωτιά και οι υπόλοιποι χειροκροτούν. Αν θέλουμε να είμαστε εντάξει με τον εαυτό μας, θα πρέπει, μάλλον, να ξεχάσουμε το χειροκρότημα και να αρχίσουμε να σβήνουμε φωτιές. Φτάνει πια με τους καιόμενους.


Ρένα Δανατζή, Αρχισυντάκτρια Κοινωνικών

Απόφοιτη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στο νησί της καρδιάς της, την Κρήτη. Αρθρογραφεί από μικρή (πλέον και επαγγελματικά), γιατί είναι το μόνο πράγμα που την ηρεμεί και την ισορροπεί απόλυτα. Από εκείνην, θα διαβάσουμε απόψεις που περισσότερο νιώθει και λιγότερο σκέφτεται· πλέον είναι η αρχισυντάκτρια των Κοινωνικών του OffLine Post.