Της Μαρίας Κουτσανδριά,

Πρόκειται για τη βαρύτερη («κεφαλική») ποινή που δύναται να επιβληθεί αυτοτελώς στον δράστη μιας εγκληματικής πράξης από τις αρχές ενός κράτους και συνίσταται στην αφαίρεση της ζωής του, αποτελώντας μάλιστα, όπως και κατά την εποχή των Διαφωτιστών, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της αντεγκληματικής πολιτικής διχάζοντας την κοινή γνώμη, πολιτικούς και επιστήμονες.

Αμέτρητες είναι οι αναπτύξεις και οι ατελεύτητες συζητήσεις γύρω από τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητα της θανατικής ποινής (death penalty), στηριζόμενες όλες σε τελευταία ανάλυση, σε ένα κοινό θεμέλιο: τον σεβασμό στην απόλυτη αξία της ανθρώπινης ζωής και την απαγόρευση της προσβολής της. Φυσικά, η «εσχάτη των ποινών» θεωρούμενη από τη Διεθνή Αμνηστία καθώς κι από ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού ως το «μανιφέστο» της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δε λογίζεται σε ουδεμία των περιπτώσεων ως εναρμονισνένη με τους σκοπούς της σύγχρονης Πολιτείας, που κατά κύριο λόγο αφορούν την προστασία της αξίας του ανθρώπου και την εξύψωση του πολιτιστικού του επιπέδου.

Μία δημοκρατική και φιλελεύθερη Πολιτεία, από τη στιγμή που θεωρεί ως υπέρτατο σκοπό της ύπαρξής της τον άνθρωπο, οφείλει να προστατεύσει τη ζωή του, δηλαδή το ύψιστο αγαθό του και οπωσδήποτε όχι να το θέσει σε κίνδυνο χάριν παραδειγματισμού κι εκφοβισμού των υπολοίπων εγκληματιών. Το δικαίωμα στη ζωή κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος όπου ρητά αναφέρεται: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο».Προϊσχύσαν και ισχύον νομικό πλαίσιο στο Ελληνικό Δίκαιο

Μέχρι και το 1993 η θανατική ποινή αποτελούσε μία από τις κυριότερες ποινές του τότε ισχύοντος Ελληνικού Δικαίου. Η τυπική κατάργησή της συντελέστηκε επί πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου με το άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2172/1993 και το άρθρ. 1 παρ.12 περ. β’ ν.2207/1994, με την τελευταία εκτέλεση να λαμβάνει χώρα τις 25 Αυγούστου 1972, όπου ο Βασίλης Λυμπέρης κρίθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο της Αθήνας, κατηγορούμενος ότι έκαψε ζωντανούς την εν διαστάσει σύζυγό του, την πεθερά, την κόρη και τον γιο του. Όπως αντιλαμβανόμαστε, πρακτικά η απάνθρωπη αυτή ποινή είχε ατονήσει πολύ πριν την κατάργησή της.

Στο προγενέστερο Σύνταγμα, πρόβλεψη στον νόμο υπήρχε μόνο για πολιτικά εγκλήματα, οπότε η θανατική ποινή μπορούσε να επιβληθεί διαζευκτικά με την ισόβια κάθειρξη. Αργότερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης αποφασίστηκε από τη Βουλή με μεγάλη πλειοψηφία η αναθεώρηση του άρθρου 7 παρ. 3 Σύντ. 1975/1986, ώστε η κατάργηση της θανατικής ποινής να αποκτήσει και συνταγματική ισχύ. Ορίστηκε δε, με την αναθεώρηση το Συντάγματος από 17.4.2001 στο άρθρο 7 παρ. 3 εδ. β’ ότι «θανατική ποινή δεν επιβάλλεται, εκτός από περιπτώσεις που προβλέπονται στον νόμο για κακουργήματα τα οποία τελούνται σε καιρό πολέμου και σχετίζονται με αυτόν».

Ποια είναι η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη;

Η ποινή του θανάτου έχει πλέον καταργηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ρύθμιση που εναρμονίζεται απόλυτα με το άρθρο 2, εδάφιο α’, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο διακηρύσσει ότι: «το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στη ζωή προστατεύεται από τον νόμο», με σειρά διακηρύξεων ή συμβάσεων των διεθνών ή διακρατικών οργανισμών να έχουν συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Ενδεικτικά, αναφέρονται η υπ’ αριθ. 1574/21.4.1971 Απόφαση του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ, όπου γίνεται έκκληση στα κράτη για προοδευτικό περιορισμό των εγκλημάτων τα οποία απειλούνται στη νομοθεσία τους με θανατική ποινή, το από 18.6.1981 Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «περί καταργήσεως της θανατικής ποινής στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα» όπως και το Ειδικό Πρωτόκολλο (υπ’ αριθ. 6) που προστέθηκε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και άρχισε να ισχύει στις 28.4.1983. Το πρωτόκολλο αυτό προβλέπει ότι η κατάργηση της θανατικής ποινής συνιστά νομική υποχρέωση για τα υπογράφοντα κράτη σε καιρό ειρήνης.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης διαδραμάτισε προεξάρχοντα ρόλο στον αγώνα για την οριστική κατάργηση της θανατικής ποινής, η οποία θεσμοθετήθηκε οριστικά με το 13 Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ, υπογραφόμενο στο Βίλνιους της Λιθουανίας, την 3.5.2002, που επικυρώθηκε με τον νόμο 3289/2004 (με τίτλο «κύρωση του Πρωτοκόλλου αριθ. 13 στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών, σχετικά με την κατάργηση της θανατικής ποινής σε όλες τις περιπτώσεις»), παρόλο που τόσο στο ελληνικό Σύνταγμα, όσο και στον ελληνικό Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα εξακολουθεί να ισχύει η δυνατότητα επιβολής θανατικής ποινής για κακουργήματα εν καιρώ πολέμου.Σήμερα, η εσχάτη των ποινών, de jure ή de facto έχει καταργηθεί στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο (όχι όμως στην Κίνα και τον υπόλοιπο κόσμο, ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής). Ενώ, λοιπόν, η κατάργηση της θανατικής ποινής θεωρείται δεδομένη για όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη, πλην της Λευκορωσίας, εξακολουθεί να αποτελεί θέμα συζήτησης, καθώς σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Αμνηστίας εφαρμόζεται σε 56 κράτη. Σε άλλες πάλι χώρες, η κατάργηση συντελέστηκε αρκετά πρόσφατα (Δανία, Μ. Βρετανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Φινλανδία, Σουηδία).

Εν κατακλείδι, επιτακτική κρίνεται η ανάγκη περαιτέρω εξανθρωπισμού και εξορθολογισμού του σύγχρονου σωφρονιστικού συστήματος, ώστε να καταστεί σαφές πως η θανατική ποινή, στην πραγματικότητα δε φέρει χαρακτηριστικά ποινής αλλά μιας ακόμη νόμιμης εν ψυχρώ εγκληματικής πράξης, της μέγιστης ηθικής βλάβης που μπορεί να υποστεί ένα άτομο από κάθε πολιτεία που έχει μεριμνήσει πρωτίστως για την αυτοπροστασία της και κατόπιν για την αξιοπρέπεια των πολιτών της.


Πηγές

Μαρία Κουτσανδριά

Γεννηθείσα στην Αθήνα, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Τα ενδιαφέροντά της κινούνται στο χώρο των ξένων γλωσσών (είναι γνώστης γερμανικών και άπταιστων αγγλικών), του εθελοντισμού, προσφάτως της αρθρογραφίας, όπως και της παρακολούθησης καλοκαιρινών νομικών μαθημάτων, των λεγόμενων summer law schools, η οποία έχει εξελιχθεί σε ετήσια αγαπημένη συνήθεια. Αυτό το διάστημα εργάζεται ως αεροσυνοδός σε γνωστή ελληνική αεροπορική εταιρεία.