Της Αιμιλίας Γανταδάκη,

Είναι γεγονός πως την τελευταία τριετία οι εκάστοτε συγκυρίες και αλλεπάλληλες απόπειρες εξόδου του από την ΕΕ έχουν συνταράξει το πολιτικό σκηνικό στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκαλώντας μάλιστα έντονη κοινωνική αναταραχή. Και τούτο σίγουρα αποτελεί φαινόμενο παράδοξο, δεδομένου ότι στη μακραίωνη συνταγματική ιστορία όλων των κρατών, η Αγγλία υπήρξε η κοιτίδα του Κοινοβουλευτισμού. Αναπόφευκτα, λοιπόν, έκπληξη προκαλεί, η «μητέρα» της Magna Carta (1215) και του μεταγενέστερου Bill of Rights (1689) να πελαγοδρομεί ανάμεσα σε Ευρώπη και τα εθνικά της σύνορα, διακυβεύοντας τη φήμη της, τα συμφέροντα της, τις σχέσεις της με τα άλλα κράτη και την εσωτερική της ειρήνη.

Μετά τον Ιούνιο του 2016, όπου ο βρετανικός λαός διερωτήθηκε για το ενδεχόμενο αποχώρησης της χώρας από την ΕΕ και έγνεψε καταφατικά, ξεκίνησε κατ’ ουσίαν ένας κυκεώνας άνευ προηγουμένου για το μέλλον του Η. Βασιλείου, που σίγουρα πολλοί από τους ιθύνοντες θα μετάνιωσαν στη συνέχεια. Μολονότι το δημοψήφισμα, ως συμβουλευτικό ουδέποτε νομιμοποίησε ένα άτακτο Brexit, εντούτοις ανέδειξε τον κίνδυνο ενός λαϊκιστικού βολονταρισμού, που καλλιεργήθηκε από πολιτικά πρόσωπα και οξύνθηκε από τον λαό. Το άτοπο του τότε δημοψηφίσματος -όπως συμβαίνει και στα περισσότερα κράτη που καταφεύγουν συνειδητά σε μια διχαστική πρακτική- έγκειται στην προσπάθεια άρσης της πολιτικής ευθύνης των διαπραγματευτών υπέρ του Brexit, δίνοντάς τους ένα άλλοθι στο όνομα της λαϊκής θέλησης. Μετά, λοιπόν, τις φιλότιμες προσπάθειες της Τερέσα Μέι να πάει κόντρα στο εν λόγω ρεύμα, ακολουθεί η εκκεντρική φιγούρα του Μπόρις Τζόνσον, ηγέτη του Συντηρητικού Κόμματος που εγγυήθηκε για μια «πάση θυσία» έξοδο από την Ένωση. Έπειτα από τέσσερις διαδοχικές αναβολές ενώπιον της ΕΕ για περαιτέρω διαπραγμάτευση, είναι πλέον έκδηλο πως το βρετανικό κοινοβούλιο περνά μια περίοδο συνταγματικής κρίσης, ενώ οι ατέρμονες συζητήσεις δίχως κατάληξη έρχονται σε αντίθεση με την πάγια -από χρονικής σκοπιάς- βρετανική συνέπεια.Παρά, όμως, τους όποιους κλυδωνισμούς, αξίζει να σημειωθεί πως ο αγγλικός κοινοβουλευτισμός έχει να επιδείξει ακόμη σημάδια ακεραιότητας. Κρίσιμη είναι η διαπίστωση, πως ακόμη και όταν το υπό ψήφιση ζήτημα είναι τόσο καθοριστικό για το μέλλον της Αγγλίας, η ψήφος κατά συνείδηση μετουσιώνεται σε κάθε κοινοβουλευτική διαδικασία και κανένας βουλευτής –ακόμη κι αν ανήκει στο κυβερνών κόμμα- δε θα διστάσει να καταψηφίσει ένα νομοσχέδιο, εάν διαφωνεί με αυτό ή να αποχωρήσει από τα έδρανα του κόμματος του. Δείγμα μάλιστα της επικυριαρχίας του κοινοβουλίου έναντι της εκτελεστικής εξουσίας απετέλεσε και η πράξη άρσης των αρμοδιοτήτων διαπραγμάτευσης του Brexit από την Τερέσα Μέι προς τη Βουλή. Συγκρίνοντας με το ελληνικό κοινοβούλιο, όπου επικρατεί άνευ ετέρου μιας απόλυτης μορφής κομματική πειθαρχία, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει σημάδια υγιούς κοινοβουλευτισμού ακόμη και σε μια Αγγλία που εξακολουθεί να αμφιταλαντεύεται. Επί της σκληροπυρηνικής κυβέρνησης, όμως, του Μπόρις Τζόνσον, η κατάσταση έγινε λιγότερο διαχειρίσιμη. Με έναν αρχηγό, άτεγκτο να βαδίζει συνειδητά σε επικίνδυνα μονοπάτια, αναπόφευκτα η έννοια της διαλλακτικής διαπραγμάτευσης έφτασε στο ναδίρ και η πλήρης παραβίαση των θεσμών στο ζενίθ. Κάθε φορά, όμως, που ένας παίκτης του παιχνιδιού παραβιάζει τους κανόνες, δεν πρέπει να παρέμβει ο διαιτητής;

Εν προκειμένω, όλα ξεκίνησαν όταν ελήφθη απόφαση παράνομης αναστολής λειτουργίας του αγγλικού κοινοβουλίου για πέντε εβδομάδες, ενώ κανονικά η εν λόγω αναστολή διαρκεί περίπου πέντε ημέρες και έχει τεχνικό χαρακτήρα. Ως πρόφαση, ο Τζόνσον προέβαλε την πρότασή του προς το Στέμμα για την σύνταξη του λόγου του θρόνου, ενώ στην πραγματικότητα επιδίωκε να απαλλαγεί από την ενοχλητική παρουσία τις βουλής τις κρίσιμες εβδομάδες πριν τη λήξη της τεθειμένης από την ΕΕ προθεσμίας για διαπραγμάτευση. Χρησιμοποίησε, δηλαδή, την αναστολή ως μέσο άσκησης πολιτικής. Και σε εκείνη ακριβώς την κρίσιμη καμπή επεμβαίνει ο δικαστής για να «τάμει» τη διαφορά και να επανοριοθετήσει τους όρους του πολιτικού παιγνίου. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Supreme Court of the United Kingdom) της 24ης Σεπτεμβρίου του 2019 στην υπόθεση Cherry/Miller (No2) ([2019] UKSC 41) που κατέληξε υπέρ του παρανόμου της αναστολής, απετέλεσε σταθμό στη συνταγματική ιστορία όχι μόνο της Αγγλίας, αλλά και πολλών άλλων κρατών, αποδεικνύοντας περίτρανα πως σε υποθέσεις που προξενείται έντονη κοινωνική αναταραχή και που απειλείται σοβαρά η εθνική ακεραιότητα, ο δικαστής «ταρακουνείται» από την καρέκλα του αυτοπεριορισμού του και τολμά να ελέγξει μέχρι και κυβερνητικές πράξεις με έντονη πολιτική χροιά.

Βασικά ερωτήματα στα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν οι δικαστές ήταν εάν είχαν δικαιοδοσία (jurisdiction) ελέγχου και αν ναι, εάν η κυβέρνηση ενήργησε σύμφωνα με τον νόμο. Το πρώτο ερώτημα ήταν και το δυσχερέστερο. Συνήθως, πράξεις τις εκτελεστικής εξουσίας (actes de gouvernement κατά το γαλλικό Conseil d’État ή political questions κατά το αμερικανικό δημόσιο δίκαιο) παραμένουν δικαστικώς ανέλεγκτες, δεδομένου ότι στηρίζονται σε πολιτικά ελατήρια. Τη θεωρία των κυβερνητικών πράξεων έχουν υιοθετήσει πλείστα εθνικά δίκαια, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνικού. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, σχεδόν όλες οι σημαντικές πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας έχουν κάποιο πολιτικό χαρακτήρα. Το Κοινοβούλιο τις κρίνει με πολιτικά κριτήρια και τα δικαστήρια με νομικά. Ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, ο πολιτικός έλεγχος της αναστολής μπορεί να καταλήξει άνευ ουσίας, καθώς η αναστολή επιτρέπει τελεσμένα που δε μπορούν να αρθούν όταν συγκληθεί ξανά το Κοινοβούλιο (όπως την έξοδο χωρίς συμφωνία). Το μόνο που θα έμενε σ’ αυτή την περίπτωση στο Κοινοβούλιο θα ήταν «να κλείσει την πόρτα του στάβλου αφού τα άλογα είχαν ήδη φύγει», σύμφωνα με την παραστατική διατύπωση του Δικαστηρίου. Μάλιστα συνεχίζει το Δικαστήριο, λέγοντας: «η απόφαση αναστολής του Κοινοβουλίου είναι παράνομη, εάν η αναστολή έχει ως αποτέλεσμα την ματαίωση ή την αποτροπή, χωρίς εύλογη αιτιολόγηση, της ικανότητας του Κοινοβουλίου να εκτελεί τις συνταγματικές του λειτουργίες ως νομοθέτης και ως όργανο υπεύθυνο για το έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας». Εξάλλου, το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας των άμεσα πληττομένων αποκλείει τα στεγανά στον δικαστικό έλεγχο. Έχοντας, λοιπόνπροσπεράσει τον σκόπελο του παραδεκτού, το δικαστήριο μπήκε στην ουσία και έκρινε ακόλουθα: Η αναστολή του Κοινοβουλίου είναι προνομία του Στέμματος (royal prerogative), η οποία ασκείται κατόπιν γνώμης του Privy Council και έχει τη νομική μορφή της Order in Council. Στη σύγχρονη συνταγματική πράξη, η κυβέρνηση συμβουλεύει το Στέμμα για το διάστημα της αναστολής και το Στέμμα εγκρίνει το αίτημα. Εν προκειμένω, εκρίθη ότι το διάστημα των πέντε εβδομάδων είναι υπερβολικά μακρύ για τη σύνταξη του λόγου του θρόνου και άρα η πράξη αναστολής (prorogation) είναι παράνομη και άρα δεν παράγει κανένα από τα έννομα αποτελέσματά της. Επομένως, το Κοινοβούλιο ουδέποτε ανεστάλη.

Συμπερασματικά, η εν λόγω απόφαση αιφνιδίασε τον νομικό και πολιτικό κόσμο, καθ’ ότι σπανίζουν τέτοια φαινόμενα δικαστικού ακτιβισμού. Από την άλλη πλευρά, στην προσπάθεια εξεύρεσης γνησίων αντιβάρων απέναντι σε μία κυβέρνηση που αυθαιρετεί και με δεδομένη την αδυναμία του νομοθέτη να ασκήσει επαρκή έλεγχο, ο δικαστής, ως ο τελευταίος εναπομείνας πόλος οφείλει να πάρει θέση με στόχο την επιβολή της νομιμότητας και την αποκατάσταση της συνταγματικής ομαλότητας. Είναι εκείνος που ως ο θεματοφύλακας της δικαιοσύνης θα επιφέρει την τελική κρίση. Αυτό υπονόησαν ομόφωνα και οι ένδεκα δικαστές, κλείνοντας: «Let us remind ourselves of the foundations our constitution. We live in a representative democracy».


Πηγές

Αιμιλία Γανταδάκη
Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή Αθηνών και κάτοχος πιστοποίησης δύο ξένων γλωσσών. Από μικρή την συνάρπαζαν η δύναμη του λόγου, αλλά και η δύναμη της πένας. Η συμμετοχή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Νέων πολύ γρήγορα έγινε το εφαλτήριο για την συμμετοχή της σε ποικίλες δράσεις προσομοίωσης του ΟΗΕ, στον Εθνικό Διαγωνισμό Εικονικής Δικής, αλλά και σε σωματεία όπως η Elsa και η Safia. Παράλληλα απολαμβάνει να αρθρογραφεί αφού, όπως συνηθίζει να λέει, στον κόσμο του γραπτού λόγου νιώθει πραγματικά ελεύθερη. Προσωπικό της στοίχημα αποτελεί η συνεχής και κοπιώδης εξέλιξη των δυνατοτήτων της.