Του Γιώργου Μπαστουνά,

Ίσως όσοι διαβάζετε αυτό το κείμενο να με ξέρετε, ίσως πάλι όχι. Θα επιχειρήσω μέσα σε λίγες γραμμές να σας πω δύο λόγια για μένα. Είμαι ο Γιώργος, 23 ετών, από το πανέμορφο Ηράκλειο της ακόμη πιο όμορφης Κρήτης και τα τελευταία 5 χρόνια σπουδάζω Νομική στη Θεσσαλονίκη. Κοινώς είμαι ένας Κρητικός στον Βορρά. Πέρα από την αγάπη μου για την Νομική, ανακάλυψα και την κρυφή μου επιθυμία να ασχοληθώ με ορισμένα άλλα πράγματα. Έτσι ξεκίνησα δειλά-δειλά να γράφω ορισμένα άρθρα σχετικά με τηλεοπτικές κριτικές, να κάνω κάποιες συνεντεύξεις, να συμμετέχω στη συντακτική ομάδα ενός site της σχολής, να κάνω εκπομπές σε διαδικτυακό ραδιόφωνο και φέτος με μεγάλη μου χαρά να συνεχίζω τις κριτικές, όμως αυτή τη φορά, σε θεατρικές σκηνές. Γενικώς, δοκιμάστηκα και δοκιμάζομαι σε οτιδήποτε μου έρχεται στο μυαλό και αποτελεί πρόκληση για μένα…

Όμως, για να σας είμαι ειλικρινής, τη μεγαλύτερη πρόκληση στη ζωή μου, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, αποτέλεσε κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο εσωτερικό. Και στο σημείο αυτό ξεκινάει ένα μεγάλο ταξίδι, που κατέληξε, πριν από περίπου έναν χρόνο, στην έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, με τίτλο «Στάχτες». Για να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή ξεκίνησα κάποια στιγμή στο παρελθόν να γράφω ορισμένες σκέψεις μου για τη ζωή, το θάνατο, τις σχέσεις, τις φιλίες, τα όνειρα, τον έρωτα… Και οι σκέψεις αυτές έμειναν «φυλακισμένες» σε ένα αρχείο word, μέχρι που κάποια στιγμή τις ανακάλυψα και τις ανέσυρα στην μνήμη μου. Και τότε, κάπως άξαφνα, κάπως μαγικά, μου γεννήθηκε στο μυαλό μία αστυνομική ιστορία. Οι ήρωες δημιουργήθηκαν μέσα από τις σκέψεις μου, αποτελώντας ανεξίτηλο κομμάτι του εαυτού μου. Η ιστορία ειπώθηκε, η πλοκή εξελίχθηκε, το τέλος δόθηκε. Το τέλος στο μυθιστόρημα σήμανε την αρχή για να πραγματοποιηθεί ένα όνειρο, που με τον καιρό πλάστηκε και γεννήθηκε.

Όπως, τόσοι και τόσοι άνθρωποι, που γράφουν, στέλνουν σε πολλούς εκδοτικούς οίκους σωρεία mails, μήπως τύχει και κάποιος τους απαντήσει, έτσι έκανα κι εγώ, αλλά όχι –τότε- από κάποιο διακαή πόθο, αλλά μάλλον από περιέργεια για το άγνωστο και για τεστάρισμα των όσων έγραψα. Θα άναβαν άραγε κάποια σπίθα ή θα έμεναν «στάχτες»; Και με αυτό το ερώτημα να πλανάται στο μυαλό μου, το κείμενο εστάλη και κατά κάποιο παράδοξο τρόπο είχε αποδοχή. Τότε ξεκίνησαν οι επαφές και οι συζητήσεις, οι οποίες, ωστόσο απέβησαν άκαρπες για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, -για να μιλήσουμε με αλήθειες- για να γίνεις συγγραφέας στο 2018 και μάλλον και στο 2019 (!) πρέπει να πληρώσεις. Ναι καλά διαβάζετε φίλοι μου, όχι να πληρωθείς… αλλά να πληρώσεις. Σαν να λέμε δίνεις ένα ποσό (διόλου ευκαταφρόνητο) για να μετατραπείς εν μία νυκτί σε συγγραφέα. Δεν πρόκειται να κρίνω ούτε τους οίκους, που προσπαθούν να επιβιώσουν, ούτε όσους συνειδητά το επιλέγουν, επιχειρώντας να αναδειχθούν. Ο καθένας έχει τους λόγους του… Δεύτερον, γιατί κάποιοι ήθελαν να κάνουν παρεμβάσεις στο κείμενο. Ίσως να γινόταν καλύτερο, ίσως να γινόταν χειρότερο, σίγουρα όμως δεν θα ήταν αυτό που εγώ έφτιαξα. Και αυτό δεν το διαπραγματεύτηκα ποτέ.

Και κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία; Τι όχι; Μάλλον εδώ αρχίζει… Πάντα πίστευα ακράδαντα και το πιστεύω ακόμα, πως αν είναι κάτι να γίνει στη ζωή σίγουρα θα γίνει. Και έτσι συνέβη. Λίγο καιρό μετά στράφηκα στην κατεύθυνση της αυτό-έκδοσης με έναν όμως ιδιόμορφο τρόπο. Έφτιαξα, με την πολύτιμη βοήθεια δικών μου ατόμων, το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και απευθύνθηκα σε έναν εκδοτικό οίκο μονάχα για την εκτύπωση και τη συρραφή. Ναι, πήρα αυτό το ρίσκο, όχι για το κέρδος, αλλά γιατί πίστεψα, ότι έπρεπε οι σκέψεις μου αυτές να μοιραστούν και με άλλους. Και το θαύμα έγινε! Το βιβλίο διαδόθηκε, διαβάστηκε, προβλημάτισε, συγκίνησε, νευρίασε, λατρεύτηκε, μισήθηκε, μα πάνω απ’ όλα άγγιξε αυτούς, που θέλησαν έστω για λίγο να το αφήσουν να εισχωρήσει στην ψυχή τους. Άνοιξαν μία μικρή χαραμάδα και αυτό τρύπωσε μέσα τους.

Αφού ολοκληρώσαμε με τα βιογραφικά, που ίσως να μην σας αφορούν, ας πούμε λίγα λόγια γι’ αυτό. Πρόκειται, όπως ανέφερα και παραπάνω, για ένα αστυνομικό-ψυχογραφικό μυθιστόρημα. Το βιβλίο ξεκινάει με μία ανατριχιαστική εικόνα μίας φωτιάς, προκληθείσας από ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα, η οποία καίει τα πάντα στο πέρασμά της, υλικά και άυλα… Η ίδια θα διατρέξει όλο το κείμενο, με την φλόγα της, άλλοτε να είναι δυνατή και μάχιμη και άλλοτε ισχνή και παραδομένη. Όλο το βιβλίο είναι μία ακροβασία στον εγωισμό και στο όνειρο. Έτσι άλλωστε δεν είναι όλη μας η ζωή; Μία συνεχής διαμάχη στα «πρέπει» και τα «θέλω» μας. Το κλειδί είναι μία μαγική λέξη: «ρίσκο». Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μας τρομάζουν τα ρίσκα; Ίσως, γιατί ενέχουν έναν σοβαρό κίνδυνο, εκείνον της αποτυχίας. Και επειδή δεν μας αρέσει να χάνουμε από κάποιον άλλον, προτιμούμε να χάνουμε από εμάς τους ίδιους. Πόσα αποθέματα εγωισμού έχουμε στις αποσκευές της ψυχής μας τελικά; Ας αφήσουμε ελεύθερο τον εαυτό μας να νιώσει. Ελεύθερη την καρδιά μας να χτυπήσει. Αυτή ξέρει τον δρόμο και δεν κάνει λάθος…

Ο έρωτας δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το βιβλίο. Είναι ο πρωταγωνιστής και η κινητήριος δύναμη. Το προς τα πού μας κινεί και σε τι αποφάσεις μάς οδηγεί είναι άλλο θέμα. Ο έρωτας διαχρονικά είναι αμείλικτος, αλλά ποτέ δεν χάνει το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του. Μεταμφιέζεται πάντα σε κάτι άλλο από αυτό που είναι και κρύβει καλά τα βέλη του, για να σε βρει απροστάτευτο και να σε χτυπήσει με τις σκληρές, άγριες και αφοπλιστικές του λαβωματιές. Και οι ήρωες εδώ χτυπιούνται για τα καλά… Και από θύματα γίνονται θύτες και ξεκινούν και αυτοί τη μεταμφίεση και την υποκρισία. Παίζουν πειστικά τους ρόλους τους ως άψογοι ηθοποιοί σε μία καλοστημένη παράσταση. Οι γνώριμες ψυχές τους υποκρίνονται ότι δεν γνωρίζονται… «Δεν σε ξέρω», λέει συνεχώς η μία στην άλλη, μέχρι η αυλαία να πέσει για τα καλά και να τσακίσει τις επιμελημένα κατασκευασμένες μάσκες…

Όμως κάθε τέλος ισοδυναμεί με μία νέα αρχή, έτσι δεν λένε; Και εδώ οι καρδιές τους ήταν αχόρταγες και αν και πάσχιζαν, δεν κατάφεραν να συμβιβαστούν με τα ψίχουλα, που τους προσέφεραν, και να κάτσουν ήσυχες στα αποδυτήρια, που τις έστειλαν. Έτρεξαν στη θέση, που τους αρμόζει, δηλαδή στη σέντρα… Ποιός είπε, ότι η ζωή, οι σχέσεις, οι φιλίες, τα όνειρα, μα πάνω απ’ όλα τα χαμόγελα, κερδίζονται στα αποδυτήρια; Κανείς δεν κέρδισε τον πόλεμο της καρδιάς, χωρίς να παλέψει με όλο του το «είναι» σε κάθε μάχη. Και εδώ οι ήρωες παλεύουν για εκείνα τα όνειρα, που άφησαν απραγματοποίητα από φόβο να μην καούν… Το αν η φωτιά θα παρασύρει και αυτά… μένει να το ανακαλύψετε!

Πάντα πίστευα, ότι οι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο έχουμε μία σημαντική αποστολή… Όχι να τον αλλάξουμε. Ας μην γελιόμαστε, ο κόσμος δεν αλλάζει και δεν άλλαξε ποτέ και από κανέναν. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να τον κάνουμε καλύτερο… Μακάρι με αυτό το βιβλίο να έβαλα μία μικρή σπίθα, έστω σε κάποια ψυχή. Μου αρκεί… και με το παραπάνω!