Του Ραφαήλ Νικόλαου Μπελενιώτη,

Ο κοινωνιολόγος και πολιτικός Αλέξανδρος Παπαναστασίου γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου του 1876 στην Τρίπολη της Αρκαδίας. Σπούδασε Νομική και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό, στις Νομικές Επιστήμες και στη Φιλοσοφία του Πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης.

Την εποχή που σπούδαζε στην Γερμανία επικρατούσαν έντονα οι σοσιαλιστικές ιδέες πάνω σε οικονομικά αλλά και κοινωνικά ζητήματα. Εκεί διαμορφώθηκαν οι επιστημονικές και ιδεολογικές υποδομές της προσωπικότητάς του. Ως το 1908 ο τρόπος σκέψης του επηρεάστηκε από τον Γερμανικό σοσιαλισμό και εργάστηκε πάνω σε θεωρητικά ζητήματα του κοινωνικού συνεργατισμού, ενώ με την επιστροφή του στην Ελλάδα ίδρυσε την Κοινωνιολογική Εταιρεία μαζί με τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Θρασύβουλο Πετμεζά.

Το 1910 μέσα από τις διεργασίες της Κοινωνιολογικής Εταιρείας θα εμφανισθεί το Λαϊκό Κόμμα (σσ: να μην συσχετίζεται με το ομώνυμο αντιβεξιζελικό κόμμα του Γούναρη) και στις εκλογές του ίδιου έτους ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου θα εκλεγεί βουλευτής. Έτσι, αρχίζει και ξεχωρίζει στην πολιτική σκηνή της χώρας, κινούμενος με μαεστρία στον ευρύτερο Βενιζελικό χώρο. Μια από τις πρώτες και σημαντικές πολιτικές νίκες του ήταν η παραχώρηση των Τσιφλικιών της Θεσσαλίας από τους Τσιφλικάδες στους ακτήμονες.

To 1916 και εν μέσω εθνικού διχασμού θα προσχωρήσει στο Κίνημα της Θεσσαλονίκης με τους υποστηρικτές του Ελευθέριου Βενιζέλου και θα αναλάβει την Επαναστατική Κυβέρνηση των Ιόνιων Νήσων. Το 1917 θα αναλάβει το υπουργικό χαρτοφυλάκιο των Συγκοινωνιών και θα διατελέσει για σύντομο χρονικό διάστημα και Υπουργός Περιθάλψεως, ως και τις εκλογές του 1920. Ως Υπουργός προώθησε την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου και της Σχολής Καλών Τεχνών και επικύρωσε με νόμο το νέο σχέδιο πόλεως της τότε Θεσσαλονίκης, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά τον Αύγουστο του 1917.

Το 1922 θα γίνει ιδιαίτερα γνωστός με την δημοσίευση ενός κειμένου το οποίο συνυπέγραψαν και πλαισίωσαν και άλλες πολλές προσωπικότητες με τίτλο «Δημοκρατικό Μανιφέστο». Σε εκείνο καταγγέλλονταν η καταστροφική πολιτική των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων στο Μικρασιατικό ζήτημα και παράλληλα, υποστηρίζονταν η εγκαθίδρυση αβασίλευτης Δημοκρατίας. Για την πράξη του αυτή διώχθηκε και καταδικάστηκε, αλλά απελευθερώθηκε με το ξέσπασμα του κινήματος του Νικόλαου Πλαστήρα. Το 1923 θα ιδρύσει την εφημερίδα «Δημοκρατία», της οποίας θα υπάρξει και ο κυριότερος αρθρογράφος.

Τον Μάρτιο του 1924 σχημάτισε κυβέρνηση με την στήριξη του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Η νέα κυβέρνηση κατέθεσε στις 15 Μαρτίου ψήφισμα στην Δ’ Συντακτική Συνέλευση για την ανακήρυξη αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το ψήφισμα επικυρώθηκε και με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου του 1924 κηρύσσοντας έκπτωτη τη Μοναρχία. Η αβασίλευτη δημοκρατία θα διαρκέσει 11 χρόνια.

Σημαντικοί σταθμοί στην κυβερνητική πολιτική του υπήρξαν η ίδρυση Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη και η αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της ειρήνης μεταξύ των Βαλκανικών λαών και ίδρυσε την οργάνωση «Βαλκανική Ένωση». Αντιστάθηκε σθεναρά στις προσπάθειες κατάλυσης του πολιτεύματος από τον Θεόδωρο Πάγκαλο και τον Ιωάννη Μεταξά. Η δικτατορία, δε του Ι. Μεταξά τον έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Ο θάνατος τον βρήκε σαν σήμερα, 17 Νοεμβρίου του 1936, από ανακοπή καρδιάς στην έπαυλή του στην Εκάλη. Παρά την απαγόρευση από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη και εξελίχθηκε σε ένα σιωπηλό μήνυμα αντίστασης ενάντια στο καθεστώς, το οποίο μάλιστα προσπάθησε να αποκρύψει την ώρα και το μέρος της ταφής του νεκρού.


Ραφαήλ-Νικόλαος Μπελενιώτης, Αρχισυντάκτης Έκδοσης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1999. Είναι φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και ασχολείται ενεργά με των φοιτητικό συνδικαλισμό. Οι τομείς του ιστορικού ενδιαφέροντος του εστιάζονται στην Εμφυλιοπολεμική Ελλάδα και στην Ιστορία της Ελληνικής Πολιτικής Διπλωματίας, ενώ αρέσκεται στο να αποκωδικοποιεί την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα μέσω της αρθρογραφίας.