Της Δέσποινας Κάντα

Ο τούρκος Πρόεδρος, στην περίπτωση της Συρίας, ακολουθεί την τακτική που χρησιμοποιούσε ανέκαθεν η Τουρκία. Αυτό καθιστά τις κινήσεις αλλά και τη δράση του -μάλλον- προβλέψιμες, αφού η γενοκτονία των Αρμενίων, των Ποντίων και η επιχείρηση του Αττίλα ανήκουν όλα στο ιστορικό παρελθόν αυτής της χώρας.  

Τουρκία

Η συνεχής «αυτο-θυματοποίηση» είναι κλασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των χειριστικών ανθρώπων, οι οποίοι το χρησιμοποιούν ως μέθοδο για να ικανοποιήσουν τις δικές τους επιθυμίες/ανάγκες/απαιτήσεις. Ανατρέχοντας σε πρόσφατες αλλά και παλαιότερες δηλώσεις των τούρκων Προέδρων, θα διαπιστώσουμε εύκολα πως μικρές διαφορές παρουσιάζει το προφίλ ενός χειριστικού ανθρώπου, με την τακτική που έχει καλλιεργήσει επί αιώνες η Τουρκία, τόσο αναφορικά με την εικόνα της  χώρας προς το εξωτερικό, όσο και με την εικόνα που έχουν οι ίδιοι οι πολίτες της για τη χώρα τους. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η χειριστικότητα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του DNA της τουρκικής πολιτικής, με εξαιρετικά και απτά αποτελέσματα, αφού ο Erdogan -ζωντανό παράδειγμα της λαϊκιστικής δεξιάς, βαθιά συντηρητικός και αντικοσμικός- δεν έχει χάσει εκλογική αναμέτρηση από 2002. Στο όνομα των «εθνικών συμφερόντων» και της «διασφάλισης της ειρήνης», έχει επιτύχει πολλαπλά οφέλη, τόσο στις Διεθνείς Συνθήκες, στις οποίες έχει συμμετάσχει ως αντισυμβαλλόμενο μέρος, όσο και στις σχέσεις που έχει δημιουργήσει με άλλα κράτη στο πλαίσιο συμμαχιών. 

Στην πραγματικότητα, όλοι ξέρουν ότι πολλά από όσα υποστηρίζει η τουρκική πλευρά δεν έχουν γίνει έτσι, κανείς όμως δεν έχει τολμήσει να επέμβει, ώστε να περιορίσει τη συνεχώς προκλητική -και επικίνδυνα ακραία πλέον- συμπεριφορά της. Ίσως είναι η πρώτη φορά που η Ευρώπη φέρνει στο τραπέζι των συζητήσεων -έστω και κατόπιν εορτής- κυρώσεις προς την Τουρκία και η Αμερική μπαίνει στη διαδικασία να αποστείλει διαμεσολαβητές για την εξομάλυνση της κατάστασης. Φυσικά, σύμφωνα με δηλώσεις του τούρκου ΥΠΕΞ, Μ. Τσαβούσογλου, η Τουρκία θα απαντήσει στις κυρώσεις, τις οποίες ήδη χαρακτήρισε «απαράδεκτες», ενώ αποκάλεσε τους Αμερικάνους «τρομοκράτες», αρνήθηκε να συναντήσει τους απεσταλμένους της, ανακαλώντας την απόφασή της λίγο μετά και κατηγόρησε τη Δύση ότι τάσσεται με τους τρομοκράτες, ίσως και στην προσπάθεια να δημιουργήσει μια δικαιολογία-ανάχωμα για μελλοντικές διεκδικήσεις.

Σε πρόσφατες δηλώσεις του, αναφορικά με τις γεωτρήσεις και τις σχέσεις με την ελληνική πλευρά, υπογράμμισε ότι επιθυμεί την εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας για τις παραβιάσεις στο Αιγαίο, αλλά ότι θα υπερασπιστεί τα “δικαιώματα” των Τούρκων και των Τουρκοκυπρίων στις διεκδικήσεις του ενεργειακού πλούτου της κυπριακής ΑΟΖ, εννοώντας μάλλον ότι “εκτιμά” τη μέχρι τώρα απουσία της Ελλάδας στο συγκεκριμένο θέμα και ότι αν η ελληνική πλευρά δε θέλει (τόσα) προβλήματα, καλό θα ήταν να συνεχίσει έτσι. Για την Ευρώπη δε, ανέφερε πως η Τουρκία της αναγνωρίζει τον ρόλο του «παραστάτη», κάτι που -μετά λύπης- δε μπορεί να διαψευσθεί από τη στάση της Ευρώπης σε πολλά ζητήματα που αντιμετωπίζει τόσο η Κύπρος, όσο και η Ελλάδα, με κορωνίδα όλων το μεταναστευτικό.           

Περισσότερο αμυντικά ωφέλιμη για την Ελλάδα μπορούμε να πούμε ότι θα είναι η τριμερής Συμφωνία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, αφού παρατηρώντας τη στάση της Ευρώπης, φαίνεται να μην έχει καταλάβει πως ο πόλεμος της Συρίας γίνεται στο γεωγραφικό της κατώφλι, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται (μεταναστευτικό, ISIS κλπ). 

ΗΠΑ

Αν σχολιάσουμε τη στάση του αμερικανού Προέδρου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μάλλον θυμίζει σκωτσέζικο ντους, παρά ξεκάθαρη τοποθέτηση. Φυσικά, ήταν ξεκάθαρο, από την προεκλογική ακόμα περίοδο, ότι ο Trump ήταν αντίθετος με την παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων στη Συρία. Η γενικότερη στάση του παραμένει, όμως, αναξιόπιστη και αυτό ίσως θα έπρεπε να μας προβληματίζει και στο πλαίσιο της πρόσφατης συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Αμερικής, που προέκυψε μετά την επίσκεψη του αμερικανού ΥΠΕΞ, M. Pompeo. Ας αναρωτηθούμε πώς μπορεί να βοηθήσει αυτή η συμφωνία την ελληνική πλευρά σε περίπτωση κρίσης στο Αιγαίο. Ο αμερικανός Πρόεδρος έσπευσε να ανακαλέσει τις κυρώσεις που υποθετικά θα επέβαλε η Αμερική στην Τουρκία, επιβεβαιώνοντας ότι τα δεδομένα και οι συμμαχικές «συμπάθειες» έχουν αλλάξει στον γεωπολιτικό χάρτη. Επιπροσθέτως, αυτές οι πολιτικές ήξεις-αφήξεις μπορούν να θεωρηθούν «βούτυρο στο ψωμί» του τούρκου Προέδρου, αφού ήδη μετά τη δεκάμηνη φυλάκισή του το 1999, επειδή απήγγειλε σε συγκέντρωση ποίημα του Τούρκου εθνικιστή ποιητή Ζιγιά Γκιοκάλπ (γεγονός που θεωρήθηκε προτροπή για τέλεση αδικήματος και υποκίνηση σε θρησκευτικό ή φυλετικό μίσος) και πριν γίνει Πρωθυπουργός και Πρόεδρος, ο τουρκικός λαός τον έχει αναγάγει σε “μάρτυρα”. Ο Trump είναι μια περίπτωση πολιτικού, που έχει αλλάξει για πάντα τα δεδομένα στην σύγχρονη αμερικανική πολιτική σκηνή, αφού οι προσεγγίσεις του είναι περισσότερο business oriented. Ο Erdogan, επίσης, είναι ένα παράδειγμα πολιτικού που έχει αλλάξει τα δεδομένα, αφού θα μπορούσε να πει κανείς πως στην Τουρκία δε γίνεται πλέον διαχωρισμός στις πολιτικές πεποιθήσεις των πολιτών, αλλά η βασική διάκριση είναι ανάμεσα σε υποστηρικτές και μη υποστηρικτές του Erdogan. Ο συνδυασμός των δύο πολιτικών ανδρών φανέρωσε ήδη στη Συρία τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει η συνεννόησή τους, αφού οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον μέσω… τηλεφωνικής συνδιάλεξης. 

Ελλάδα

Εδώ και μέρες συζητείται πάλι το ζήτημα της χρηματοδότησης του τομέα της Άμυνας στην Ελλάδα, με την εξέταση διάφορων πτυχών του, όπως η αύξηση των επαγγελματιών του στρατού, η επένδυση σε οπλισμό, η συντήρηση του ήδη υπάρχοντος εξοπλισμού κ.α. Σκοπός της ελληνικής πλευράς θα πρέπει να είναι η επένδυση σε ποιοτικό στρατιωτικό εξοπλισμό και σε μικρότερη προτεραιότητα η ενίσχυση με ανθρώπινο δυναμικό, καθώς λόγω πληθυσμού και μόνο θα ήταν δύσκολο να αναμετρηθεί η χώρα μας με το στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό μιας χώρας μεγέθους, όπως αυτό της Τουρκίας. Ήδη, η τουρκική πλευρά εδώ και καιρό επενδύει σε μη επανδρωμένα μαχητικά drone (Unmanned Aerial Vehicle – UAV), σε εξοπλισμό όπως οι S-400, και το πιο σημαντικό όλων… αυτό της καλλιέργειας «εθνικού» –για τα δικά τους δεδομένα, “εθνικιστικού” –για τα δεδομένα όλων των υπολοίπων- φρονήματος. Η επένδυση της Ελλάδας στην Άμυνα δεν κινείται τόσο στο πλαίσιο της λογικής της πιθανότητας εκδήλωσης μιας κρίσης, όσο στη λογική της πρόληψης, της γενικότερης αίσθησης ετοιμότητας, αλλά και της δημιουργίας ενός προφίλ ικανού στρατιωτικού παίκτη. Ιδιαίτερα θετικό είναι το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν ασκήσεις σε κυπριακό έδαφος από ελληνικά F-16, μετά από 20 χρόνια (!) και η αναβάθμιση των γαλλικών Mirage 2000. Δυστυχώς για κάποιους, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το αν είναι “χρήσιμο” να επενδύσουμε σε αυτόν τον τομέα,, τη στιγμή που ακόμα κι αν πάρουμε απόφαση ως λαός ότι είναι «χρήσιμο», είναι άγνωστο το αν θα μπορούμε να στηρίξουμε κάτι τέτοιο οικονομικά. Ασφάλεια και οικονομία πάνε μαζί, όχι μόνο από άποψη οικονομικής συνιστώσας, αλλά και από άποψη Άμυνας. Κάποιοι βρίσκουν την επένδυση στην Άμυνα υπερβολική, υποστηρίζοντας πως οι πόλεμοι δε γίνονται πλέον με τα όπλα. Ωστόσο, μικρή σημασία έχει πώς βλέπεις ο ίδιος κάτι, όταν το περιβάλλον και οι συνθήκες στέλνουν αντίθετα μηνύματα. Είναι άλλο το να εμπιστεύεσαι την τύχη σου και άλλο, όμως, το να μην αφήνεις τίποτα σε αυτή. Κάποιοι θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ΝΑΤΟ αρκούν για να μας διασφαλίσουν σε ζητήματα παραβιάσεων/θερμών επεισοδίων/πιθανότητας πολέμου. Το 1938, στην προσπάθεια του Ηνωμένου Βασιλείου να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού, υπογράφηκε από τον τότε Πρωθυπουργό, Arthur Neville Chamberlain και άλλες χώρες η περίφημη Συμφωνία του Μονάχου, η οποία υποτίθεται εξασφάλιζε «Ειρήνη στους καιρούς μας». Λίγο αργότερα, ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δίνοντας μια θέση στη Συμφωνία αυτή στο Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο του Λονδίνου, όπως πολύ εύστοχα τοποθετεί ο Paul R. Maracin στο βιβλίο του «Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», «ως μνημείο της ανθρώπινης αφέλειας»

Για τη συζήτηση περί ένταξης της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, μπορούμε να θεωρήσουμε πως είναι περιττό να μιλάμε άλλο. Για την παραμονή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ ίσως θα είναι καλύτερο να κινηθούμε στη λογική του «keep your friend close and your enemies closer». Η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ είναι κάτι που ούτε ο Erdogan φαίνεται να θέλει, αφού έχει κάνει συνειδητά τεράστια στροφή προς την Ασία (όπου και ανήκει γεωγραφικά). Αν το ΝΑΤΟ είναι, έστω και κατά 1%, λόγος για τον περιορισμό των μη φιλικών δραστηριοτήτων της Τουρκίας προς την Ελλάδα και την Κύπρο, δε θα πρέπει να επιδιωχθεί η αποπομπή της Τουρκίας από αυτό, αλλά οι κυρώσεις μέσω αυτού. Διαφορετικά, καθίσταται ατελέσφορο και αυτό το υποτιθέμενο 1% που μπορεί να βάζει την Τουρκία σε δεύτερες σκέψεις. Τέλος, ας θυμόμαστε, ότι μέχρι τώρα οι ένοπλες δυνάμεις δεν έχουν -έστω και συμβουλευτικά- λόγο σε πολλά ζητήματα, αντιμετωπίζονται μάλιστα από μερικούς ως “περιττός” ή “ανούσιος” τομέας επένδυσης. Όμως, όταν έρχεται η ώρα να υπερασπιστούν την πατρίδα μας, ακολουθούν χλιαρές  δηλώσεις, όπως «αυτή είναι η δουλειά τους». Είναι πολύ άδικο. Η Άμυνα είναι πολλά περισσότερα από εκτελεστικό όργανο.


Δέσποινα Κάντα, Αρχισυντάκτρια Πολιτικών

Η Δ. Κάντα είναι πολιτικός επιστήμονας, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης, μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Διοίκησης Επιχειρήσεων και Ολικής Ποιότητας με Διεθνή Προσανατολισμό (MBA TQM Int.), του Πανεπιστημίου Πειραιά και υπότροφη του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων ΕΟΠΕ-HAPSc στο πρόγραμμα MA in Governance, του European Public Law Organization (EPLO). Παράλληλα, εργάζεται σε διοικητικές θέσεις και ως εξωτερικός συνεργάτης σε γραφεία συναφούς αντικειμένου των σπουδών της. Στα άμεσα σχέδια της είναι η εκπόνηση ενός διδακτορικού και η απασχόληση της σε φορείς του αντικειμένου της.