Της Δέσποινας Κάντα,

Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων θεσμοθετήθηκε πολλά χρόνια πριν, στο Σύνταγμα του 1911, επί κυβερνήσεως Ελευθέριου Βενιζέλου. Η συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας χαρακτηρίστηκε από άλλους ως απαραίτητο βήμα για τον εκσυγχρονισμό και από άλλους ως λαϊκιστική τακτική. Το Σύνταγμα,  με αυτόν τον τρόπο,  παρείχε στους δημοσίους υπαλλήλους εργασιακή ασφάλεια, ώστε να συνεχίζουν ανεξάρτητα  από τις αλλαγές της εκάστοτε κυβέρνησης και από οποιεσδήποτε παρεμβάσεις, το υπαλληλικό τους έργο. Τους παρέχεται, λοιπόν, ένα ισχυρότατο κίνητρο για να αφοσιωθούν στην εργασία τους, ως ακομμάτιστοι και ανεξάρτητοι παράγοντες.  Παρά ταύτα, η ιστορία έχει δείξει πως η μονιμότητα και η ασφάλεια που αυτή παρέχει, τελικά δε λειτούργησε υπέρ της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητάς τους.

Τη στιγμή που ο ιδιωτικός τομέας έρχεται αντιμέτωπος με πολύ μεγάλα ποσοστά ανεργίας, τη στιγμή που η μερική απασχόληση έχει γίνει η βασική μορφή εργασίας και οι αμοιβές προσωπικού κατατάσσουν τον Έλληνα σε αυτό που ο Πολωνός συγγραφέας και στοχαστής, Zygmunt Bauman (2004) ορίζει ως «νεόπτωχο», ερχόμαστε αντιμέτωποι με σοβαρές παθογένειες του δημοσίου τομέα, ο οποίος αποδεικνύεται ανεπαρκής να ανταποκριθεί στις ανάγκες που εξελίσσονται μαζί με την κοινωνία. Οι «νεόπτωχοι» δεν είναι σε θέση να καλύψουν τα προς το ζην ούτε είναι οικονομικά ανεξάρτητοι. Επιπλέον, έχουν να αντιμετωπίσουν και τον πιο σκληρό φόβο: την εργασιακή ανασφάλεια. Παρόλο που ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να είναι αποδοτικός και αξιόλογος, γνωρίζει ότι ουδείς είναι αναντικατάστατος. Είτε γιατί ο εργαζόμενος μπορεί να μην αποδίδει τόσο καλά, πάντα κατά την ανέλεγκτη κρίση της επιχείρησης,  είτε γιατί αποδίδει μεν καλά, αλλά «κοστίζει» πολύ στην επιχείρηση. Ένας υπάλληλος, λοιπόν, που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα είναι πάντα αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της απόλυσης.

Στον αντίποδα του κριτηρίου της  αποδοτικότητας στον ιδιωτικό τομέα, έχουμε τον δημόσιο τομέα, όπου η αποδοτικότητα δεν ελέγχεται  καν και η κατάργηση  της μονιμότητας έχει ακροθιγώς αναφερθεί, ιδίως μεταξύ των πολιτών και όχι από επίσημα χείλη. Πρόκειται -δυστυχώς- για ένα από τα ζητήματα που θα συζητούνται, αλλά που δε θα αλλάξουν εύκολα, καθώς «θίγουν» μεγάλη μερίδα του πληθυσμού των ψηφοφόρων. Η  έλλειψη αξιολόγησης στο δημόσιο τομέα  είναι κάτι που εξυπηρετεί αμφότερα τα μέρη, τόσο τον πολίτη που επιθυμεί να διοριστεί και να έχει επαρκές εισόδημα χωρίς πάντα να εξαντλείται στην εργασία του, όσο και τον πολιτικό που επιθυμεί να χρησιμοποιεί τον διορισμό στο Δημόσιο ως το μέγιστο ψηφοθηρικό του εργαλείο. Στην πραγματικότητα, οι εκλογικές αναμετρήσεις «παράγουν» περισσότερους δημοσίους υπαλλήλους από αυτούς που χρειαζόμαστε ως κοινωνία, αλλά και από όσους μπορούμε να συντηρήσουμε.

Ιδιαίτερα στη γενιά των baby boomers (1946-1964), η θέση στο Δημόσιο ήταν το όνειρο κάθε μέσου Έλληνα. Η ελληνική νοοτροπία δεν άφηνε περιθώρια διεύρυνσης του επαγγελματικού ορίζοντα με δεδομένη την καλλιέργεια της αίσθησης του «σίγουρου» και του «αέναου». Δυστυχώς, η φαινομενική αγαθότητα του κινήτρου που δίνει το Σύνταγμα στους δημοσίους υπαλλήλους, αποδείχθηκε δούρειος ίππος πελατειακών σχέσεων μεταξύ των πολιτών και των κομμάτων και όχι μέσο καθιέρωσης διαφάνειας και αποδοτικότητας στο υπαλληλικό έργο και ίσως μέσο υποτίμησης των εργασιακών δικαιωμάτων άλλων εργαζομένων, όπως είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι.

Για να είμαστε ακριβείς, όταν οι δημόσιοι υπάλληλοι διεκδικούν -και καλά κάνουν- τα εργασιακά τους δικαιώματα, καλούνται «αγωνιστές». Όταν οι ελεύθεροι επαγγελματίες διεκδικούν τα δικαιώματά τους, λέγονται «κίνημα της γραβάτας», «ελίτ» κ.ο.κ.. Κάποιος παρατηρητής θα μπορούσε εύλογα να αναρωτηθεί, μελετώντας τα ποσοστά ανεργίας στην (ιδιωτική) αγορά εργασίας, σε συνδυασμό με τα προσόντα των υποψηφίων και την παράλληλη αβεβαιότητα της εργασίας τους γιατί έχει «κυνηγηθεί» ο ελεύθερος επαγγελματίας τόσο πολύ; Γιατί ο ελεύθερος επαγγελματίας θεωρείται «οικονομικά άνετος»; Πώς ο δημόσιος τομέας που διατηρεί το απόλυτο προσόν της μονιμότητας, ώστε να επιτελεί το έργο του, έχει νοσήσει τόσο πολύ, αλλά παραμένει άθικτος, ενώ ο ιδιωτικός τομέας και δη οι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν να παλέψουν με την αβεβαιότητα της θέσης εργασίας, ακόμα και με τη βιωσιμότητα της ίδιας της επιχείρησης, στην οποία απασχολούνται, ή τη συντήρηση  του γραφείου τους;

Κάποιοι λένε πως όλες οι σκληρές αποφάσεις που πάρθηκαν οφείλονται στη φοροδιαφυγή. Εδώ η αρχή, με βάση την οποία ο καθένας θεωρείται «αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου» δεν ισχύει. Θεωρούμε, λοιπόν, -τουλάχιστον φορολογικά- ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας είναι ένοχος, γιατί αυτό ίσως να κοστίζει πολύ λιγότερο από το να τον ελέγξουμε και τελικά -απ’ ότι αποδεικνύεται και μέσω τον φορολογικών συντελεστών- ίσως να είναι και περισσότερο επικερδές.

Επιστρέφοντας στο ζητούμενο του παρόντος άρθρου και μιλώντας περί του πρακτέου, δύσκολα θα βρεθεί κυβέρνηση να καταργήσει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Φαίνεται, όμως, να καθίσταται επιτακτική η ανάγκη πλέον της καθιέρωσης της αξιολόγησης. Ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα αξιολογείται κάθε μέρα. Από τη διοίκηση της επιχείρησης, από τους συναδέλφους του, από τον πελάτη. Ο ιδιωτικός τομέας αξιολογείται σε όλες τις εκφάνσεις και τις  λειτουργίες του. Ας μην τεθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων υπό αμφισβήτηση. Ας τεθεί, όμως, ζήτημα διαδικασίας αξιολόγησης και αμοιβών βάσει της αποδοτικότητας. Μετρήσιμα στοιχεία, μετρήσιμα αποτελέσματα. Ας μην είναι η αποδοτικότητα το κίνητρο για παραμονή στην εργασία. Θα μπορούσε να εξεταστεί, όμως, αν είναι λ.χ. ο οικονομικός παράγοντας κίνητρο για την αποδοτικότητα, όπως ισχύει σε μεγάλο βαθμό στον ιδιωτικό τομέα. Ας υπάρχει η μονιμότητα, γιατί πράγματι είναι σημαντικό οι δημόσιοι υπάλληλοι να επιτελούν το έργο τους ανεξάρτητα από την εκάστοτε εξουσία. Είναι σπουδαία η κατοχύρωση του Συντάγματος. Ίσως, όμως, ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα βήμα παρακάτω και να ζητήσουμε αξιολόγηση, προκειμένου να σταματήσει ο δημόσιος τομέας να αποτελεί πεδίο ρουσφετιών και πελατειακών σχέσεων, να γίνει ουσιαστικά αποδοτικός και αποτελεσματικός προς όφελος του πολίτη, αλλά και να επιβραβεύσει και τους δημοσίους υπαλλήλους, που είναι όντως αποτελεσματικοί και θέλουν να εξελίσσονται, το εργασιακό τους περιβάλλον, όμως, δεν τους βοηθάει ώστε να το κάνουν. Η αξιολόγηση είναι κάτι που αναπτύχθηκε σε περιβάλλον ιδιωτικών επιχειρήσεων για τη βελτίωσή τους. Θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη και στον Δημόσιο τομέα. Όχι «εκδικητικά» αλλά ως αναγκαία συνθήκη στο πλαίσιο της συνεχούς βελτίωσης της παροχής υπηρεσιών στον πολίτη και στη χώρα.


  

Δέσποινα Κάντα, Διευθύντρια Marketing

Η Δ. Κάντα είναι πολιτικός επιστήμονας, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης και μεταπτυχιακή φοιτήτρια της Διοίκησης Επιχειρήσεων και Ολικής Ποιότητας Int. του Πανεπιστημίου Πειραιά. Είναι επιστημονική συνεργάτης του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικού Αλφαβητισμού και εξωτερική συνεργάτης σε γραφεία συναφούς αντικειμένου. Είναι, επίσης, υπότροφη του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων ΕΟΠΕ-HAPSc στο πρόγραμμα MA in Governance, του European Public Law Organization-EPLO και στα άμεσα σχέδια της είναι η εκπόνηση διδακτορικού και η ανάπτυξη του δικτύου συνεργατών.