Του Γιώργου Σαλπιγγίδη,

Λίγο πολύ, σε όλους μας είναι γνωστοί οι όροι «Βυζαντινός», «Ρωμαίος» και φυσικά «Έλλην». Όροι που μέσα στην πάροδο των αιώνων και ανάλογα με τη χρονική στιγμή, απέκτησαν διαφορετική χροιά. Αλλιώς νοείται ο Έλληνας της αρχαιότητας σε σχέση με αυτόν του μεσαίωνα και της σύγχρονης εποχής. Ομοίως και ο Ρωμαίος που διαφορετικά χαρακτηριστικά έχει όταν είναι κραταιά η Ρώμη (δηλαδή η αρχαία φάση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και διαφορετικά όταν στο προσκήνιο έρχεται η Κωνσταντινούπολη (δηλαδή η φάση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας). Εδώ θα εξετάσουμε τους όρους αυτούς στα χρονικά πλαίσια της μεσαιωνικής περιόδου.

Αναφερόμαστε, λοιπόν, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ονομασία που έχει επικρατήσει στις μέρες μας για την περιγραφή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η εμφάνιση αυτού του νεολογισμού τοποθετείται τον 16ο αιώνα στη Γερμανία, όταν ο Ιερώνυμος Βόλφ (Hieronymus Wolf) χρησιμοποίησε τον όρο «Βυζάντιο» και τα παράγωγά του για να περιγράψει τον μεσαιωνικό ελληνισμό. Αυτό το προσωνύμιο, η αλήθεια είναι πως δε συνάδει με τις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής αυτής. Οι ίδιοι δεν αποκαλούνταν βυζαντινοί, αλλά όπως θα δούμε παρακάτω, αυτοπροσδιορίζονται ως «Ρωμαίοι», όχι όμως με την εθνική έννοια. Η λέξη «Βυζάντιο» είναι παλαιότερη της εποχής αυτής και ανάγεται στον 7ο αιώνα π.Χ., όταν ο Βύζαντας από τα Μέγαρα ίδρυσε την αποικία του στην περιοχή της σημερινής Κωνσταντινούπολης. Αφού ο Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας ανοικοδόμησε την πόλη, της έδωσε το όνομά του, ωστόσο η αρχαία ονομασία της έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων. Ετσι, οι αναφορές σε «βυζαντινούς» που συναντάμε στα χειρόγραφα της εποχής, δεν είναι παρά ένας γεωγραφικός και τοπογραφικός χαρακτηρισμός των κατοίκων της πόλης αυτής, δηλαδή τους Κωνσταντινουπολίτες.

Για αυτούς τους λόγους, όταν συναντάμε τον όρο «βυζαντινός» θα πρέπει να σκεφτόμαστε τον κάτοικο της Πόλης, ενώ αν θέλουμε να προσδιορίσουμε όλους τους πολίτες της αυτοκρατορία θα πρέπει να τους αποκαλούμε «Ρωμαίους». Ρωμαίοι όμως όχι με εθνική έννοια, καθώς μέσα στην αχανή της έκταση η αυτοκρατορία είχε πληθώρα λαών και φυλών, με αρκετούς βυζαντινολόγους σήμερα να την αποκαλούν «μωσαϊκό εθνοτήτων». Ενδεικτικά, αναφέρουμε λαούς όπως τους Ρωμαίους, τους Αρμενίους, τους Σύριους, τους Αιγυπτίους, αλλά και παλαιά μικρασιατικά φύλα όπως οι Ίσαυροι, οι Φρύγες, οι Καππαδόκες κ.α. Όλοι, όμως, αυτοί και άλλοι πολλοί λαοί που βρίσκονταν υπό τη σκέπη του Ρωμαϊκού κράτους, θεωρούσαν τον εαυτό τους «Ρωμαίο» πολίτη με την έννοια του νόμιμου κληρονόμου και συνεχιστή της ένδοξης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της ύστερης αρχαιότητας, που πλέον είχε την έδρα της στην ανατολή. Αυτό είναι εμφανές με τον πιο έντονο τρόπο στον τίτλο που είχε ο αυτοκράτορας «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων» που σταδιακά αντικατέστησε τον τίτλο Imperator, καθώς τα ελληνικά μπαίνουν και στη διοίκηση του κράτους.

Τα ελληνικά μπορεί να μπήκαν σχετικά νωρίς στη διοίκηση του κράτους (7ος αιώνας), ωστόσο η λέξη «Έλλην», τουλάχιστον κατά τους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, ήταν ταυτισμένη με τη λέξη «εθνικός», δηλαδή ειδωλολάτρης. Αυτή η σύνδεση είναι εμφανέστερη κυρίως στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα των πρώτων αιώνων που κάνουν αναφορές για «Έλληνες» και «ελληνίζοντες», αυτούς δηλαδή που τείνουν προς τον αρχαίο τρόπο σκέψης και πίστης. Επίσης, οι έννοιες «Ελλάς» και «ελληνικός» χρησίμευαν και ως περιγραφή της γεωγραφικής επαρχίας, που αποτελούνταν από τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια. Ενώ, μετά από τον 7ο αιώνα, όταν αρχίζει να εμφανίζεται το «θεματικό σύστημα», δημιουργείται και το «θέμα Ελλάδος» με μια ενιαία στρατιωτική και διοικητική μονάδα. Τα πράγματα θα αλλάξουν το 1204, όταν η αυτοκρατορία θα πέσει στα χέρια των σταυροφόρων. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων αυτοκρατοριών με πιο έντονο το ελληνικό στοιχείο, με τις αυτοκρατορίες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας να δίνουν το πρόσταγμα. Με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261, ο όρος «Έλληνας» αποκτά μια πιο κεντρική, θα λέγαμε, θέση στην ταυτότητα των πολιτών, οι οποίοι με την πάροδο των αιώνων έχουν αφομοιώσει τον ελληνικό πολιτισμό και πλέον αποτελούν ένα πιο συμπαγές σώμα.

Μέσα, λοιπόν, από τη μακραίωνη περίοδο των δέκα και πλέον αιώνων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν αυτές τις ορολογίες είτε απαράλλακτες, είτε ελαφρώς τροποποιημένες. Συνεπώς, ανάλογα με την περίοδο, οι λέξεις αυτές αποκτούν ένα διαφορετικό νόημα, το οποίο διαμορφώνεται σταδιακά στο πέρασμα του χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αλλαγές που συντελούνται σε μικρό χρονικό διάστημα.


Βιβλιογραφία
  • Αλέξιος Γ.Κ. Σαββίδης, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία (284-1461), Αθήνα 2008, εκδόσεις Ηρόδοτος
  • Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Τόμος Α’, μτφρ. Ιωάννης Παναγόπουλος, Αθήνα 2012, Εκδόσεις Πατάκη

Γιώργος Σαλπιγγίδης

Γεννημένος στην Αθήνα το 1999. Φοιτητής του Τμήματος Ιστορία, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών, της Καλαμάτας. Λάτρης της Βυζαντινής και Νεότερης Ιστορίας, του αρχαίου θεάτρου, του βιβλίου και της μαγειρικής