Του Κωνσταντίνου Πίχλιαβα,

Θέμα του παρόντος άρθρου είναι η μελέτη του φαινομένου της μεταστροφής των «ζίμμιδων», μη μουσουλμάνων υπηκόων του σουλτάνου, στο Ισλάμ. Τα Βαλκάνια παρουσιάζουν αρκετές ιδιομορφίες ως προς το θέμα των εξισλαμισμών, αφενός διότι ξαφνικά, σε διάστημα μίας πεντηκονταετίας, τα αμιγώς χριστιανικά έως τότε κράτη της Βαλκανικής δίνουν τη θέση τους σε ένα «ισλαμικό» κράτος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφετέρου δε, πληθυσμοί που μέχρι τότε δεν είχαν ιδέα περί του Ισλάμ, καλούνται εντελώς αναπάντεχα να προσαρμοστούν στη διαβίωση, στα πλαίσια μίας ισλαμικής κοινωνίας.

Σε γενικές γραμμές, οι παραδοσιακές βαλκανικές «εθνικές» ιστοριογραφίες παρουσιάζουν τους εξισλαμισμούς είτε ως παράγοντα «φθοράς», δημογραφικής απώλειας του αντίστοιχου έθνους, είτε ως ενοποιητικό παράγοντα και διακριτικό γνώρισμά του. Τη μεν πρώτη άποψη μοιράζονται κυρίως Έλληνες, Σέρβοι και Βούλγαροι ιστορικοί· τη δεύτερη αποκλειστικά Βόσνιοι, Αλβανοί και Τούρκοι. Ο μελετητής πέραν τούτων, έχει να αντιμετωπίσει και την ασάφεια των πηγών: οι βίοι των νεομαρτύρων εστιάζουν κυρίως στην καρτερία του νεομάρτυρα απέναντι στα βασανιστήρια (οι λόγοι αρνησιθρησκείας του πάσχοντος μάρτυρα αναφέρονται συνοπτικότατα), τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα καταδεικνύουν απλά την ύπαρξη του φαινόμενου, ενώ οι καταγραφές στους κώδικες των ιεροδικείων έχουν την κάτωθι μορφή:

«Η εκ Μπάλτζης Μαρία θυγάτηρ Τράκα ασπασθείσα τον ισλαμισμόν ωνομάσθη  Αϊσέ» ή αναλυτικότερα:

«Η χριστιανή (nasraniye) Σαραΐνα κόρη Θανάση, κάτοικος του χωριού Κόκοβα του καζά Βεροίας, ήλθε στο ιερό δικαστήριο και οικειοθελώς αποχώρησε από την άκυρη θρησκεία και αποδέχθηκε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ισλάμ. Αφού εκφώνησε την ομολογία πίστης στο Ισλάμ όπως της υποδείχθηκε, της δόθηκε σύμφωνα με την επιθυμία της το όνομα Φατιμέ».

Καθίσταται, λοιπόν, εξαιρετικά δύσκολη η αποσαφήνιση των παραγόντων που οδήγησαν τα άτομα αυτά στην εγκατάλειψη της μίας θρησκείας και την υιοθέτηση μίας άλλης.

Η «παραδοσιακή» ιστοριογραφία διακρίνει τους εξισλαμισμούς σε ατομικούς, ομαδικούς, «εκούσιους» και υποχρεωτικούς (στη συνέχεια, θα ασχοληθούμε αναλυτικά με την κάθε μία μορφή). Οι ατομικοί εξισλαμισμοί είναι η συνηθέστερη μορφή του φαινομένου, όπου χριστιανοί ορθόδοξοι και αρμένιοι κατά βάση (υπάρχουν και μεμονωμένες περιπτώσεις καθολικών και προτεσταντών, μη υπηκόων του Σουλτάνου) και λιγότερο Εβραίοι, άνδρες και γυναίκες, εγκαταλείπουν για διαφόρους λόγους το θρήσκευμα τους και ασπάζονται  το Ισλάμ. Οι βίοι των νεομαρτύρων, οι αναφορές των ξένων προξένων και οι κώδικες των κατά τόπους ιεροδικείων, αφθονούν τέτοιων παραδειγμάτων. Οι ομαδικοί πάλι εξισλαμισμοί αποτελούν ένα σπάνιο φαινόμενο, το οποίο παρατηρείται κυρίως στην πρώιμη περίοδο της οθωμανοκρατίας στα Βαλκάνια (14ος – 17ος αιώνας ), έχοντας αντίστοιχα στη Μικρά Ασία (την εποχή της κατάκτησής της από τους Σελτζουκίδες, με συνεπακόλουθη την «τουρκοποίηση» της περιοχής) και στον Πόντο, την ίδια περίοδο με αυτή που εξετάζουμε. Ολόκληρα χωριά, οικογένειες ή μεγάλες ομάδες κατοίκων πόλεων ή ευρύτερων περιοχών, ασπάζονται το Ισλάμ αμέσως μετά την κατάκτηση της περιοχής τους από τους Οθωμανούς και το συνεπακόλουθο καθεστώς τρόμου που επικρατούσε πλέον εις βάρος των υποδούλων (ενδεικτική είναι η μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή Bertrandon de la Broquière για την εξωμοσία πολλών κατοίκων της Θεσσαλονίκης, αμέσως μετά την άλωση της πόλης το 1430). Αντιστοίχως και κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων, καταστολής εξεγέρσεων ή επαναφοράς μιας περιοχής υπό οθωμανικό έλεγχο· η κεντρική, βέβαια, κυβέρνηση δεν ενθάρρυνε παρόμοιες ενέργειες, καθώς έπλητταν τις οικονομικές προσόδους του κράτους (η «ζίμμα» ή κεφαλικός φόρος που πλήρωναν αποκλειστικά οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι του σουλτάνου, ήταν βασικό έσοδο του Οθωμανικού Κράτους).

Ο λεγόμενος «εκούσιος» εξισλαμισμός είναι πολύ δύσκολος να αποδειχθεί., καθότι υπάρχει σιγή των πηγών. Σίγουρα, ανάμεσα στους εξωμότες υπήρξαν άτομα, τα οποία ασπάστηκαν τη θρησκεία του Μωάμεθ επειδή πίστεψαν στο μήνυμά της, η μεγάλη, όμως, πλειονότητα τους, είδε το Ισλάμ ως ένα μέσο βελτίωσης της κοινωνικής θέσης (Χριστιανοί και Εβραίοι αποτελούσαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας τόσο για την κεντρική διοίκηση, όσο και τον νόμο, σαρία), του βιοτικού επιπέδου, απαλλαγής από τους δυσβάστακτους φόρους (ιδίως η ζίμμα ήταν αρκετά υψηλή)· άλλοι, εξαιτίας αμφιβολιών για την πίστη, ενδοκοινοτικών ερίδων, διαμαχών και καθημερινών ζητημάτων (έρωτας, αποφυγή ενός ανεπιθύμητου γάμου, κακοποίηση). Ορισμένοι πάλι, εξαναγκάστηκαν να δηλώσουν την αποδοχή του Ισλάμ, προκειμένου να γλιτώσουν τη ζωή τους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Αμαριανού Τεμερούτογλη, κατοίκου Σερρών το 1617 που όπως γράφει το χρονικό του παπά – Συναδινού:

Εν μηνί Μαρτίω, της Ακάθιστου, ετούρκεψαν τον Αμαριανόν τον Τεμερούτογλη τον σκευοφύλακαν, δι’ αιτίαν τοιαύτη· αγόραζεν σουπές [=σουπιές] από Τούρκον η οκά δώδεκα· και αυτός τον έδιδεν δέκα και λέγει· «Μην τα πουλής, επειδή δεν σε εβγαίνει [=επειδή δεν κερδίζεις τίποτα] και είναι και χριστιανικό φαγί». Και οι Τούρκοι το εγύρισαν αλλέως, το πώς είπεν τον Τούρκον οπού τα πουλεί χριστιανόν, και εσήκωσαν δόγμα μεγάλο [=ξεσήκωσαν μεγάλη διαμάχη] και εγίνη σύγχυσις και ταραχή και φόβος μέγας και τον έκριναν [=δίκασαν]. Και ο κριτής τον έκαμεν ταζίρι [=του επέβαλε σωματική ποινή] και τον έδειραν. Αμή [=αλλά] οι Τούρκοι δεν τον άφησαν, μόνον τον ήφεραν  εις το τρανό [ =μεγάλο] το τζιαμί εις το τζιαρσί [=αγορά] και τόσοι Τούρκοι εμαζώχθησαν πάραυτα ότι δεν είχαν μέτρος [=που ήταν αμέτρητοι]. Και έτζι τον εβάρεσαν ένα δύο μαχαιρές και ήθελαν να τον τεπελετίσουν [=ξεκάνουν]. Και ένας από την μέσην τους, τους εφώναξεν και λέγει ότι «εγίνην Τούρκος εγίνην, μόνον αφήσετέ τον». Και έτζι τον άφησαν. Και συνεχίζει ο παπά – Συναδινός:

Και έτζι τον ετούρκεψαν [τον Αμαριανό] και πάραυτα τον εσουνέτισαν [=του έκαναν περιτομή]. Και η ταλαίπωρη γυναίκα του έκρυψεν τα παιδία του […] με πολλή σφίξη ήφεραν…τα παιδία και τα ετούρκεψαν. Αμή [=αλλά] τον τρανύτερόν [=μεγαλύτερο] του υιόν δεν τον ετούρκεψαν τον Κομνιανάκη, μόνον τον άφησαν ως ότι [=επειδή] ήτον νόμου ηλικίας ως ιζ΄ [=17] χρονών.

Με βάση τα τελευταία, λοιπόν, μπορούμε να μεταπηδήσουμε στην έτερη μεγάλη κατηγορία των εξισλαμισμών, τους υποχρεωτικούς. Το ίδιο το Κοράνιο δεν επιδοκιμάζει τη δια της βίας επιβολή του Ισλάμ, αντιθέτως μάλιστα την αποθαρρύνει· υπάρχουν βεβαίως και περιπτώσεις κατά τις οποίες η αποδοχή του Ισλάμ θεωρείται επιβεβλημένη από τη Σαρία όπως: η προσβολή της θρησκείας του Ισλάμ και του Μωάμεθ και η αποστασία (διαφορετικά προβλεπόμενη ποινή είναι ο θάνατος). Όπως γίνεται κατανοητό και από το κείμενο του παπά – Συναδινού, η Σαρία προβλέπει όντως τον υποχρεωτικό εξισλαμισμό των παιδιών σε περίπτωση που ο ένας από τους δύο γονείς αποδεχθεί το Ισλάμ, εν προκειμένω τον μεγάλο υιό του Αμαρινού δεν τον «ετούρκεψαν» γιατί «ήτον νόμου ηλικίας ως ιζ΄ [=17] χρονών», ήταν οπότε ενήλικος από τον νόμο και δεν εξαρτιόταν από τον πατέρα του, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα αδέρφια του που είχαν την ίδια τύχη με αυτόν. Γενικά, ο νόμος προέβλεπε πως αν το παιδί «εξαρτιόταν» από τη μητέρα του (ήταν δηλαδή από 1 έως 7 ετών), ακολουθούσε τη θρησκευτική επιλογή της μητέρας του (η Αγία Ακυλίνα λόγου χάρη, νεομάρτυς, εν αντιθέσει με τον πατέρα της που ακολούθησε το Ισλάμ, προκειμένου να αποφύγει τη δίωξη του για φόνο μουσουλμάνου, παρέμεινε χριστιανή μαζί με τη μητέρα της), ενώ αν τελούσε  υπό την εξουσία του πατέρα του, «baba hak» (πατρικό δίκαιο), από την ηλικία των 7 ετών μέχρι τα 17, ακολουθούσε την επιλογή του.

Υποχρεωτικός εξισλαμισμός συντελούνταν ακόμα στα πλαίσια της δουλείας. Από την στιγμή που κάποιος αγοραζόταν ως δούλος από μουσουλμάνοι, ήταν στη διακριτική ευχέρεια του κυρίου του αν θα τον εξισλαμίσει (υπάρχουν παραδείγματα δούλων που παρέμειναν χριστιανοί, όπως η Ρωσίδα υπηρέτρια του μετέπειτα νεομάρτυρα Αχμέτ). Για να απελευθερωθεί, όμως, κάποιος, έπρεπε να είναι υποχρεωτικά μουσουλμάνος, καθότι απαγορεύεται η δουλεία μουσουλμάνου από μουσουλμάνο ή χριστιανό. Ειδική κατηγορία δούλων αποτελούν οι λεγόμενοι «δούλοι της Πύλης» (kapıkulları), γνωστότεροι  ως γενίτσαροι, χριστιανόπαιδες ορθόδοξοι, οι οποίοι δια του «παιδομαζώματος» (devşirme) στρατολογούνταν στον Οθωμανικό στρατό και τη διοίκηση (Εβραίοι και Αρμένιοι εξαιρούνταν του μέτρου), φτάνοντας συχνά μέχρι το ανώτατο αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη, παραμένοντας, όμως, εφ’ όρου ζωής, θεωρητικά, δούλοι του Σουλτάνου, με αποτέλεσμα την αρκετά συχνή «πτώση» τοιαύτων ανδρών όταν συγκέντρωναν αρκετή εξουσία στα χέρια τους (π.χ. ο Παργαλή Ιμπραήμ Πασάς).

Άμεσα συνυφασμένο με το ζήτημα των εξισλαμισμών είναι και η επάνοδος μεμονωμένων ατόμων στον χριστιανισμό και το μαρτύριο τους για τη μη αποδοχή του Ισλάμ ή τη μη υιοθέτησή του, που θα το μελετήσουμε σε μεταγενέστερο άρθρο.


Βιβλιογραφία
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τόμος 23: Ο Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (Α), 2009, σελ.  59-70
  • Βασδραβέλλης Ιω.: Ιστορικά αρχεία Μακεδονίας Α’. Αρχείον Ιεροδικείου Θεσσαλονίκης, σελ. 217
  • ΚΤΙΒ, φάκελος 102, λήψη 52, καταχώριση 5 (κώδικες του ιεροδικείου Βεροίας)
  • Paolo Odorico (επιμ.): Conseils et mémoires de Synadinos, prêtre de Serrès en Macédoine (XVIIe siecle), Editions de l’ Association “Pierre Belon”, Παρίσι, 1996, σελ. 76-78
  • Donald Quataert: Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922), Αλεξάνδρεια 2006, σελ. 53-55, 177-179
  • Δ. Παπασταματίου & Φωκίων Κοτζαγεώργης: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ  ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, ΣΕΑΒ, 2015, σελ. 165-168
  • Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. Β΄,  σελ. 53-60

Κωνσταντίνος Πίχλιαβας

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1998. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Δρυμό Θεσσαλονίκης και φοιτά στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι, η μελέτη της Αρχαίας και Μεσαιωνικής (Βυζαντινής) Ιστορίας, η Ύστερη Αρχαιότητα (200 – 641 μ.Χ.) καθώς και τα υπό οθωμανική κατοχή Βαλκάνια (1356 -1922).