Του Μηνά Στραβοπόδη,

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, κάνει την εμφάνισή του στην Αίγυπτο (λίγο αργότερα και στα υπόλοιπα αραβικά κράτη) ο αραβικός εθνικισμός. Ο αραβικός εθνικισμός είναι ένα μίγμα εθνικισμού και μιας ιδιότυπης μορφής σοσιαλισμού, ο σοσιαλισμός αραβικού τύπου όπως ονομάστηκε. Η εμφάνιση του ρεύματος αυτού, έρχεται σε άμεση συνάρτηση αφενός με το κλίμα από – αποικιοποίησης που είχε ξεκινήσει αμέσως μετά τον Β’ Π.Π. (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ινδία) και του αιτήματος των Αράβων για την ίδρυση νέων ανεξάρτητων αραβικών κρατών μακριά από τη «δυτική κηδεμονία», και αφετέρου με την ίδρυση του Ισραήλ και τη μεγάλη αποτυχία της Αιγύπτου στον Α’ Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο, γεγονός που προκάλεσε την οργή της κοινωνίας της Αιγύπτου. Αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτών των παραγόντων ήταν η δημιουργία των «Ελεύθερων Αξιωματικών», ήδη από το 1948 στο Σουδάν. Επί της ουσίας, το κίνημα αυτό αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση του αραβικού εθνικισμού.

Το 1952, το κίνημα αυτό αναλαμβάνει την εξουσία της Αιγύπτου, ρίχνοντας από την εξουσία τον φιλοβρετανό βασιλιά Φαρούκ. Το 1953, ανακηρύσσεται η Αιγυπτιακή Δημοκρατία. Το 1954, αναλαμβάνει την εξουσία ο Νάσερ, μια εξέχουσα ηγετική φυσιογνωμία, ιδίως για το σύνολο του αραβικού κόσμου. Ο Νάσερ, έχοντας συγκεκριμένο σχέδιο για τη δημιουργία ενός σύγχρονου αραβικού κράτους, καθιστά την Αίγυπτο ένα κοσμικό κράτος και ορίζει το Ισλάμ ως τη βασική θρησκεία, ωστόσο τα όρια μεταξύ πολιτικής και θρησκείας είναι ξεκάθαρα. Το τρίπτυχο της πολιτικής Νάσερ ήταν: Ανεξαρτησία – Εκσυγχρονισμός – Ίσες αποστάσεις από Δύση και Ανατολή.

Ο Νάσερ γνώρισε ευρεία αποδοχή από την κοινωνία της Αιγύπτου. Ένας βασικός λόγος για αυτό ήταν το ότι η πολιτική του στράφηκε ενάντια στους Βρετανούς, οι οποίοι έλεγχαν μέχρι τότε τη διώρυγα του Σουέζ μαζί με τους Γάλλους. Ο Νάσερ, μετά από έντονες διεκδικήσεις των δικαιωμάτων της Αιγύπτου στη διώρυγα του Σουέζ, σε συνδυασμό με τις πιέσεις των ΗΠΑ προς τη Βρετανία για την παραχώρηση κάποιων δικαιωμάτων στην Αίγυπτο, επιτυγχάνει συμφωνία (19/10/1954) μεταξύ Αιγύπτου – Βρετανίας. Η συμφωνία αυτή περιελάμβανε: α) την αποχώρηση των Βρετανών φρουρών από την περιοχή, β) την αναγνώριση αιγυπτιακής εδαφικής κυριότητας επί των Στενών και γ) τη διατήρηση ελέγχου της διώρυγας από την Εταιρεία, η οποία από την δημιουργία της διώρυγας (1869) ήταν αυτή που ασκούσε τον έλεγχο και εξυπηρετούσε γαλλικά και βρετανικά συμφέροντα. Το γεγονός αυτό, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη διπλωματική επιτυχία του Νάσερ.

Την ίδια περίοδο, παρουσιάζεται έντονη κινητικότητα στη Μέση Ανατολή, καθώς – πέραν από τις παραδοσιακές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία) – ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνουν, πλέον, τόσο η ΕΣΣΔ, όσο και οι ΗΠΑ.

Σύντομα, ο Νάσερ εγκαταλείπει εν μέρει την αρχή των ίσων αποστάσεων μεταξύ Δύσης και Ανατολής, και στρέφεται στην ΕΣΣΔ για να εφοδιαστεί με οπλισμό. Ο λόγος της κίνησής του αυτής, οφείλεται αφενός στην εντατικοποίηση της συνεργασίας Ισραήλ – Γαλλίας και αφετέρου στα βαθιά αντιβρετανικά αισθήματα της αιγυπτιακής κοινωνίας.

Το 1955, προτείνεται από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία η δημιουργία του φράγματος Ασσουάν στον Άνω Νείλο, ένα έργο το οποίο θα παρείχε απεριόριστα οφέλη για την Αίγυπτο. Ωστόσο, ο Νάσερ δε δέχεται την χρηματοδότηση του έργου από τη Δύση. Αντίθετα, προτείνει την αυτοχρηματοδότηση του έργου, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να καταστήσει την Αίγυπτο τελείως ανεξάρτητη. Η Αίγυπτος, με τη δημιουργία αυτού του έργου, θα απολάμβανε μόνη της όλα τα οφέλη, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της άσκησης ελέγχου και της εκμετάλλευσης της Δύσης στην επικράτειά της. Επιπλέον, ο Νάσερ, βλέποντας πως υπάρχει χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Βρετανίας, αξιοποιεί το παράθυρο ευκαιρίας και θέτει τη συμφωνία του 1954 υπό αμφισβήτηση, με απώτερο σκοπό να διεκδικήσει ακόμη περισσότερα οφέλη στη διώρυγα του Σουέζ.

Το αμέσως επόμενο διάστημα, γίνονται αρκετές προσπάθειες για νέα συμφωνία μεταξύ των μερών, ωστόσο οτιδήποτε προτάθηκε στον Νάσερ απορρίφθηκε, διότι δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του.

Το 1956, ο Νάσερ προβαίνει σε ακόμη πιο επιθετικές κινήσεις, κυρίως ως προς την Δύση, καθώς αναγνωρίζει τη Λαϊκή Δημοκρατίας της Κίνας ως τη νόμιμη κυβέρνηση στην Κίνα. Υπενθυμίζεται ότι την κυβέρνηση του Μάο δεν είχε αναγνωρίσει ακόμα κανένα δυτικό κράτος. Παράλληλα, ο Νάσερ ενισχύει την επιθετική ρητορική εναντίον του Ισραήλ και ενισχύει κινήματα του αραβικού εθνικισμού σε άλλα κράτη της Βορείου Αφρικής (Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία), γεγονός που δημιουργεί περισσότερη ένταση στις σχέσεις Αιγύπτου – Γαλλίας, καθώς τα κινήματα του αραβικού εθνικισμού που ο Νάσερ βοηθούσε, εναντιώνονταν στη γαλλική αποικιοκρατία. Αποτέλεσμα αυτής της πιο επιθετικής στάσης του Νάσερ ήταν η ολοκληρωτική ρήξη με την Δύση.

Η κορύφωση της κρίσης μεταξύ Αιγύπτου και Δύσης επέρχεται στις 26 Ιουλίου του 1956, οπότε και ανακοινώνεται η εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ από την Αίγυπτο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις στη Δύση. Έτσι, λοιπόν, τον Οκτώβριο του 1956 συνάπτεται μυστική συμφωνία μεταξύ Βρετανίας – Γαλλίας – Ισραήλ για συντονισμένη επίθεση κατά της Αιγύπτου. Λίγες μέρες μετά, στις 29 Οκτωβρίου, το Ισραήλ εισβάλλει στη Λωρίδα της Γάζας (υπό αιγυπτιακό έλεγχο μετά τον Α’ Αραβοϊσραηλινό πόλεμο) και πολύ σύντομα, φτάνει μέχρι την ανατολική πλευρά των στενών του Σουέζ. Στις 31 του ίδιου μήνα, αποβιβάζονται 90.000 Βρετανοί και Γάλλοι στρατιώτες στο Πόρτ Σάιντ.

Αυτή η άμεση ανάμειξη της Γαλλίας και της Βρετανίας μέσω της χρήσης στρατιωτικής βίας, προκάλεσε έντονες αποδοκιμασίες για τα δύο αυτά κράτη από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Παράλληλα, ο Νάσερ, εκμεταλλευόμενος το φιλικό προς αυτόν κλίμα της διεθνούς κοινότητας, προσέφυγε στον ΟΗΕ. Ο ΟΗΕ μαζί με τις δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες για πρώτη φορά ακολούθησαν κοινή γραμμή σε κάποιο ζήτημα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, καταδίκασαν απερίφραστα την επέμβαση αυτή. Πιο συγκεκριμένα, στις 2 Νοεμβρίου, ο ΟΗΕ με ψήφισμα ζητά τη διακοπή των εχθροπραξιών. Τρεις μέρες μετά, τα βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα φτάνουν στο Σουέζ, ωστόσο η πίεση που τους ασκείται διεθνώς είναι τόσο μεγάλη (ιδίως μετά και το τελεσίγραφο της ΕΣΣΔ, η οποία απειλούσε ακόμα και για πυρηνικό πόλεμο) που εν τέλει, στις 7 Νοεμβρίου αποφασίζεται η κατάπαυση του πυρός. Στις 22 Δεκεμβρίου ξεκινά η αποχώρηση των βρετανικών, γαλλικών και ισραηλινών δυνάμεων από την περιοχή. Παράλληλα, ο ΟΗΕ αποστέλλει ειρηνευτική αποστολή (UNEF) στην περιοχή του Σουέζ για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας.

Μετά από αυτή την πολύ σύντομη ανάλυση της Κρίσης του Σουέζ, είναι δυνατό να εξαχθούν τα εξής ασφαλή συμπεράσματα: Πρώτον, οι διπλωματικοί χειρισμοί του Νάσερ τον κατέστησαν αδιαμφισβήτητο ηγέτη της Αιγύπτου, ενώ ταυτόχρονα τον ανέδειξαν ως ηγέτη του αραβικού κόσμου και τον κατέστησαν προσωπικότητα παγκόσμιου κύρους, παρόμοια με αυτή του Τίτο (Γιουγκοσλαβία) και Νεχρού (Ινδία). Το γεγονός αυτό, τον κατέστησε ως έναν από τους πιο σημαντικούς ηγέτες του «Αδέσμευτου Κόσμου». Δεύτερον, η Κρίση του Σουέζ απέδειξε πως οι παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία) δεν ήταν σε θέση πλέον να ασκούν τον ρόλο μιας μεγάλης δύναμης, δηλαδή προβολή πλανητικής ισχύος και άσκηση παρεμβατικών πολιτικών σε όποιο μέρος του κόσμου θεωρούσαν ότι διακυβεύονται τα συμφέροντά τους. Αντίθετα, οποιαδήποτε πολιτική ήθελαν να εφαρμόσουν, αυτή έπρεπε πρώτα να λάβει την έγκριση των ΗΠΑ. Τρίτον, οι ΗΠΑ αντικατέστησαν τη Βρετανία και την Γαλλία στην άσκηση επιρροής και παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής (δόγμα Άιζενχάουερ). Τέλος, αισθητή την παρουσία τους στην περιοχή έκαναν τόσο η ΕΣΣΔ, όσο και ο αραβικός εθνικισμός, ο οποίος παίρνει μορφή με δύο διαφορετικές εκδοχές, τον Νασερισμό και τον Μπααθισμό (κυρίως στη Συρία).

Πιο συγκεκριμένα, ο Νάσερ, μετά την Κρίση του Σουέζ, μπορεί να ηττήθηκε στρατιωτικά, ωστόσο πέτυχε πολύ σημαντική διπλωματική νίκη. Επίσης, προέβη στην εθνικοποίηση όλων  των βρετανικών και γαλλικών τραπεζών και επιχειρήσεων. Τέλος, εκδίωξε χιλιάδες Ευρωπαίους από τα εδάφη της Αιγύπτου.

Όσον αφορά τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Βρετανία αντιστάθμισε την ολοκληρωτική κατάρρευση του οικοδομήματος της αυτοκρατορίας της στην Μέση Ανατολή με την «ειδική σχέση» που ανέπτυξε με τις ΗΠΑ, η οποία αποκρυσταλλώθηκε ήδη από το 1947 με το δόγμα Τρούμαν. Η Γαλλία, αντίθετα, απομακρύνθηκε από τις ΗΠΑ και ξεκίνησε εντατικές προσπάθειες για την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου, γεγονός που αργότερα της προσέφερε τεράστια αποτρεπτική ικανότητα. Παράλληλα, η Γαλλία στράφηκε στην οικοδόμηση μιας Ενωμένης Ευρώπης, η οποία σταδιακά θα αναδυόταν ως ο τρίτος πόλος ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Οι ΗΠΑ εγκαθίδρυσαν το δόγμα Άιζενχάουερ, το οποίο αφορούσε την πολιτική επιρροή και άσκηση ελέγχου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Οι πυλώνες του δόγματος αυτού ήταν τρεις: α) οικονομικές παροχές, β) στρατιωτική βοήθεια και γ) προστασία από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Τέλος, η ΕΣΣΔ υποστήριξε με κάθε τρόπο τις δύο εκδοχές του αραβικού εθνικισμού, ούτως ώστε να μπορέσει να παγιώσει την παρουσία της στη Μέση Ανατολή.


Βιβλιογραφία
  • Calvocoressi, P 2010, ‘Η Διεθνής Πολιτική μετά το 1945’ , τόμος Α’, 9η εκδ, Αθήνα, εκδόσεις Τουρίκη
  • Halliday, F 2010, ‘Η Μέση Ανατολή στις Διεθνείς Σχέσεις, ισχύς πολιτική και ιδεολογία’, 1η εκδ, εκδόσεις Ξιφάρας
  • Kissinger, H 1995, ‘Διπλωματία’, 1 εκδ, Εκδοτικός Όικος Λιβάνη
  • Σακκάς, Γ 2014, ‘Η Κρίση του Σουέζ’, Καθημερινή, προβλήθηκε 13 Αυγούστου 2019, < https://www.kathimerini.gr/763441/article/epikairothta/kosmos/h-krish-toy-soyez >

Μηνάς Στραβοπόδης

Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο και είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά με άριστα. Αποτελεί ενεργό μέλος της SAFIA, είναι αρθρογράφος στην HuffingtonPost Greece και έχει δημοσιεύσει και κάποια κείμενα στο Antenna news. Είναι πολύγλωσσος, καθώς ομιλεί Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Γερμανικά. Έχει συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα Erasmus+ στις Βρυξέλλες και σε αρκετά συνέδρια προσομοίωσης. Επίσης, έχει υπάρξει ομιλητής σε συνέδρια του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει έντονο ενδιαφέρον για ζητήματα που άπτονται των διεθνών σχέσεων, της διεθνούς ασφάλειας, της Μέσης Ανατολής, των διεθνών οικονομικών και της πολιτικής φιλοσοφίας. Η φράση Carpe Diem ασκεί καταλυτικό ρόλο στον τρόπο που σκέφτεται και πράττει.