Του Χρήστου Μπέντσου,

Τα έντονα καιρικά φαινόμενα, καθώς και οι περιβαλλοντικές καταστροφές, εγείρουν όλο και περισσότερο τη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή και την αντιμετώπισή της. Η άνοδος της θερμοκρασίας, το λιώσιμο των πάγων και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, έχουν καταστήσει κατανοητό σε όλους το υπαρκτό πρόβλημα. Ακόμα και στους πιο δύσπιστους. 

Πρωταρχικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει η μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται η Ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας, με το τρίπτυχο των στόχων 20 – 20 – 20. Αυτοί οι στόχοι, αναφέρονται στη χρήση 20% ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) για την παραγωγή ενέργειας μέχρι το 2020, τη μείωση κατά 20% (το 2020) των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου (GHG emissions) συγκριτικά με τα επίπεδα του 1990, και τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 20% μέχρι το 2020. Οι αντίστοιχοι αναθεωρημένοι στόχοι για το 2030, είναι η χρήση ανανεώσιμων κατά 27%, η μείωση των GHG emissions κατά 40% και η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 27%.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι ΑΠΕ θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα στην υλοποίηση των ανωτέρων στόχων. Όταν αναφερόμαστε στις ΑΠΕ, το μυαλό όλων πηγαίνει στην ηλιακή και στην αιολική ενέργεια. Κοινώς, στα φωτοβολταϊκά και στις ανεμογεννήτριες. Ωστόσο, μια πολύ σημαντική πηγή ενέργειας, η οποία δεν έχει λάβει τη δέουσα σημασία, είναι η γεωθερμία.

Η γεωθερμία είναι η αποθηκευμένη ενέργεια υπό μορφή θερμότητας κάτω από την επιφάνεια του φλοιού της Γης. Η διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ του πυρήνα και της επιφάνειας της Γης οδηγεί σε συνεχή παραγωγή θερμικής ενέργειας με τη μορφή θερμότητας, από τον πυρήνα στην επιφάνεια. Σε αντίθεση με άλλες ΑΠΕ, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, είναι συνεχώς διαθέσιμη. Χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρισμού, την παραγωγή θερμότητας, καθώς και στις θερμικές αντλίες θερμότητας.

Η γεωθερμική ενέργεια μπορεί να τροφοδοτεί τον πλανήτη για 3500 χρόνια. Η εκτιμώμενη συνολική ποσότητα θερμικής ενέργειας, αποθηκευμένη σε βάθος 5 χιλιομέτρων παγκοσμίως, υπολογίζεται σε 1,46 x 10^26 Joule. Αν υποθέσουμε ότι το 1% είναι αξιοποιήσιμο, τότε η διαθέσιμη ενέργεια ανέρχεται σε 1,46 x 10^24 Joule. Η σημερινή κατανάλωση ενέργειας του πλανήτη υπολογίζεται σε 4,18 x 10^20 Joule το χρόνο. Η διαίρεση δείχνει ότι μπορούν να καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες του πλανήτη για 3500 χρόνια. 

Στα θετικά συγκαταλέγονται η απαλλαγή από το διοξείδιο του άνθρακα, η μικρή έκταση που καταλαμβάνουν τα γεωθερμικά εργοστάσια, η συνεχομένη χρήση της τάξης του 90-100% (τα εργοστάσια του άνθρακα είναι διαθέσιμα στο 75%, ενώ τα πυρηνικά στο 65%) και η παραγωγή τετραπλάσιας ενέργειας από αυτή που καταναλώνεται. Στα αρνητικά συγκαταλέγεται η πιθανή καθίζηση της γης που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της σεισμικής δραστηριότητας και την απελευθέρωση ανθυγιεινών αερίων.

Η εικόνα 1 απεικονίζει τις περιοχές στις οποίες βρίσκονται τα αποθέματα γεωθερμικής ενέργειας, ενώ η εικόνα 2 απεικονίζει τις αντίστοιχες περιοχές για την Ελλάδα. Αυτό που γίνεται εύκολα αντιληπτό, είναι ότι υπάρχει συσσώρευση γεωθερμικού δυναμικού στις σεισμογενείς περιοχές. Η εικόνα 1 εξηγεί και τις εξελίξεις στον συγκεκριμένο τομέα στην Αλάσκα. 

Εικόνα 1

Στην Αλάσκα ακολουθείται πολιτική αντικατάστασης του πετρελαίου από τη γεωθερμία. Η πτωτική πορεία του πετρελαίου, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των γεωθερμικών πεδίων, οδηγούν σε αυτή την κατεύθυνση. Στην Αλάσκα, η ενέργεια είναι ταυτισμένη με το πετρέλαιο. Οι καταστροφικές πυρκαγιές των τελευταίων ημερών, μαζί με την αξιοποίηση της γεωθερμίας, προκαλούν αισιοδοξία, υπό το πρίσμα της ανεξαρτητοποίησης από τα ορυκτά καύσιμα. 

Μέχρι το 2026, η γεωθερμία αναμένεται να περιοριστεί στο 1 – 2% της συνολικής εγκατεστημένης δυναμικότητας ΑΠΕ, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της γεωθερμίας είναι τόσο το ότι τα πεδία γεωθερμικής ενέργειας περιορίζονται σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη, όσο και το αρχικό κόστος των κατασκευαστικών εξόδων, τα οποία μπορούν να αντιπροσωπεύουν το 65% του συνολικού κόστους της επένδυσης. Αυτή τη στιγμή, οι ΗΠΑ αποτελούν τη μεγαλύτερη γεωθερμική αγορά και ακολουθούν οι Φιλιππίνες και η Ινδονησία. 

Στην Ελλάδα γίνονται τα πρώτα βήματα, για την αξιοποίηση της γεωθερμικής ενέργειας. Επιστημονικοί παράγοντες που γνωρίζουν τις δυνατότητες του συγκεκριμένου τομέα, θεωρούν πως η νησιωτική χώρα έχει τα εχέγγυα να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Στην Αλεξανδρούπολη, αξιοποιείται ήδη το γεωθερμικό πεδίο του Αρίστηνου. Πρόσφατα ξεκίνησε και η κατασκευή της τρίτης δημοτικής παραγωγικής γεωθερμικής γεώτρησης, ενώ  θα ακολουθήσουν άλλες δύο γεωτρήσεις. Επίσης, προσπάθειες γίνονται και στη Λέσβο, ενώ υπάρχουν μελέτες για νησιά όπως η Μήλος, η Κως και η Σαντορίνη, που θα μπορούσαν να κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση. Το γεωθερμικό δυναμικό στη Μήλο αγγίζει τα 120MW κι ένας σταθμός είχε λειτουργήσει πειραματικά, για εννέα μήνες.

Εικόνα 2

Χρήστος Μπέντσος

Απόφοιτος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ, μεταπτυχιακός φοιτητής στο MSc Energy and Finance στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας και υπότροφος του Ιδρύματος Καρέλια. Στα πλαίσια του Erasmus+ βρίσκεται στο Costas Grammenos Center for Shipping, Trade and Finance στο Cass Business School, ενώ εργάζεται στον Παγκόσμιο Οργανισμό Ναυτιλίας (IMO) στο Λονδίνο. Πολιτικά χαρακτηρίζεται φιλελεύθερος και ευρωπαϊστής. Είναι μέλος του Finance Club, της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων και του Ομίλου Ροταράκτ Θεσσαλονίκης. Υπήρξε μέλος του συλλόγου φοιτητών κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών και class representative στο μεταπτυχιακό.