Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη,

Στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής παραμένει η εμπορική διαμάχη της Κίνας με τις ΗΠΑ και επομένως, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να ασχοληθούμε με το τι συμβαίνει σε εκείνη την πλευρά. Η Κίνα αποτελεί τη μεγάλη ασιατική υπερδύναμη, την πολυπληθέστερη χώρα και τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Όλα τα μεγέθη της προκαλούν δέος. Από πού όμως έχει αντλήσει τη δύναμη που έχει αποκτήσει στο διεθνές στερέωμα και τι ακριβώς συμβαίνει με το νόμισμά της, το γουάν, και τις αμφιλεγόμενες συναλλαγματικές πολιτικές της;

Η Κίνα, εκτός των άλλων μοναδικών χαρακτηριστικών και πλεονεκτημάτων της, σε επίπεδο γης και ανθρώπινου δυναμικού, ξεχωρίζει χάρη στους πλούσιους φυσικούς πόρους που διαθέτει, εκτιμώμενης αξίας 23 τρισ., μεγάλο μέρος των οποίων αφορά αποθέματα άνθρακα και σπάνιων μετάλλων. Τα ορυκτά αυτά είναι αναγκαία σε πλήθος καίριων εφαρμογών, όπως στην κατασκευή κινητών τηλεφώνων, και αποκτούν με αυτό τον τρόπο ιδιαίτερη αξία. Αυτή τους την αξία εκμεταλλεύεται απόλυτα το Πεκίνο, είτε παράγοντας προϊόντα με βάση τα ορυκτά αυτά, είτε εξάγοντάς τα, αποκομίζοντας σημαντικά οφέλη.

Από την ίδρυση του νεότερου κινέζικο κράτους, το 1949, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας διέθετε μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, σοβιετικού τύπου, χωρίς ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ένα σύστημα που απείχε έτη φωτός από το φιλελεύθερο καπιταλισμό, που επικρατούσε την ίδια περίοδο στη Δύση. Στη μετά-Μάο εποχή, πια, η νέα ηγεσία προέβη σε δομικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση μιας, περισσότερο προσανατολισμένης στην αγορά, μεικτής οικονομίας κάτω από την ηγεσία του κόμματος. Ιδιαίτερη βάση δόθηκε στην αύξηση της παραγωγικότητας, με την ιδιωτικοποίηση τομέων παραγωγής, όπως η γεωργία, ενώ ιδιωτικές επιχειρήσεις άρχισαν να ανοίγουν και η κυβέρνηση “χαλάρωσε” τους ελέγχους των τιμών και διευκόλυνε τις ξένες επενδύσεις.

Ταυτόχρονα, βασικός μοχλός ανάπτυξης αποδείχθηκε το διεθνές εμπόριο, βασισμένο στα ανταγωνιστικά προϊόντα και στις υπηρεσίες που μπορούσε να παράγει η χώρα. Οι απίστευτες εξαγωγές της τα τελευταία 30 χρόνια, που ξεπερνούν τα 2 τρισ. δολάρια ετησίως, οδήγησαν την Κίνα σε μια πρωτοφανή ανάπτυξη, καθιστώντας την ασιατική υπερδύναμη την ταχύτερα αναπτυσσόμενη χώρα στον κόσμο, όλο αυτό το διάστημα, με μέση ανάπτυξη 6% του ΑΕΠ ετησίως.

Πλέον, η σύγχρονη Κίνα χαρακτηρίζεται ως μια κρατική οικονομία της αγοράς, που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία ακινήτων, και ως ένα παράδειγμα κρατικού καπιταλισμού. Αυτό είναι φανερό και από το πλήθος δημοσίων επιχειρήσεων που λειτουργούν ανταγωνιστικά στα πλαίσια του καπιταλισμού και του διεθνούς εμπορίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας εταιρείας, που έχει μάλιστα δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα, δεν είναι άλλο από την Cosco, που έχει αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέτο του ΟΛΠ.

Το νόμισμα της Κίνας, όπως προαναφέραμε, είναι το γουάν. Η ισοτιμία του με το δολάριο είναι ότι 1 δολάριο αντιστοιχεί σε 6,88 γουάν. Αυτό και μόνο το στοιχείο δημιουργεί μια εύλογη απορία. Πώς είναι δυνατόν μια τόσο ισχυρή χώρα με τεράστιες εξαγωγές, όπως η Κίνα, να έχει τόσο αδύναμο νόμισμα; Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, οι εξαγωγές οδηγούν σε ανατίμηση του νομίσματος, σε αύξηση δηλαδή της αξίας του. Το γουάν, όμως, παραμένει σταθερό.

Εδώ, ανοίγει ένα σημαντικό κεφάλαιο συναλλαγματικής πολιτικής. Η Κίνα, προκειμένου να κρατήσει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της ανταγνωστικά σε παγκόσμιο επίπεδο και συνακόλουθα να διατηρήσει τις εξαγωγές της, έχει επιλέξει μια πολιτική σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το γουάν, δηλαδή, δεν “παίζει” στις αγορές νομισμάτων ελεύθερα, όπως το ευρώ ή το δολάριο, αλλά διατηρεί την αξία του. Μια πολιτική σταθερών ισοτιμιών, για να είναι επιτυχημένη, πρέπει να βασίζεται σε ισχυρά αποθέματα ξένων νομισμάτων (foreign exchange reserves). Η Κίνα, λόγω των υψηλών εξαγωγών της, διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα συναλλάγματος στον πλανήτη ύψους 3 δισ. δολαρίων, με δεύτερη στην κατάταξη την -εξίσου εξαγωγική- Ιαπωνία με 1,3 δισ. Η διαφορά είναι εμφανής. Με αυτά τα διαθέσιμα, το Πεκίνο έχει καταφέρει μακροπρόθεσμα να διατηρεί την ευστάθεια του νομισματικού του συστήματος, καθώς και να παραμένει ανταγωνιστικό στο διεθνές εμπόριο.

Η ανωτέρω παρεμβατική συναλλακτική πολιτική έχει επικριθεί πολλάκις από τον αμερικανικό παράγοντα. Ο πρόεδρος Τραμπ κατηγορεί τακτικά τους κινέζους για χειραγώγηση του νομίσματός τους, γεγονός που κατά την άποψή του δείχνει κακή πίστη ως προς το διεθνές εμπόριο. Προφανώς, από την πλευρά τους, οι κινέζοι έχουν κάθε δικαίωμα να ασκήσουν την πολιτική που θεωρούν ότι απαιτείται για την επίτευξη των στόχων τους, για διαρκή και ισχυρή ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι υψηλοί προστατευτικοί δασμοί, τις οποίες εδώ και πολλά χρόνια διατηρούν προκαλώντας, ως ένα σημείο, τριβές με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας.

Βέβαια, οι εμπορικές διενέξεις, και ιδίως η σύγκρουση με τις ΗΠΑ έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στην κινέζικη οικονομία. Η ανάπτυξη του ασιατικού γίγαντα βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 27 ετών, στο 6,2% το β’ τρίμηνο του έτους, από 6,6% την ίδια περίοδο πέρσι. Όσο μεγάλο κι αν παραμένει το νούμερο, η πραγματικότητα είναι αυτή. Η αστάθεια και η εκατέρωθεν επιβολή δασμών έχει προκαλέσει συρρίκνωση των εξαγωγών και των επενδύσεων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η Κίνα επιχειρεί να εξασφαλίσει μια συμφωνία για το εμπόριο με τις ΗΠΑ, προκειμένου να τερματιστεί η ανασφάλεια που έχει επιβραδύνει την ανάπτυξη. Η διαρκής αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών θα λέγαμε, λοιπόν, ότι εξυπηρετεί περισσότερο την αμερικανική πλευρά, που βλέπει το βασικό της ανταγωνιστή να μην έχει την οικονομική μεγέθυνση που θα ήθελε, καθυστερώντας έτσι την αλλαγή των ηνίων της παγκόσμιας οικονομίας.

Από την άλλη, ωστόσο, η ανάκαμψη των λιανικών πωλήσεων και των επενδύσεων, τους τελευταίους μήνες, δείχνει ότι αρχίζουν και επιδρούν θετικά στην πραγματική οικονομία τα μέτρα στήριξης που έχει λάβει το Πεκίνο. Η μείωση της φορολογίας και η ενίσχυση της ρευστότητας στον ιδιωτικό τομέα οδήγησαν σε μια αύξηση στις επενδύσεις στη μεταποίηση, ύψους 3%, και στις υποδομές, ύψους 4,1%.

Η κινέζικη οικονομία δείχνει να αντέχει στην πίεση. Θα φανεί μακροπρόθεσμα αν θα μπορέσει να παραμείνει ένα βήμα μπροστά και να συνεχίσει να τρέχει διαρκώς με τους ίδιους φρενήρεις ρυθμούς ανάπτυξης, ώστε να καταστεί στο εγγύς μέλλον η αυτοκράτειρα της παγκόσμιας οικονομίας.


Μανώλης Ανδριγιαννάκης, Αρχισυντάκτης Οικονομίας – Ανάπτυξης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post αρθρογραφεί πάνω σε θέματα οικονομικών, με την ιδιότητα του οικονομικού συντάκτη. "It's the economy stupid!".