Της Ραφαέλας Παπαστεργίου,

Το 2014 η Federica Mogherini ανέλαβε τη θέση της Υπάτου Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Δύο χρόνια αργότερα μαζί με την ομάδα της συνέταξε το κείμενο της Παγκόσμιας Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΠΣΕΕ), το οποίο στόχευε στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Ένωσης ως προς την ασφάλεια και την άμυνα της ίδιας και των κρατών μελών στον τομέα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Η ΠΣΕΕ παρουσιάζει το όραμα της Ένωσης ως παράγοντα ασφάλειας στο διεθνές σύστημα. Θέλοντας να αποτελέσει ισχυρό δρώντα στο παγκόσμιο περιβάλλον, προτρέπει τα κράτη μέλη, να αντιμετωπίσουν παλιές και νέες απειλές ενωμένα. Η συγκεκριμένη φιλοδοξία, απαιτεί την επίρρωση των ικανοτήτων της ΕΕ και εμπεριέχεται στον όρο στρατηγική αυτονομία.

Κρίνεται απαραίτητο να ξεκαθαριστεί ποια ακριβώς θα είναι η σχέση της Ένωσης με το ΝΑΤΟ στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτονομίας. Στις ετήσιες ανασκοπήσεις των ετών 2017 και 2018 για την εφαρμογή της ΠΣΕΕ γίνεται συνεχής αναφορά στη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ. Υπάρχουν ορισμένα κράτη, τα οποία υπογραμμίζουν την υπεροχή του ΝΑΤΟ στον τομέα της άμυνας, ενώ τονίζουν, ότι η Ένωση έχει ως επίκεντρο τους πολίτες. Τα ίδια κράτη δεν είναι διατεθειμένα να παραχωρήσουν μέρος της εδαφικής τους κυριαρχίας προκειμένου να ενισχύσουν την αυτονομία της ΕΕ, αλλά είναι πρόθυμα να εξερευνήσουν άλλους τρόπους ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών δομών ασφάλειας. Οι Ευρωπαίοι είναι απαραίτητο να δράσουν συνολικά και στοχεύοντας στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας να επενδύσουν σε ερευνητικά προγράμματα ανάπτυξης και να ισχυροποιήσουν την αμυντική βιομηχανία. Απώτερος στόχος θα αποτελέσει η μείωση τόσο των συνολικών αμυντικών δαπανών όσο και της εξάρτησης από τις ΗΠΑ, αφετέρου η βελτίωση των ικανοτήτων της Ένωσης, θα ενισχύσει το ΝΑΤΟ.

Πώς αντιλαμβάνεται κάθε κράτος τη στρατηγική αυτονομία;

Υπάρχουν τρεις βαθμίδες στρατηγικής αυτονομίας, η υπευθυνότητα, η αντιστάθμιση του κινδύνου (strategic hedging) και η απελευθέρωση (emancipation). Το διακύβευμα είναι πόσο θα εξαρτάται η ΕΕ από το ΝΑΤΟ και κατ’ επέκταση από τις ΗΠΑ. Να σημειωθεί, ότι το ΝΑΤΟ αποτελεί αμυντική συμφωνία και «ομπρέλα» προστασίας της ΕΕ. Τα κράτη που υποστηρίζουν το πρώτο ρεύμα δεν αποζητούν την ελευθερία από το ΝΑΤΟ, αλλά την ελευθερία να δρουν αυτόνομα για θέματα άμεσου ενδιαφέροντος. Στόχος τους είναι να μην επαναληφθούν κρίσεις όπως των Βαλκανίων και της Λιβύης, ενώ φροντίζουν να καθησυχάζουν τις ΗΠΑ, ότι δεν αποσκοπούν στην πλήρη απεξάρτηση. Άλλωστε οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν πολλά χρήματα στην εκπαίδευση στρατιωτών απαραίτητων για ειρηνευτικές αποστολές, στις οποίες συμμετέχει η ΕΕ και όχι μόνο.

Η μεγάλη διαφορά της πρώτης βαθμίδας αυτονομίας από την αντιστάθμιση του κινδύνου έγκειται στην ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας. Με άλλα λόγια το ζήτημα είναι από ποιον θα αγοράζει η Ένωση τα οπλικά συστήματα. Οι υποστηρικτές της δεύτερης βαθμίδας αναρωτιούνται, πώς μπορεί να υπάρξει αυτονομία, όταν τις θέσεις κλειδιά της εξωτερικής πολιτικής διαχειρίζονται κράτη μη μέλη της ΕΕ. Οι ίδιοι επιθυμούν τη διατήρηση διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων με τις ΗΠΑ με την αντιστάθμιση απειλής να αποτελεί τον τρόπο ενδυνάμωσης των αμυντικών ευρωπαϊκών δομών. Προκύπτουν λοιπόν ορισμένα ερωτήματα. Δεδομένου ότι η ΕΕ θέλει να γίνει ανταγωνιστική στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, δύναται; Τα βήματα προς τη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO) στον τομέα της συντονισμένης εξωτερικής πολιτικής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF) αν και νηπιακά υπάρχουν. Σημαντική λεπτομέρεια είναι, ότι σε καμία περίπτωση δεν επιζητάται η ανάπτυξη τεχνολογιών με στόχο την πυρηνική αποτροπή, καθώς αυτή η ενέργεια θα ενίσχυε την άποψη, ότι η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον αποτελεί απειλή για τον ευρωπαϊκό χώρο.

Τελευταία βαθμίδα και πιο μακρινή από τη σύγχρονη πραγματικότητα είναι η πλήρης απελευθέρωση από το ΝΑΤΟ. Επιχείρημα αποτελεί, ότι η μερική αυτονομία, που προωθούν οι δύο παραπάνω βαθμίδες, δε βοηθά ουσιαστικά την Ένωση να αντιμετωπίσει τις επικείμενες απειλές. Επιπλέον η Ένωση δεν μπορεί να φτάσει στο ανώτατο των δυνατοτήτων της όσο εξαρτάται από τις ΗΠΑ (ασύμμετρη αλληλεξάρτηση). Για την απελευθέρωση από τα αμερικανικά «δεσμά» απαιτείται η αύξηση των αμυντικών δαπανών και ο σχεδιασμός αποτροπής όλων των απειλών του ευρωπαϊκού χώρου.

Τι συμβαίνει σήμερα;

Είναι απαραίτητο να σημειωθεί, ότι η αυτονομία δεν είναι ένα δίλημμα μεταξύ δύο επιλογών (αυτονομία ή εξάρτηση) αλλά ένα φάσμα βαθμίδων. Η βαθμίδα της απελευθέρωσης όπως έχει ήδη λεχθεί είναι μακριά από την ευρωπαϊκή σκέψη. Η αυτάρκεια στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας αποτελεί επίσης δύσκολο εγχείρημα δεδομένου ότι η εξάρτηση πολλές φορές είναι χρήσιμη (πυρηνική προστασία, αμερικανικές επενδύσεις στην άμυνα κλπ). Σήμερα βρισκόμαστε μεταξύ των δύο πρώτων βαθμίδων, δηλαδή ανάμεσα στην υπευθυνότητα και την αντιστάθμιση του κινδύνου. Το κατά πόσο η ΕΕ είναι έτοιμη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη από όση έχει ήδη αναμένουμε να το δούμε.


Ραφαέλα Παπαστεργίου

Γεννηθείσα το 1995 είναι απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με κατεύθυνση Στρατηγική και Διεθνή Πολιτική. Έχει υπάρξει συνεργάτης της Έδρας UNESCO, της Έδρας Ποντιακών Σπουδών, του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού, του Ολυμπιακού Μουσείου Θεσσαλονίκης και έχει συμμετάσχει σε μία σειρά προγραμμάτων, σεμιναρίων και επιστημονικών συνεδρίων.