26.1 C
Athens
Δευτέρα, 27 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαΑνάπτυξηΜεταρρυθμιστικές προτάσεις για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων - laissez faire laissez...

Μεταρρυθμιστικές προτάσεις για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων – laissez faire laissez passer


Του Μανώλη Στυλιανάκη,

«Η ανεργία στους νέους έχει εκτοξευθεί σε νέα ύψη, το πρόβλημα του brain drain των ταλαντούχων και μορφωμένων Ελληνοπαίδων οξύνεται, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα υποχρηματοδοτούνται» είναι μερικές από τις ειδήσεις που συχνά πυκνά φιγουράρουν στις εφημερίδες ή γίνονται αντικείμενο ανάλυσης στα τηλεοπτικά πάνελ από δημοσιολόγους, ειδικούς και μη. Το πολιτικό σύστημα και οι δορυφόροι του, δηλαδή οι δημοσιογράφοι, φιλόσοφοι και «ειδήμονες», μας φιλοδωρούν με βαθυστόχαστες αναλύσεις και πυρετωδώς κατεβάζουν από κοινότοπες μέχρι εξωπραγματικές λύσεις για το τι πρέπει να κάνει το κράτος για να λυθούν τα προαναφερθέντα προβλήματα. Πλην όμως, κανείς τους ποτέ δεν σκέφτηκε το πρόδηλο, το οποίο είναι να αφήσουν απλά την αγορά ελεύθερη έξωθεν κρατικών παρεμβατισμών να αυτορυθμιστεί, προσδοκώντας ότι τα προβλήματα αυτά θα επιλυθούν από την ατομική πρωτοβουλία και αυτενέργεια των άμεσα ενδιαφερόμενων και εμπλεκόμενων μερών, δηλαδή των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι «το κράτος πρέπει να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις, προκειμένου ν’ αυξηθεί το ΑΕΠ». Όσο τετριμμένο ακούγεται, άλλο τόσο δύσκολο είναι να πραγματοποιηθεί. Το κράτος, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, δαπανά χονδρικά το 50% του ΑΕΠ. Το κράτος έχει δύο πηγές να αντλήσει χρήματα, τους φόρους και το δανεισμό. Αν οι δημόσιες δαπάνες προέλθουν από τη φορολογία, τότε απλά θα διασπαθιστούν τα τιμίως δεδουλευμένα λεφτά των ιδιωτών, τα οποία θα μπορούσαν να διοχετευτούν στην ιδιωτική κατανάλωση ή τις ιδιωτικές επενδύσεις. Αν προέλθουν από χρέος, τότε απλά θα φουντώσουμε την αιτία της κακοδαιμονίας μας, δηλαδή την υπερχρέωση, τη στιγμή που πασχίζουμε να αποπληρώσουμε παλιά χρέη άλλων κυβερνήσεων που βρίσκονταν υπό την ψευδαίσθηση ότι έκαναν «δημόσιες επενδύσεις». Συνάγεται, λοιπόν, εύκολα το συμπέρασμα ότι οι «δημόσιες επενδύσεις» δεν αποτελούν αυτή τη στιγμή ένα διαθέσιμο ή αξιόπιστο προς χρήση εργαλείο τόνωσης της οικονομίας.

Κοινός παρονομαστής των ανωτέρω προβλημάτων είναι η έλλειψη πόρων από πλευράς του κράτους. Δοθέντων των χαλεπών καιρών που διανύουμε, γιατί δεν στρεφόμαστε προς τον ιδιωτικό τομέα για την εξεύρεση των πολυπόθητων επενδυτικών κεφαλαίων; Μία ελεύθερη αγορά, κατόπιν φιλελεύθερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα μπορούσε να καλλιεργήσει ένα θερμοκήπιο επιχειρηματικότητας, δίνοντας κίνητρα τόσο στις πολυεθνικές όσο και στις ντόπιες εταιρίες να επενδύσουν στην έρευνα και στην ανάπτυξη σε συνεργασία με την πανεπιστημιακή επιστημονική έρευνα. Ο τομέας της έρευνας, άλλωστε, συνιστά και  το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, μιας και η χώρα μας διαθέτει ένα άρτια καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Ένας τέτοιος γόνιμος κλάδος είναι αυτός της φαρμακοβιομηχανίας. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος πρέπει να καλέσει στο γραφείο του όλους τους φαρμακοβιομήχανους, εγχώριους και ξένους και να τους ρωτήσει το εξής: «Τι είναι αυτό που σάς ελκύει σε χώρες όπως η Ελβετία και οι ΗΠΑ και δεν έρχεστε στην Ελλάδα; Ποια προβλήματα αντιμετωπίζεται εδώ και τι μπορούμε να κάνουμε ως κυβέρνηση για να σας διευκολύνουμε;». Τότε οι φαρμακοβιομήχανοι θα του δώσουν μία λίστα που θα απαριθμεί όλα τους τα πρόβλημα και όλες τις αγκυλώσεις που υπάρχουν και ένας φιλελεύθερος πρωθυπουργός θα πρέπει να προστρέξει γοργά στην ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Ίσως θα μπορούσε να τους πείσει να χρηματοδοτήσουν κι ένα βιοτεχνολογικό πάρκο καινοτομίας, το οποίο θα φιλοξενεί ερευνητικά ινστιτούτα που θα παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, μεταμορφώνοντας έτσι την ελληνική οικονομία σε μία σύγχρονη μεταβιομηχανική οικονομία της γνώσης (knowledge economy).

Έστω το εξής εποπτικό παράδειγμα. Τα τμήματα Ιατρικής, Φαρμακευτικής και των Βιολογικών επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών υπολειτουργούν, λόγω έλλειψης χρημάτων. Τα εργαστήρια στερούνται αναλώσιμων, ο εργαστηριακός εξοπλισμός είναι στην καλύτερη απαρχαιωμένος ή χαλασμένος, οι καθηγητές δεν λαμβάνουν επαρκή χρηματοδότηση για να διεξάγουν έρευνα, δεν υπάρχει χώρος να εκπαιδευτούν οι προπτυχιακοί φοιτητές ή να κάνουν οι τελειόφοιτοι τη διπλωματική τους κι όταν με το καλό βγουν στην αγορά εργασία θα πετάξουν μαύρη πέτρα πίσω τους καθοδόν προς τις ανθηρές μητροπόλεις της Δύσης, εκεί όπου ο προκομμένος βρίσκει δουλειά. Την ίδια στιγμή, στα κεντρικά της Novartis στην Ελβετία  σκοπεύουν να προχωρήσουν στη εξέταση μίας σειράς φαρμακευτικών φυτών, ώστε να εντοπίσουν φυσικά βοτανικά προϊόντα με δυνητικό αντικαρκινικό ενδιαφέρον. Η φαρμακοβιομηχανία θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα για να διεξάγει αυτή την έρευνα, σαν εξωτερικός συνεργάτης. Η επένδυση της ξένης πολυεθνικής θα μπορούσε, μάλιστα, να έχει τη μορφή κοινοπραξίας με συμπράξεις εθνικών φαρμακοβιομηχανιών, διαχέοντας έτσι την ερευνητική εμπειρία και τεχνογνωσία της στον εγχώριο κλάδο βοηθώντας τες να εκσυγχρονίσουν τις μεθόδους παραγωγής τους.

Μέσω της δημιουργίας διαύλων διάδρασης και ώσμωσης μεταξύ βιομηχανίας και πανεπιστημίων πετυχαίνουμε «μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Αφενός μεν η Ελλάδα προσελκύει ξένα επενδυτικά κεφάλαια για να αυξήσει το ΑΕΠ της, αφετέρου δε αυτά τα κεφάλαια χρηματοδοτούν τις υποδομές των υπολειτουργούντων πανεπιστημίων, καλύπτοντας έτσι το κενό της κρατικής απραξίας. Θα χρηματοδοτήσουν το εργαστήριο, θα το εξοπλίσουν με μηχανήματα τελευταίας γενιάς, θα πληρώσουν για την αγορά των χημικών και βιοχημικών αντιδραστηρίων, εργαστηριακών αναλώσιμων, όπως επίσης θα πληρώσουν και τους μισθούς των ανθρώπων που θα εργαστούν σ’ αυτά τα project. Η εταιρία θα μπορούσε κάλλιστα να τα προμηθευτεί από ελληνικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον χώρο των ιατροφαρμακευτικών υλικών, ενισχύοντας έτσι τον τζίρο και τα κέρδη τους. Θα μπορούσε επίσης να χρηματοδοτήσει σχετικές μεταπτυχιακές θέσεις ή διδακτορικές διατριβές πάνω στο χρηματοδοτούμενο αντικείμενο έρευνας, οι οποίες θα καλυφθούν ασφαλώς από τους φοιτητές του τμήματος. Παράλληλα, θα μπορούσε να προσλάβει προπτυχιακούς φοιτητές να κάνουν πρακτική ή τη πτυχιακή τους πάνω σ’ αυτά τα project αμισθί. Κάπως έτσι, λοιπόν, αντιστρέφεται το brain drain σε brain gain!

Σ’ αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί ένα εμβόλιμο παρενθετικό σχόλιο: «Τι; Αμισθί; Δηλαδή οι νέοι μας θα δουλεύουν σαν είλωτες στις φάμπρικες των ξένων αποικιοκρατών για ένα ξεροκόμματο; Χωρίς εργασιακή ασφάλεια, χωρίς κατώτατο μισθό, έστω υποκατώτατο;» θα αναρωτηθεί κάποιος. Σήμερα που έχουμε εργατικό δίκαιο, εργασιακή ασφάλεια με πρώτη φορά αριστερά στην εξουσία, η ανεργία στους νέους κάτω των 25 ετών βρίσκεται στο 40%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Απ’ ότι φαίνεται, οι παντοειδείς πολιτικές αύξησης της απασχόλησης δεν λειτουργούν όπως ευαγγελίζονταν κάποιοι, διότι αν δούλευαν δεν υπήρχαν αυτά τα προβλήματα. Απεναντίας, σε μία ελεύθερη αγορά, όπως ισχύει στις σκανδιναβικές χώρες, ο φοιτητής θα βρίσκει αμέσως δουλειά, μέσω internships, και το κέρδος του θα είναι το mentoring, η εργασιακή και επιστημονική εμπειρία μαζί με την προοπτική να επανδρωθεί στο δυναμικό της εταιρίας, μετά την αποφοίτησή του. Όταν αποφοιτήσει θα έχει ήδη προϋπηρεσία στο βιογραφικό του, θα είναι φορτωμένος με εμπειρίες και συστατικές επιστολές και ως εκ τούτου θα βγει στην αγορά εργασίας πολύ πιο ανταγωνιστικός και με περισσότερες επιλογές απασχόλησης. Καιρός να σκεφτούμε out of the box και να πειραματιστούμε με εναλλακτικά και νεωτερίζοντα μοντέλα εργασίας.

Εν συνεχεία, μόλις η Novartis ανακαλύψει μια φαρμακευτική ένωση-οδηγό με κλινικοϊατρικό ενδιαφέρον, θα προχωρήσει σε διεξαγωγή κλινικών μελετών και δοκιμών σε ασθενείς, προκειμένου να διαπιστωθεί το κλινικό θεραπευτικό ενδιαφέρον του φαρμάκου. Για να γίνει αυτή η δουλειά, θα προσλάβει γιατρούς, εκ των άνεργων ιατρών που αδημονούν να βρουν μια θέση σ’ έναν υπερκορεσμένο κλάδο και θα χρηματοδοτήσει τα εξίσου υποχρηματοδοτούμενα πανεπιστημιακά νοσοκομεία μας. Ύστερα από πολυετείς και εργώδεις μελέτες και προσπάθειες κι αφού η Novartis έχει ξοδέψει τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο ευρώ για το drug development, επιτέλους η επένδυση αποδίδει καρπούς και η φαρμακοβιομηχανία λανσάρει στην παγκόσμια αγορά ένα πολλά υποσχόμενο αντινεοπλασματικό που θεραπεύει μια σειρά από καρκινικές νόσους.

Παρεμπιπτόντως, το ένα δισεκατομμύριο που ξόδεψε εξαρχής η Novartis στην Ελλάδα για να φέρει το φάρμακο στην αγορά δεν εξαφανίστηκε. Μετατράπηκε σε μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων μεταπτυχιακών, διδακτορικών, ερευνητών και καθηγητών, έγινε ΦΠΑ, έγινε κέρδος προμηθευτριών εταιριών παροχής πρώτων υλών και των επιχειρήσεων στις οποίες δαπανήθηκε ο μισθός των εργαζομένων, έγινε κρατικά έσοδα μέσω φόρου επιχειρήσεων και εν γένει έγινε εισόδημα άλλων ανθρώπων, δηλαδή ΑΕΠ! Το φάρμακο αυτό καταφέρνει να γίνει blockbuster αποφέροντας άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ κέρδη, τα οποία θα φορολογηθούν και θα μείνουν μέσα στην Ελλάδα. Μιας και η Ελλάδα, ύστερα από μια δεκαετία μνημονιακών πολιτικών, έχει πλέον μεταστοιχειωθεί από μία σοσιαλιστική σοβιετικού τύπου κρατικιστική οικονομία του δημοσίου σε μία φιλελεύθερη δυτικότροπη ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς που αξιολογείται στην πρώτη δεκάδα των πιο ανοιχτών οικονομιών του πλανήτη, στο index of economic freedom του Heritage Foundation (λέμε τώρα), η φαρμακοβιομηχανία αποφασίζει να εμπιστευτεί τα κέρδη της στις ελληνικές τράπεζες, διότι η Ελλάδα έχει, πλέον, καταστεί ένας φορολογικός παράδεισος, όπως η Ισλανδία, που προσφέρει προστασία ιδιωτικού απορρήτου, εχεμύθεια και ασφάλεια, όπως ακριβώς και η Ελβετία. Άρα, παράλληλα με την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, οι τράπεζες αποκτούν ρευστότητα, που διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία με δανειοδοτήσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων ή όπως λέει και μια παροιμία «μαζί με τον βασιλικό, ποτίζεται και η γλάστρα»!

Σε απλά ελληνικά, κάθε 1€ που έρχεται υπό μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων λειτουργεί ως ένεση ρευστότητας που μεσομακροπρόθεσμα προσθέτει πολλαπλασιαστικώς πάνω από 1€ στο ελληνικό ΑΕΠ κι έτσι επέρχεται η ανάπτυξη. Προϊόντος του χρόνου, η ανεργία θα πέφτει, άρα η φορολογική βάση θα διευρύνεται. Όπερ μεθερμηνευόμενον εστί, τα έσοδα του κράτους αυξάνονται και οι δαπάνες για επιδόματα ανεργίας πέφτουν, οπότε και διευκολύνεται η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος για μείωση φόρων και στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές προς τις ευπαθείς κοινωνικά ομάδες του πληθυσμού. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν χρειάζεται το κράτος να μεριμνά για τα πάντα, καθώς με έξυπνες κινήσεις και δράσεις, όπως οι συμπράξεις και οι ευρύτερες συνεργασίες μεταξύ δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, όπως λόγου χάρη η σύνδεση των πανεπιστημίων με τη βιομηχανία και εν γένει την αγορά εργασίας, μπορεί να αποβεί αμοιβαίως επωφελής και κερδοφόρα κυριολεκτικά για όλους!

Μονάχα με μία εμπροσθοβαρή εφαρμογή καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων μπορεί να επιτευχθεί βιώσιμη και συμπεριληπτική ανάπτυξη, η οποία σε μακροχρόνιο ορίζοντα αυξάνει τον εθνικό πλούτο της χώρας, καθολικεύοντας ταυτοχρόνως τα οφέλη σ’ όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Καιρός, λοιπόν, να θεραπευτούμε από τις ιδεοληψίες που μας κατατρέχουν και να απαλλαγούμε από τις αγκυλώσεις μας, διότι ο χρόνος που σπαταλάμε σε ανούσια πράγματα έχει τεράστιο κόστος ευκαιρίας. Αυτό το σενάριο δεν είναι ουτοπικό. Ωστόσο, η πραγμάτωσή του άπτεται μίας σειράς παραγόντων και φαινομένων, όπως για παράδειγμα το πώς φανταζόμαστε, σαν κοινωνία, την πρόοδο. Σήμερα, αν μια πολυεθνική πάει να κάνει προκήρυξη θέσεων εργασίας στα ελληνικά πανεπιστήμια θα βροντοφωνάξουν οι κομματικές νεολαίες με συνθήματα του στυλ «Λέμε όχι στην εμπορευματοποίηση του πανεπιστημίου» ή «Έξω το κεφάλαιο από τα πανεπιστήμια». Αν έτσι οραματιζόμαστε το πανεπιστήμιο, ας έχουμε υπόψη πως κανένας νουνεχής άνθρωπος δεν πηγαίνει σ’ ένα αφιλόξενο περιβάλλον όπου είναι ανεπιθύμητος και τον βρίζουν, πολλώ δε μάλλον το «μεγάλο κεφάλαιο» που στην τελική δεν έχει και μεγάλη ανάγκη την αφεντιά μας, μιας και μπορεί να πάει κι αλλού, από τις ΗΠΑ μέχρι την Αυστραλία.

Το πολιτικό σύστημα πρέπει να υλοποιήσει ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την προσφορά, ώστε να τονωθεί και η πολυπόθητη ζήτηση. Μεταρρυθμίσεις όπως η θέσπιση ισχυρών φορολογικών κινήτρων και φοροαπαλλαγών δια της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα ή η απελευθέρωση της αγοράς προϊόντων κι εργασίας από κανονιστικές επιβαρυντικές ρυθμίσεις ώστε ν’ ανασάνει η οικονομία, θα σηματοδοτήσουν το μήνυμα ότι η Ελλάδα γίνεται επιτέλους Ελβετία, δηλαδή μια σοβαρή χώρα.


Μανώλης Στυλιανάκης

Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ