Του Γιώργου Ναθαναήλ,

Η οικονομία της Σμύρνης πριν την ελληνική απόβαση

Η Σμύρνη κι η ευρύτερη περιοχή της βρίσκεται στις παρυφές του υψιπέδου της Μικράς Ασίας. Πιο συγκεκριμένα, η Σμύρνη βρισκόταν στην αρχή μια πλούσιας πεδιάδας κι ήταν παραθαλάσσια, κάτι που της έδινε τη δυνατότητα να αναπτύξει τόσο το χερσαίο όσο και το θαλάσσιο εμπόριό της. Το λιμάνι της ήταν πάντα σημαντικό αλλά όχι το σημαντικότερο αφού τα ηνία κρατούσε πάντα η Κωνσταντινούπολη με τη Θεσσαλονίκη να ακολουθεί. Στις αρχές του 20ου αιώνα το λιμάνι άρχισε να αναπτύσσεται. Το έργο ανέλαβε η γαλλική εταιρεία Societe des Quais de Smyrne, η οποία κατασκεύασε προκυμαία 4 χιλιομέτρων, λιμενοβραχίονα 2 χιλιομέτρων περίπου, τελωνείο, ιππήλατο τραμ με προορισμό το σταθμό Αϊδινίου και διοχέτευση για τους υπονόμους στη θάλασσα. Γρήγορα οι έμποροι της δυτικής και νότιας Μικράς Ασίας εμπιστεύθηκαν το λιμάνι της Σμύρνης για να διεκπεραιώνουν τις συναλλαγές τους. Ένα ακόμα στοιχείο, που έκανε τη Σμύρνη οικονομικό πόλο έλξης, ήταν ότι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα κατασκευάστηκε σιδηροδρομική γραμμή προς την ενδοχώρα. Συνεπώς, η μεταφορά των προϊόντων ήταν ευκολότερη κι οικονομικότερη με αποτέλεσμα να δοθεί ώθηση και στο χερσαίο εμπόριο.

Σημαντική ήταν κι η βιομηχανία της Σμύρνης και της περιοχής της, αφού οι βιομηχανικές μονάδες ξεπερνούσαν τις 5.000 κι επεξεργάζονταν κυρίως γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Το 73% ανήκε σε Έλληνες, το 26% σε Τούρκους και το 1% σε Εβραίους κι Αρμένιους.

Τα αποτελέσματα του πολέμου στην τοπική οικονομία

Αρχικά, το τουρκικό νόμισμα υποτιμήθηκε κι οι τράπεζες πωλούσαν κι αγόραζαν συνάλλαγμα σε κερδοσκοπικές τιμές. Ως εκ τούτου τα μεγάλα κεφάλαια δεν μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν εμπορικά κι έτσι το εμπόριο της περιοχής γνώρισε πτωτικές τάσεις.

Το εξαγωγικό εμπόριο, βασιζόμενο στην αγροτική παραγωγή, πληγώθηκε από τις συνεχείς συγκρούσεις στα εδάφη της Τουρκίας. Πολλές εκτάσεις γης έμειναν ακαλλιέργητες είτε γιατί αποτέλεσαν πεδία μαχών είτε γιατί οι αγρότες έλαβαν μέρος στον πόλεμο.

Αντιθέτως, το εισαγωγικό εμπόριο ευνοήθηκε αφού μία τάξη εμπόρων διέθετε αποθέματα και βλέποντας τη ζήτηση να αυξάνεται, αύξησε και τις τιμές των προϊόντων. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με μια τάξη αγροτών.

Το αποτέλεσμα ήταν να πληγούν τα συμφέροντα των ξένων εμπορικών οίκων από τη μακρόχρονη σύγκρουση. Γι’ αυτόν το λόγο οι Δυνάμεις, μιας κι είχαν ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή, ήθελαν να πετύχουν τη σταθερότητα ανταμείβοντας ταυτόχρονα την Ελλάδα για την –έστω και σύντομη-  συμμετοχή της στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη

Ήδη από το 1919, και, πιο συγκεκριμένα, λίγες μέρες μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού, η Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας έστειλε το γενικό επιθεωρητή, Αλέξανδρο Κορυζή, στη Σμύρνη για να διαπιστώσει αν οι συνθήκες ήταν κατάλληλες για την ίδρυση ενός υποκαταστήματος. Ο συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Αλέξανδρος Διομήδης, επικοινωνούσε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και του πρότεινε την επέκταση των εργασιών της τράπεζας στη Σμύρνη. Υποστήριζε πως με αυτόν τον τρόπο θα εδραιωνόταν καλύτερα η ελληνική παρουσία, πως θα υπήρχε άμεση βοήθεια στην τοπική κοινωνία ώστε να καταλάβει την πολιτική μεταβολή και πως η Ελλάδα θα έμπαινε δυναμικά στο οικονομικό παιχνίδι των Μεγάλων Δυνάμεων, που διαδραματιζόταν στην Τουρκία.

Ο Ύπατος Αρμοστής, Αριστείδης Στεργιάδης, υποστήριξε με σθένος τον Αλέξανδρο Κοριζή, τον οποίο προσέλαβε ως διευθυντή οικονομικών της Αρμοστείας. Πολύ γρήγορα, το υποκατάστημα της Σμύρνης ανταγωνίστηκε μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα της περιοχής. Κατάφερε να έχει ένα μεγάλο κύκλο εργασιών χωρίς να στηριχθεί σε κεφάλαια της Αθήνας. Αντιθέτως, στηρίχθηκε στα μεγάλα κεφάλαια της σμυρναϊκής κοινωνίας. Τα καθαρά κέρδη στη μικρής διάρκειας παρουσία της ανέρχονταν σε 7.515.422 δραχμές.

Το μεγάλο πρόβλημα της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη ήταν ότι συνέχισε να κυκλοφορεί στην περιοχή η τουρκική λίρα. Οι Άγγλοι στις περιοχές που κατέλαβαν απαγόρευσαν την κυκλοφορία του τουρκικού νομίσματος. Επίσης, οι τελευταίοι απαγόρευσαν στους Έλληνες να λάβουν μέτρα κατά της λίρας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η δραχμή να αποτελεί δευτερεύον νόμισμα, αφού οι ρυθμοί ανάπτυξης της Σμύρνης εξαρτιόνταν από το τουρκικό νόμισμα, που βρισκόταν σε συνεχή υποτίμηση.

Ο Κοριζής το 1920 κλήθηκε πίσω στην Αθήνα κι ανέλαβε τη γενική επιθεώρηση όλων των επαρχιακών υποκαταστημάτων. Τον αντικατέστησε έως το 1922 ο Σπυρίδων Αναστασόπουλος, ο οποίος κλήθηκε να αντιμετωπίσει την υποτίμηση της δραχμής μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου το Νοέμβριο του 1920.

Οι επιτυχίες του υποκαταστήματος άρχισαν να κλονίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις 13 Αυγούστου, όταν έγινε η επίθεση στο Αφιόν Καρά Χισάρ. Ο Μεγαλίδης, διευθυντής του υποκαταστήματος, έλαβε εντολή στις 19 Αυγούστου από το Στεργιάδη να αρχίσει να ετοιμάζει τη μεταφορά τού ταμείου, των χρεογράφων και του αρχείου της τράπεζας στην Αθήνα. Την επόμενη μέρα μεταφέρθηκε στη Χίο όλο το χρυσό και το ρευστό, που είχε η τράπεζα. Κρατήθηκαν τα απαραίτητα ποσά για τις καθημερινές συναλλαγές. Όταν ήταν πλέον φανερή η ήττα στο πεδίο της μάχης, η Αρμοστεία ήταν έτοιμη να διαθέσει πλοίο για τη μεταφορά τού υποκαταστήματος και των υπαλλήλων του. Η αναχώρηση ορίστηκε για την 25η Αυγούστου αλλά βλέποντας τον τουρκικό στρατό να προελαύνει ανενόχλητος, η αναχώρηση έγινε δύο μέρες νωρίτερα. 75 κιβώτια και 13 σάκοι ήταν η περιουσία του υποκαταστήματος. 10 κιβώτια με 27.053.000 δραχμές δόθηκαν στον ταγματάρχη Βουλγαράκη για να καλυφθούν ανάγκες του στρατού.

Ένας έμεινε πίσω μόνο, ο επιθεωρητής και υποδιευθυντής, Θ. Θεμενάκης. Το καθήκον του ήταν να πουλήσει τα εμπορεύματα, που είχε η τράπεζα και το ίδιο το κτήριο. Μετά από διαβουλεύσεις με τους πρέσβεις της Αμερικής και της Γαλλίας για την προσωπική του ασφάλεια ξεκίνησε το δύσκολο έργο, αφού διακυβεύονταν χρήματα και εμπορεύματα αμερικανικών οίκων κι εταιρειών. Μετά από αποτυχημένες προσπάθειες πώλησης στη Standard Commercial Tobacco Trading Co., την Credit Foncier και την National Bank of Turkey, τα εμπορεύματα και το κτήριο πουλήθηκαν στην Τράπεζα Αθηνών λίγο πριν μπει ο τουρκικός στρατός στη Σμύρνη. Ο Θαμενάκης φυγαδεύτηκε με τη βοήθεια των δύο πρέσβεων αλλά ο ίδιος μας δίνει πληροφορίες για την τύχη του κτηρίου, αφού έζησε τις πρώτες μέρες της τουρκικής κατοχής. Το κτήριο έμεινε όρθιο από την πυρκαγιά που ξέσπασε και σήμερα βρίσκεται στην ιδιοκτησία μιας τουρκικής τράπεζας.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
  • Θ. Βερέμης και Κώστας Κωστής, Η εθνική τράπεζα στη Μικρά Ασία (1919-1922)
  • Γιώργος Μιρκούδης, 1919, το μετέωρο βήμα στη Μικρασία

Γιώργος Ναθαναήλ
Γεννημένος το 1999 και μεγαλωμένος στη Βέροια. Απόφοιτος Γενικού Ενιαίου Λυκείου. Είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Αρθρογραφεί για την αρχαιότητα, ελληνική και ρωμαϊκή, στη κατηγορία της Ιστορίας του OffLine Post. «Μία ψυχή δε μπορεί να δει το ωραίο αν δεν είναι η ίδια ωραία».