Του Δαβίδ Φούσιεκ,

Η Υεμένη υποφέρει από το 2011 από έναν εσωτερικό εμφύλιο που έχει προκαλέσει τρομερές επιπτώσεις τόσο στον λαό όσο και στο κράτος. Ωστόσο, παρά τις σοβαρές διαστάσεις που έχει πάρει η σύγκρουση, δεν έχει ακόμα σταματήσει. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό αν αναλογιστεί κανείς ότι η επίλυση του ζητήματος δεν είναι προτεραιότητα στις πολιτικές ατζέντες των Αράβων γειτόνων της. Η αστάθεια που εκδηλώνεται είναι συμφέρουσα όχι μόνο για τις πολιτικές τους επιδιώξεις αλλά η Υεμένη αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού των ηγεμονικών δυνάμεων της περιοχής. Επιπρόσθετα, οι Δυτικές χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί, έχουν παρουσιαστεί ανίκανοι να δώσουν λύση στην κρίση και έχουν καταλαγιάσει μόνο στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και στην αποδοχή της κατάστασης. Έτσι και αλλιώς, η Υεμένη δεν έχει πετρέλαιο και είναι μακριά από εμάς, συνεπώς, τι μας νοιάζει ;

 

Η Υεμένη έχει υπάρξει από την πρώτη μέρα της ανεξαρτησίας της το «μαύρο πρόβατο» της Μέσης Ανατολής. Η κρίση του 2011 δεν αποτελεί κάτι πρωτοφανές για την χώρα, η οποία από το 67’, βασανίζεται από εσωτερικές συρράξεις. O διαχωρισμός του 72’ σε δύο μέρη, την Νότια και την Βόρεια, αποτελεί μια ένδειξη για την έλλειψή συνοχής και τις αίσθησης του συνόλου στο κράτος . Παρά την επανένωση των δύο πλευρών το 90’, η συνεχόμενη αστάθεια και το εχθρικό κλίμα που δεν είχε εξαλειφθεί, δεν βοήθησαν στην ανάπτυξη της Υεμένης. Η φτώχεια και η κακή οικονομική κατάσταση, οδήγησαν σε κοινωνικές αναταραχές που αναζωπύρωσαν τα μίση των προηγούμενων δεκαετιών. H χώρα ξανακύλησε πάλι σε εμφύλιο λόγο των διαφόρων μεταξύ των παρατάξεων που εκπροσωπούσαν τις δύο δυνάμεις που είχαν παλιότερα οδηγήσει στην διάσπαση της χώρας. Ο εμφύλιος ήταν αρκετά αιματηρός για τους λίγους μήνες που διήρκεσε. Μετά το 1994, οι συνθήκες στην Υεμένη δεν βελτιώθηκαν με αποτέλεσμα να γίνει η πιο φτωχή χώρα στην ευρύτερη περιοχή. Οι τιμές των αγαθών, καθώς και ο μικρός βαθμός ανάπτυξης της οικονομίας και το μεγάλο ποσοστό ανεργίας που συνάδει με αυτή, επιδείνωσαν το επίπεδο ζωής στο εσωτερικό του κράτους. Το 2007, ο Πρωθυπουργός Saleh που ήταν στην εξουσία από το 1999 υποσχέθηκε μεταρρυθμίσεις χωρίς όμως αυτές να εφαρμοστούν πότε. Συνεπώς, το 2011, όταν ξέσπασε η Αραβική Άνοιξη, ο πληθυσμός της Υεμένης επηρεασμένος από το μήνυμα των άλλων διαμαρτυρομένων προχώρησαν σε κινητοποιήσεις. Στην αρχή, οι διαμαρτυρίες ήταν εναντίον της ανεργίας, της οικονομίας και της διαφθοράς και της πρότασης της κυβέρνησης για την τροποποίηση του Συντάγματος. Ωστόσο, στην συνέχεια, ο βασικός τους  στόχος έγινε η παραίτηση του Saleh, το όποιο και κατάφεραν. 

 

Η αλλαγή του καθεστώτος και η μεταβίβαση της πολιτικής εξουσίας στον Mansur Hadi το 2011 αποδείχθηκε ανεπιτυχής. Ο καινούργιος πρωθυπουργός δεν αντιμετώπισε αποτελεσματικά το πλήθος των προβλημάτων από τα οποία υπέφερε η χώρα όπως επιθέσεις από υποστηρικτές του “ιερού πολέμου”, αποσχιστικά  κινήματα στο Νότο, η πίστη των στρατευμάτων στον προηγούμενο αρχηγό του κράτους Saleh, και η συνεχιζόμενη διαφθορά, ανεργία και πείνα.  

Η αστάθεια που επικράτησε στην Υεμένη έδωσε την ευκαιρία στα ριζοσπαστικά τμήματα της κοινωνίας να κάνουν την εμφάνιση τους και να αναπτυχθούν. Η δυσαρέσκεια του λαού, καθώς και οι αποτυχίες του παρελθόντος οδήγησαν στην ριζοσπαστικοποίηση των κατοίκων του κράτους. Το κίνημα των Houthi, που υποστήριζε την Zaidi μειονότητα από Σιίτες Μουσουλμάνους και είχε δραστηριοποιηθεί στο παρελθόν εναντίον του Saleh, εκμεταλλεύτηκε τις καινούργιες συνθήκες για να προσάψει την βόρεια επαρχία, Saada και τις γειτονικές της περιοχές.

 

Η επίθεση αυτή δεν επικρίθηκε αλλά το αντίθετο είχε θετική ανταπόκριση στον πληθυσμό της Υεμένης, ακόμα και στους Σουνίτες, με αποτέλεσμα οι Houthi να επεκταθούν περαιτέρω στην Σαναά. Η επιτυχία τον κινήματος δεν οφείλονταν μόνο στην ψευδαίσθηση της αλλαγής που πρόσφερε στον λαό αλλά και στην υποστήριξη των στρατευμάτων (ήταν ακόμα πιστοί στον Hadi, αρά η ανατροπή του ήταν στο συμφέρον τους). Το 2015, η αυξανόμενη ορμή των Houthi που τώρα είχε επεκταθεί σε όλη την χώρα, ανάγκασε των Hadi να φύγει στο εξωτερικό αφήνοντας την χώρα σε απόλυτη αναρχία.

 

Η άνοδος του ριζοσπαστικού στοιχείου και η πεποίθηση ότι οι Houthi έχουν την στήριξη του Ιράν, ανησύχησε την Σαουδική Αραβία και το Σουνίτικο στοιχείο της περιοχής που προχώρησαν σε εναέριες επιθέσεις στην Υεμένη με στόχο την αποκατάσταση του καθεστώτος. Ο συνασπισμός αυτός υποστηρίχθηκε με παροχή τεχνολογίας και πληροφόρησης από τις ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία. Ωστόσο, παρά την μερική παρέμβαση και την επιτυχία στην επανάκτηση του Άντεν ως προσωρινής κατοικίας του Hadi, η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί και ο πόλεμος ακόμα κρατάει. Οι Houthi οι οποίοι δεν υποστηρίζονται πια από τα στρατιωτικά στρατεύματα (λόγο δολοφονίας του Saleh το 2017), εξακολουθούν να ελέγχουν ένα μεγάλο τμήμα της χώρας. Από την άλλη, ο συνασπισμός της Σαουδικής Αραβίας συνεχίζει να πιέζει για να επαναφέρει την σταθερότητα, όμως, αυτή η προσπάθεια που τροφοδοτείται από την παράνοια για την επέκταση του Ιράν, έχει οδηγήσει στην περαιτέρω υποσιτισμό του λαού.

 

Η κρίση στην Υεμένη έχει λάβει τρομερές διαστάσεις και πλέον μιλάμε για μια ανθρωπιστική καταστροφή με τουλάχιστον 8.4 εκατομμύρια ανθρώπους να βρίσκονται σε κίνδυνο λιμού και 22.2 εκατομμύρια (75% του πληθυσμού) να έχουν ανάγκη από βοήθεια. Επιπρόσθετα, η εμφάνιση και η δραστηριότητα τρομοκρατικών οργανώσεων στην περιοχή  όπως η Αλ-Καίντα είναι αρκετά επικίνδυνη. Συνεπώς, η Υεμένη βεβαίως χρειάζεται μια πολιτική λύση για το πρόβλημα της στην οποία θα συμμετάσχει η παγκόσμια κοινότητα. Οι αναμνήσεις της Σομαλίας θα πρέπει να κινητοποιήσουν τις μεγάλες δυνάμεις και να τις ταρακουνήσουν από την στάση αδιαφορίας που έχουν υιοθετήσει.

Δαβίδ Φουσιέκ
Απόφοιτος του Τμήματος των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Πειραιά, με έμφαση στις διεθνείς σχέσεις. Είναι μέλος του Laboratory of Energy and Environmental Policy Laboratory του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει συμμετάσχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα που ασχολήθηκαν με την μεταναστευτική κρίση και τις επιπτώσεις της, καθώς και σεμινάρια και προσομοιώσεις που σχετίζονται με το αντικείμενο των σπουδών του. Έχει διεξάγει έρευνα για το "soft power" της Κίνας στο λιμάνι του Πειραιά. Μητρικές γλώσσες αποτελούν τα Ελληνικά, Αγγλικά και Πολωνικά, ενώ έχει βασικές γνώσεις της Αραβικής και Γερμανικής γλώσσας. Παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον για ζητήματα στρατηγικής, πολιτικής βίας, πόλεμου, διεθνής και ενεργειακής ασφάλειας.